Για πολλές δεκαετίες η γαλλική δημόσια πολιτική αναπτύχθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον στο οποίο οι νέες κρατικές αποστολές μπορούσαν σχετικά συχνά να προστίθενται στις ήδη υφιστάμενες χωρίς να απαιτείται αντίστοιχη εγκατάλειψη παλαιότερων δεσμεύσεων. Η ανάπτυξη, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης, ο δανεισμός και η σταδιακή αύξηση των δημόσιων δαπανών επέτρεψαν στο κράτος να επεκτείνει την κοινωνική προστασία, να συντηρεί δημόσιες υπηρεσίες μεγάλης κλίμακας, να χρηματοδοτεί στρατηγικούς βιομηχανικούς κλάδους και να διατηρεί ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και ανεξάρτητη πυρηνική αποτροπή. Η πολιτική λειτουργούσε σε σημαντικό βαθμό μέσω προσθήκης. Νέα ανάγκη σήμαινε νέο πρόγραμμα, νέα χρηματοδότηση ή νέα κρατική παρέμβαση.
Η σημερινή συγκυρία μεταβάλλει βαθιά αυτή τη μέθοδο διακυβέρνησης. Η Γαλλία έχει εισέλθει σε περίοδο κατά την οποία η αύξηση μιας κρατικής φιλοδοξίας δημιουργεί πολύ σαφέστερο κόστος για κάποια άλλη. Η δημοσιονομική βάση δεν αυξάνεται με ταχύτητα αντίστοιχη των υποχρεώσεων, ενώ η δυνατότητα χρηματοδότησης μέσω πρόσθετου χρέους περιορίζεται από τη συσσώρευση ήδη πολύ υψηλού δημόσιου δανεισμού και από την αύξηση του κόστους εξυπηρέτησής του. Το δημόσιο χρέος είχε φθάσει στο 119% του ΑΕΠ στο τέλος Ιουνίου 2026, ενώ οι πληρωμές τόκων αναμένεται, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, να αυξηθούν από 2,2% του ΑΕΠ το 2025 σε 2,6% το 2026 και 2,8% το 2027. Η εξυπηρέτηση του παρελθόντος αρχίζει επομένως να απορροφά μεγαλύτερο μέρος των πόρων του μέλλοντος.
Η σημασία αυτής της εξέλιξης βρίσκεται στη σύνθεση των νέων αναγκών που εμφανίζονται ταυτόχρονα. Η γήρανση αυξάνει την πίεση στις συντάξεις, στην υγεία και στη μακροχρόνια φροντίδα. Η υποχώρηση της βιομηχανικής βάσης δημιουργεί ανάγκη μεγάλης παραγωγικής ανασυγκρότησης. Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί επενδύσεις σε πυρηνική ενέργεια, ηλεκτρικά δίκτυα και εξηλεκτρισμό της οικονομίας. Η στρατηγική ανασφάλεια της Ευρώπης ωθεί σε επιτάχυνση των αμυντικών δαπανών. Η τεχνολογική αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας δημιουργεί ανάγκη επενδύσεων σε τεχνητή νοημοσύνη, ημιαγωγούς, κυβερνοασφάλεια και υπολογιστική υποδομή. Η κλιματική αλλαγή επιβάλλει επιπλέον δαπάνες προσαρμογής. Καμία από αυτές τις ανάγκες δεν αποτελεί περιφερειακό ζήτημα· όλες συνδέονται με βασικές λειτουργίες του σύγχρονου κράτους.
Η κοινωνική πλευρά του προϋπολογισμού διαθέτει παράλληλα υψηλό βαθμό ιστορικής ακαμψίας. Οι κοινωνικές παροχές αντιστοιχούσαν το 2024 στο 31,9% του γαλλικού ΑΕΠ. Οι συνταξιοδοτικές δαπάνες αντιστοιχούσαν το 2025 στο 14,1% του ΑΕΠ. Οι δαπάνες αυτές συνδέονται με δικαιώματα, προσδοκίες και εισοδήματα εκατομμυρίων ανθρώπων. Η μείωσή τους δεν αποτελεί απλή λογιστική πράξη· επηρεάζει την κοινωνική ισορροπία και μπορεί να μεταβάλλει βαθιά τη σχέση πολιτών και κράτους. Το ίδιο ισχύει για την παιδεία, την υγεία και την τοπική κρατική παρουσία. Η κοινωνική Γαλλία αποτελεί αποτέλεσμα μακράς πολιτικής συσσώρευσης και επομένως δεν ανασχεδιάζεται εύκολα με τον ετήσιο προϋπολογισμό.
