Η δυσκολία ταξινόμησης της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας αποκαλύπτει ένα βαθύτερο μεθοδολογικό ζήτημα της συγκριτικής συνταγματικής θεωρίας: τα πολιτεύματα μπορούν να ταξινομηθούν με βάση το κείμενο των θεσμών τους, τις σχέσεις πολιτικής ευθύνης, τον τρόπο εκλογής των οργάνων, την πραγματική κατανομή ισχύος ή τον συνδυασμό όλων αυτών. Η Γαλλία παράγει διαφορετική απάντηση ανάλογα με το κριτήριο που επιλέγεται.
Οι κλασικές κατηγορίες κοινοβουλευτικού και προεδρικού συστήματος βασίζονται πρωτίστως στις σχέσεις εξάρτησης μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας. Στο κοινοβουλευτικό μοντέλο, η κυβέρνηση εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Στο προεδρικό, ο επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας αντλεί τη θητεία του ανεξάρτητα από το Κοινοβούλιο και δεν μπορεί να ανατραπεί από αυτό για συνήθεις πολιτικούς λόγους. Η γαλλική κυβέρνηση εμπίπτει καθαρά στην πρώτη λογική: τα άρθρα 20, 49 και 50 οργανώνουν την πολιτική της ευθύνη ενώπιον του Κοινοβουλίου και ειδικότερα της Εθνοσυνέλευσης.
Η ύπαρξη, όμως, ενός άμεσα εκλεγμένου Προέδρου με ουσιαστικές αυτοτελείς εξουσίες διαταράσσει αυτή την απλή ταξινόμηση. Ο Maurice Duverger προσπάθησε να επιλύσει το πρόβλημα εισάγοντας την έννοια του ημιπροεδρικού συστήματος. Στην κλασική του προσέγγιση, η κατηγορία περιλάμβανε άμεσα εκλεγμένο Πρόεδρο, σημαντικές προεδρικές αρμοδιότητες και κυβέρνηση που εξακολουθεί να εξαρτάται από το Κοινοβούλιο. Ο ίδιος αναγνώριζε, όμως, ότι παρόμοιες συνταγματικές δομές μπορούσαν να παράγουν ριζικά διαφορετικές πολιτικές πρακτικές, ανάλογα με την πολιτική παράδοση, τη συγκυρία και κυρίως τη σχέση του Προέδρου με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Αυτή η τελευταία παρατήρηση εισήγαγε ένα πρόβλημα στην ίδια την ταξινόμηση. Εάν η πραγματική ισχύς του Προέδρου χρησιμοποιείται ως κριτήριο για να χαρακτηριστεί ένα σύστημα ημιπροεδρικό, τότε η κατηγορία εξαρτάται από μια εκτίμηση που μπορεί να αλλάζει με τον χρόνο. Ένας ισχυρός Πρόεδρος με πειθαρχημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ένας πολύ ασθενέστερος Πρόεδρος κατά τη συγκατοίκηση λειτουργούν μέσα στο ίδιο συνταγματικό καθεστώς. Εάν η πραγματική πολιτική ισχύς είναι το βασικό κριτήριο, το ίδιο κράτος θα μπορούσε να μετακινείται ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες χωρίς να έχει αλλάξει ούτε μία συνταγματική διάταξη.
Ο Robert Elgie επιχείρησε γι’ αυτό να καταστήσει την έννοια περισσότερο αντικειμενική, αποσυνδέοντάς την από την αμφίβολη αξιολόγηση του αν ο Πρόεδρος διαθέτει «σημαντικές» εξουσίες. Στην περισσότερο τυπική προσέγγιση, αρκεί να συνυπάρχουν ένας Πρόεδρος εκλεγμένος από τον λαό για συγκεκριμένη θητεία και ένας πρωθυπουργός με κυβέρνηση που είναι υπεύθυνοι απέναντι στο Κοινοβούλιο. Η προσέγγιση διευκολύνει τη συγκριτική έρευνα, επειδή τα κριτήρια μπορούν να αναγνωριστούν αντικειμενικά. Παράλληλα, ο Elgie έχει τονίσει ότι η τεράστια διαφοροποίηση μεταξύ των ημιπροεδρικών κρατών καθιστά προβληματική την αντιμετώπιση της Γαλλίας ως γενικού «αρχετύπου» της κατηγορίας.