Στην άλλη πλευρά, η στρατηγική Γαλλία γίνεται ακριβότερη. Το αμυντικό πρόγραμμα προβλέπει αύξηση του προϋπολογισμού από 57,1 δισ. ευρώ το 2026 στα 76,3 δισ. το 2030, σε ένα διεθνές περιβάλλον το οποίο το ίδιο το γαλλικό υπουργείο Άμυνας χαρακτηρίζει περίοδο βαθιάς μεταβολής των συσχετισμών ισχύος. Η ανεξάρτητη πυρηνική αποτροπή απαιτεί συνεχείς επενδύσεις που δεν μπορούν να διακοπούν χωρίς απώλεια τεχνολογικής και επιχειρησιακής συνέχειας. Η αμυντική βιομηχανία χρειάζεται μεγάλες και προβλέψιμες παραγγελίες ώστε να επεκτείνει παραγωγική ικανότητα. Η ίδια η στρατηγική αυτονομία αποκτά επομένως συγκεκριμένη δημοσιονομική τιμή.
Η πολιτική της επόμενης περιόδου θα διαμορφωθεί γι’ αυτό γύρω από την κατανομή της σπανιότητας. Η έννοια αυτή είναι θεμελιωδώς διαφορετική από τη συμβατική συζήτηση περί λιτότητας. Το πρόβλημα δεν εξαντλείται στο αν οι δημόσιες δαπάνες θα αυξηθούν ή θα μειωθούν. Αφορά το ποια μορφή κρατικής ισχύος θα αποκτήσει προτεραιότητα όταν πολλές ζωτικές λειτουργίες ανταγωνίζονται για τον ίδιο δημοσιονομικό χώρο. Η επιλογή ανάμεσα σε συντάξεις, άμυνα, σχολεία, πυρηνικές υποδομές, βιομηχανικές επιδοτήσεις και εξυπηρέτηση χρέους είναι στην ουσία επιλογή ανάμεσα σε διαφορετικές εκδοχές του μέλλοντος.
Η δυσκολία γίνεται μεγαλύτερη επειδή το κράτος δεν ξεκινά την ιεράρχηση από λευκό χαρτί. Η μεγάλη πλειονότητα των δημόσιων δαπανών είναι ήδη δεσμευμένη από υφιστάμενα δικαιώματα, συμβάσεις, μισθούς, κοινωνικές παροχές και υποχρεώσεις εξυπηρέτησης χρέους. Οι νέες ανάγκες τείνουν επομένως να ανταγωνίζονται εκείνες τις κατηγορίες όπου η προσαρμογή είναι πολιτικά και διοικητικά ευκολότερη: δημόσιες επενδύσεις, έρευνα, υποδομές και ορισμένα λειτουργικά έξοδα. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να δημιουργήσει μια επικίνδυνη ασυμμετρία. Το κράτος προστατεύει το παρόν περιορίζοντας τις επενδύσεις που θα αυξήσουν τη μελλοντική παραγωγική του δυνατότητα.
Η παραγωγική ανασυγκρότηση αποτελεί γι’ αυτό κεντρικό μέρος της λύσης. Η μεταποίηση αντιστοιχούσε στα τέλη του 2025 στο 11,2% της γαλλικής προστιθέμενης αξίας, σημαντικά χαμηλότερα από το 15% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Η επαναβιομηχάνιση μπορεί να αντιμετωπιστεί ως δημοσιονομική στρατηγική μακράς διάρκειας, διότι μια ισχυρότερη βιομηχανική οικονομία παράγει υψηλότερη παραγωγικότητα, φορολογικά έσοδα, τεχνολογική γνώση και εξαγωγική ικανότητα. Η επένδυση στη βιομηχανία, στην ενέργεια και στις τεχνολογίες υψηλής προστιθέμενης αξίας δεν αποτελεί έτσι μια επιπλέον δαπάνη ανάμεσα σε πολλές· αποτελεί προσπάθεια διεύρυνσης του μελλοντικού οικονομικού χώρου μέσα στον οποίο θα χρηματοδοτούνται οι υπόλοιπες κρατικές αποστολές.
Η ανάγκη επιλογής μεταβάλλει και την ίδια την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης. Σε περίοδο διαρκούς επέκτασης, η κοινωνική πολιτική μπορεί να στηρίζεται κυρίως στην προσθήκη νέων παροχών. Σε περίοδο στενότητας, η δικαιοσύνη αφορά περισσότερο τον τρόπο κατανομής των βαρών. Οι αποφάσεις για συντάξεις, φορολογία, κοινωνικές εισφορές, άμυνα και δημόσια επένδυση δημιουργούν διαφορετικές συνέπειες για ηλικιακές, εισοδηματικές και επαγγελματικές ομάδες. Μια στρατηγική αναδιάρθρωσης μπορεί να αποκτήσει κοινωνική νομιμοποίηση μόνο εάν η κατανομή του κόστους θεωρείται επαρκώς δίκαιη και συνδέεται με ορατό μακροχρόνιο σχέδιο.