Η θεωρία προχώρησε ακόμη περισσότερο με τη διάκριση ανάμεσα στον «πρωθυπουργο-προεδρικό» και στον «προεδρο-κοινοβουλευτικό» υποτύπο. Στον πρώτο, η κυβέρνηση μπορεί να ανατραπεί πολιτικά από το Κοινοβούλιο, ενώ ο Πρόεδρος δεν διαθέτει διακριτική δυνατότητα παύσης της. Στον δεύτερο, η κυβέρνηση εξαρτάται τόσο από την κοινοβουλευτική όσο και από την προεδρική εμπιστοσύνη. Με βάση το συνταγματικό κείμενο, η Γαλλία εντάσσεται στον πρώτο υποτύπο: το άρθρο 8 επιτρέπει στον Πρόεδρο να διορίζει τον πρωθυπουργό, αλλά συνδέει τον τερματισμό των καθηκόντων του με την υποβολή παραίτησης της κυβέρνησης, ενώ η Εθνοσυνέλευση μπορεί να επιβάλει αυτή την παραίτηση μέσω της διαδικασίας πολιτικής ευθύνης. Η συγκριτική θεωρία χρησιμοποιεί ακριβώς αυτή τη γραμμή λογοδοσίας για να διακρίνει τους δύο υποτύπους.
Η γαλλική περίπτωση αποδεικνύει, όμως, ότι ακόμη και αυτή η πιο εκλεπτυσμένη ταξινόμηση δεν περιγράφει πλήρως την πραγματικότητα. Εκτός συγκατοίκησης, οι πρωθυπουργοί της Πέμπτης Δημοκρατίας έχουν στην πράξη συχνά εγκαταλείψει το αξίωμά τους όταν ο Πρόεδρος επιθυμούσε πολιτική ανανέωση, ακόμη και χωρίς να έχει προηγηθεί απώλεια της κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης. Έτσι, ένα σύστημα το οποίο από νομική σκοπιά είναι πρωθυπουργο-προεδρικό μπορεί να εμφανίζει στην πολιτική πράξη στοιχεία διπλής εξάρτησης του πρωθυπουργού. Η διαφορά ανάμεσα στον νομικό κανόνα και στη συνταγματική πρακτική γίνεται επομένως αποφασιστική.
Ακριβώς εδώ εμφανίζεται ένα από τα βαθύτερα προβλήματα της συγκριτικής συνταγματικής θεωρίας. Οι τυπολογίες χρειάζονται σταθερές κατηγορίες για να επιτρέπουν συγκρίσεις. Τα συνταγματικά συστήματα όμως λειτουργούν μέσα σε κομματικές δομές, πολιτικές παραδόσεις και σχέσεις ισχύος που μεταβάλλονται. Η Γαλλία δείχνει ότι η ίδια θεσμική διάταξη μπορεί να λειτουργήσει με διαφορετικό τρόπο όταν μεταβληθεί ένα εξωσυνταγματικό στοιχείο όπως η σύνθεση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Η συγκατοίκηση αποτελεί την καθαρότερη απόδειξη. Όταν ο Πρόεδρος και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία ανήκουν σε αντίθετα πολιτικά στρατόπεδα, το άρθρο 20 ανακτά το πλήρες κανονιστικό του βάρος: η κυβέρνηση καθορίζει και διεξάγει την πολιτική του Έθνους, ενώ ο πρωθυπουργός διαθέτει την κοινοβουλευτική βάση που απαιτείται για την εφαρμογή της. Η επίσημη γαλλική ανάλυση των συγκατοικήσεων υπογραμμίζει ότι ο πρωθυπουργός καθίσταται τότε η κυρίαρχη φυσιογνωμία του εκτελεστικού πόλου και ο Πρόεδρος υποχωρεί σε περισσότερο περιορισμένη λειτουργία.
Όταν αντίθετα οι πλειοψηφίες συμπίπτουν, εμφανίζεται η προεδρική ανάγνωση του ίδιου Συντάγματος. Η πολιτική πρακτική έχει επανειλημμένα περιγράψει αυτή τη μεταβολή: υπό συμβατή πλειοψηφία, ο Πρόεδρος προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική κατεύθυνση και η κυβέρνηση τη μετατρέπει σε διοικητική και νομοθετική δράση, ενώ στη συγκατοίκηση η γραμματική διάταξη των άρθρων 20 και 21 αποκτά πολύ μεγαλύτερη πραγματική ισχύ.
Αυτή η μεταβλητότητα μετατρέπει το «πλειοψηφικό γεγονός» σε σχεδόν συνταγματική μεταβλητή. Πρόκειται για στοιχείο που δεν βρίσκεται στο Σύνταγμα, αλλά καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας του. Ένας Πρόεδρος που είναι ταυτόχρονα πολιτικός αρχηγός της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας διαθέτει πραγματική δυνατότητα κατεύθυνσης της κυβέρνησης. Ένας Πρόεδρος αντιμέτωπος με αντίπαλη πλειοψηφία διαθέτει ακριβώς τις ίδιες γραπτές εξουσίες αλλά πολύ μικρότερο έλεγχο της εσωτερικής πολιτικής. Η προεδρική ισχύς είναι έτσι εν μέρει δομική και εν μέρει συγκυριακή, μια διάκριση που έχει βρεθεί στο επίκεντρο της σχετικής θεωρητικής συζήτησης.
Το πενταετές προεδρικό αξίωμα και η αλλαγή του εκλογικού ημερολογίου μετά το 2000 ενίσχυσαν περαιτέρω τη δυσκολία ταξινόμησης, επειδή μετέβαλαν τη λειτουργία του συστήματος χωρίς να τροποποιήσουν τις βασικές διατάξεις περί κυβέρνησης και Προέδρου. Από το 2002, οι βουλευτικές εκλογές ακολουθούν συνήθως αμέσως τις προεδρικές, αυξάνοντας δραστικά την πιθανότητα η νέα Εθνοσυνέλευση να ευθυγραμμιστεί με τον Πρόεδρο. Η ίδια η Vie publique επισημαίνει ότι αυτή η αλλαγή ενίσχυσε την προεδρική πρακτική και περιόρισε τις πιθανότητες συγκατοίκησης.
Η περίπτωση αυτή έχει ιδιαίτερη θεωρητική σημασία: ένας κανόνας που αφορά τον χρόνο των εκλογών μπορεί να μεταβάλει βαθύτερα την πραγματική ισορροπία εξουσιών από μια αναθεώρηση που μεταβάλλει το περιεχόμενο συγκεκριμένης θεσμικής αρμοδιότητας. Η συνταγματική μηχανική λειτουργεί επομένως μέσω ενός ευρύτερου οικοσυστήματος κανόνων. Η διάρκεια των θητειών, η σειρά των εκλογών και ο κομματικός ανταγωνισμός μπορούν να «ενεργοποιούν» ή να «αδρανοποιούν» δυνατότητες που υπάρχουν ήδη μέσα στο κείμενο.
Η Πέμπτη Δημοκρατία θέτει έτσι ένα ευρύτερο ερώτημα για την ίδια τη συγκριτική μέθοδο. Μια ταξινόμηση που βασίζεται αποκλειστικά στο συνταγματικό κείμενο είναι σταθερή και συγκρίσιμη, αλλά κινδυνεύει να χάσει την πραγματική κατανομή πολιτικής ισχύος. Μια ταξινόμηση που βασίζεται στην πραγματική πολιτική λειτουργία είναι περισσότερο ρεαλιστική, αλλά μπορεί να γίνει ασταθής: το ίδιο κράτος θα αλλάζει κατηγορία όταν αλλάζουν οι πλειοψηφίες. Η γαλλική εμπειρία υποδεικνύει ότι η πληρέστερη ανάλυση χρειάζεται δύο επίπεδα ταυτόχρονα — το θεσμικό καθεστώς και τον τρόπο λειτουργίας του υπό συγκεκριμένη κομματική διαμόρφωση.
Ακόμη και ο όρος «υβριδικό» απαιτεί προσοχή. Μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση μηχανικής ανάμειξης μισού προεδρικού και μισού κοινοβουλευτικού συστήματος. Η γαλλική πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι κοινοβουλευτικοί μηχανισμοί και οι προεδρικές αρμοδιότητες δεν λειτουργούν απλώς παράλληλα. Η ισχύς του ενός πόλου μεταβάλλει τη λειτουργία του άλλου, ενώ το κομματικό σύστημα λειτουργεί ως μεταβλητής έντασης σύνδεσμος μεταξύ τους.
Η πραγματική συνεισφορά της Πέμπτης Δημοκρατίας στη συγκριτική συνταγματική θεωρία βρίσκεται επομένως στο ότι υποχρεώνει την επιστήμη να διακρίνει το «είδος του πολιτεύματος» από τον «τρόπο λειτουργίας του πολιτεύματος». Ως θεσμικός τύπος, η Γαλλία μπορεί εύλογα να ταξινομηθεί ως ημιπροεδρική και, ακριβέστερα, ως πρωθυπουργο-προεδρική εκδοχή ημιπροεδρισμού. Ως πραγματικό σύστημα άσκησης εξουσίας, όμως, μπορεί να κινείται από έντονη προεδρική υπεροχή έως σαφώς κοινοβουλευτικότερη ισορροπία.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Πέμπτη Δημοκρατία παραμένει εξαιρετικά παραγωγικό αντικείμενο θεωρίας περισσότερο από έξι δεκαετίες μετά την ίδρυσή της. Δεν διαψεύδει τις συγκριτικές κατηγορίες· αποκαλύπτει τι ακριβώς μπορούν και τι δεν μπορούν να εξηγήσουν. Η γαλλική εμπειρία δείχνει ότι ένα δημοκρατικό πολίτευμα δεν αποτελεί μόνο σύνολο αρμοδιοτήτων. Αποτελεί δυναμική σχέση ανάμεσα στο συνταγματικό κείμενο, στη δημοκρατική νομιμοποίηση, στο κομματικό σύστημα και στις πολιτικές πρακτικές που δίνουν στο ίδιο κείμενο διαφορετικό θεσμικό βάρος σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές.
Πρόσφατα σχόλια