Σε αυτό το επίπεδο η Γαλλία αντιμετωπίζει και μια πρόκληση πολιτικής χρονικότητας. Οι κοινωνικές παροχές παράγουν άμεσα και ορατά οφέλη. Η επένδυση στην πυρηνική ενέργεια, στην εκπαίδευση, στην άμυνα ή στη βιομηχανική ικανότητα παράγει μεγάλο μέρος της απόδοσής της μετά από χρόνια ή δεκαετίες. Ο δημοκρατικός εκλογικός κύκλος ευνοεί επομένως συχνά την προστασία του παρόντος έναντι της χρηματοδότησης του μέλλοντος. Η ποιότητα του στρατηγικού κράτους κρίνεται ακριβώς από την ικανότητά του να διατηρεί μακροχρόνιες επενδύσεις παρά τη βραχυπρόθεσμη πολιτική πίεση.
Η ευρωπαϊκή διάσταση μπορεί να μεταβάλει σημαντικά αυτή την εξίσωση. Η άμυνα, η ενεργειακή ασφάλεια, η τεχνολογία και η κλιματική μετάβαση παράγουν οφέλη που ξεπερνούν τα γαλλικά σύνορα. Η κοινή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, η ενοποίηση αμυντικών προμηθειών, οι διασυνδέσεις ηλεκτρικής ενέργειας, τα κοινά τεχνολογικά προγράμματα και η βαθύτερη ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά μπορούν να μειώσουν την ανάγκη εθνικής χρηματοδότησης κάθε στρατηγικού στόχου. Η Ευρώπη αποκτά έτσι δημοσιονομική σημασία για τη Γαλλία: προσφέρει τη δυνατότητα να μοιραστεί μέρος του κόστους της ισχύος σε πολύ μεγαλύτερη οικονομική βάση.
Αυτό όμως προϋποθέτει και μεταβολή της γαλλικής αντίληψης περί στρατηγικής αυτονομίας. Η αυτονομία στον 21ο αιώνα δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με την αποκλειστικά εθνική παραγωγή κάθε κρίσιμου δημόσιου αγαθού. Μπορεί να στηρίζεται σε ευρωπαϊκές αλληλεξαρτήσεις οι οποίες είναι αρκετά ισορροπημένες ώστε να μην παράγουν εξωτερική εξάρτηση από τρίτες δυνάμεις. Η Γαλλία μπορεί έτσι να διατηρεί πυρήνες αυστηρά εθνικής κυριαρχίας —όπως η πυρηνική αποτροπή— και να ευρωπαϊκοποιεί μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού κόστους άλλων στρατηγικών λειτουργιών.
Η μετάβαση μετά την εποχή της εύκολης ταυτόχρονης χρηματοδότησης δεν οδηγεί λοιπόν αναγκαστικά σε μικρότερη Γαλλία. Οδηγεί σε περισσότερο επιλεκτική Γαλλία. Η κρατική ισχύς θα εξαρτάται από την ικανότητα διάκρισης ανάμεσα στις λειτουργίες που πρέπει να παραμείνουν εθνικά πλήρεις, σε εκείνες που μπορούν να ευρωπαϊκοποιηθούν, στις κοινωνικές δαπάνες που απαιτούν προστασία και στις δαπάνες που μπορούν να ανασχεδιαστούν ώστε να παράγουν μεγαλύτερο αποτέλεσμα με λιγότερους πόρους.
Η δημοσιονομική στενότητα μετατρέπεται έτσι σε δοκιμασία στρατηγικής σκέψης. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν χαρακτηρίζονται μόνο από το εύρος των φιλοδοξιών τους. Χαρακτηρίζονται από την ικανότητα να ιεραρχούν όταν οι πόροι είναι περιορισμένοι, να προστατεύουν τις λειτουργίες που καθορίζουν τη μακροχρόνια ισχύ τους και να ανανεώνουν την οικονομική βάση πάνω στην οποία στηρίζονται οι κοινωνικές τους δεσμεύσεις. Για τη Γαλλία, αυτή η μετάβαση σημαίνει ότι το επόμενο κοινωνικό και στρατηγικό της υπόδειγμα θα οικοδομηθεί περισσότερο πάνω στην ποιότητα των επιλογών και λιγότερο πάνω στη δυνατότητα συνεχούς προσθήκης νέων υποχρεώσεων.
Πρόσφατα σχόλια