Η πλειονότητα των ενεργών πολιτών δεν διαθέτει προσωπική μνήμη της ιδρυτικής στιγμής της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, ενώ ακόμη και η γενιά που μεγάλωσε κατά τις πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες αρχίζει να παραχωρεί τη θέση της σε πολίτες για τους οποίους οι οι δημοκρατικοί θεσμοί αποτελούν προϋπάρχουσα κανονικότητα. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο που δεν δηλώνει αποτυχία αλλά επιτυχία: όσο περισσότερο διαρκεί η δημοκρατική ομαλότητα, τόσο λιγότερο αυτονόητη γίνεται η ιστορική γνώση των όρων που την κατέστησαν δυνατή. Η δημοκρατία παύει σταδιακά να βιώνεται ως πολιτειακή κατάκτηση και αντιμετωπίζεται ως φυσικό υπόβαθρο της κοινωνικής ζωής, όπως ένα θεσμικό τοπίο που υπήρχε πάντοτε και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη εξήγηση.

Αυτή η μεταβολή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ηθικολογική επίπληξη των νεότερων γενεών. Οι νέοι δεν έχουν υποχρέωση να αναπαράγουν συναισθήματα που διαμορφώθηκαν υπό διαφορετικές ιστορικές συνθήκες ούτε μπορούν να αισθανθούν αυθεντικά μια εμπειρία την οποία δεν έζησαν. Κάθε γενιά συγκροτεί την πολιτική της αντίληψη μέσα από τα γεγονότα της δικής της ενηλικίωσης: την οικονομική ανασφάλεια, τη στεγαστική κρίση, την αβεβαιότητα της εργασίας, την κλιματική απειλή, την ψηφιακή επικοινωνία, την εμπειρία των δημόσιων υπηρεσιών και την αίσθηση ότι η πολιτική εξουσία ανταποκρίνεται ή δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της. Η πολιτική κοινωνικοποίηση δεν είναι μηχανική μεταβίβαση πεποιθήσεων από τους μεγαλύτερους στους νεότερους. Είναι διαδικασία μέσα από την οποία η οικογενειακή αφήγηση, η εκπαίδευση, οι θεσμικές εμπειρίες, τα μέσα ενημέρωσης και οι κοινωνικές συγκρούσεις παράγουν νέο σύστημα πολιτικών προσδοκιών. Η ελληνική εμπειρία επιβεβαιώνει ότι οι παραδοσιακές κομματικές και ιδεολογικές αντιθέσεις μεταβάλλονται βαθμιαία καθώς η απόσταση από την ιδρυτική περίοδο αυξάνεται και οι πολίτες κοινωνικοποιούνται μέσα σε σταθερότερο δημοκρατικό περιβάλλον.

Το κρίσιμο πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι πώς θα διατηρηθεί τεχνητά η συναισθηματική ένταση του 1974, αλλά πώς η ιστορική εμπειρία θα μετατραπεί σε διαρκή δημοκρατική ικανότητα. Η δημοκρατική μνήμη δεν μπορεί να στηριχθεί επ’ αόριστον στις προσωπικές μαρτυρίες. Καθώς οι άμεσοι φορείς της ιδρυτικής εμπειρίας λιγοστεύουν, η μνήμη οφείλει να αλλάξει μορφή: από βιωματική ανάμνηση να γίνει θεσμικά οργανωμένη γνώση, από οικογενειακή αφήγηση να γίνει δημόσια ιστορία και από επετειακή συγκίνηση να γίνει πρακτική κατανόηση των δικαιωμάτων, της λογοδοσίας και του πολιτικού πλουραλισμού. Η διαγενεακή μετάδοση επιτυγχάνει όταν οι νέοι δεν καλούνται απλώς να θυμούνται μια ημερομηνία, αλλά να κατανοούν τον λόγο ύπαρξης των θεσμικών εγγυήσεων και να μπορούν να τις χρησιμοποιούν για να αξιολογούν τη σύγχρονη εξουσία.

Εδώ απαιτείται μια σαφής διάκριση ανάμεσα στην ιστορική μνήμη, στην ιστορική γνώση και στη δημοκρατική συνείδηση. Η ιστορική μνήμη συγκροτείται από αφηγήσεις, εικόνες, επετείους, σύμβολα και οικογενειακές παραδόσεις. Η ιστορική γνώση απαιτεί τεκμήρια, χρονολογική ακρίβεια, σύγκριση πηγών, ερμηνεία αιτίων και κατανόηση των εναλλακτικών δυνατοτήτων που υπήρχαν σε κάθε κρίσιμη στιγμή. Η δημοκρατική συνείδηση προχωρά ακόμη βαθύτερα: αφορά την ικανότητα του πολίτη να αντιλαμβάνεται γιατί η πλειοψηφία δεν ταυτίζεται με την απεριόριστη εξουσία, γιατί η αντιπολίτευση αποτελεί θεσμική λειτουργία και όχι εμπόδιο, γιατί τα δικαιώματα δοκιμάζονται κυρίως όταν προστατεύουν μη δημοφιλείς απόψεις και γιατί η νομιμότητα χρειάζεται διαρκή δημόσια αιτιολόγηση. Μπορεί κανείς να γνωρίζει άριστα την αλληλουχία των πολιτικών γεγονότων και ταυτόχρονα να μην έχει εσωτερικεύσει τον σεβασμό της διαφωνίας, την ανάγκη θεσμικών αντιβάρων ή την αρχή της ίσης πολιτικής αξιοπρέπειας.

Η μετάδοση της δημοκρατίας δεν μπορεί, επομένως, να οργανώνεται ως κατήχηση. Μια υποχρεωτική αφήγηση, η οποία παρουσιάζει τη μεταπολιτευτική περίοδο ως αδιαίρετο σύνολο θεσμικής αρετής και κοινωνικής προόδου, είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Οι νεότεροι πολίτες έχουν άμεση εμπειρία των αδυναμιών του σημερινού κράτους, της άνισης πρόσβασης σε ευκαιρίες, της καθυστέρησης της απονομής δικαιοσύνης, της περιορισμένης λογοδοσίας και της απόστασης ανάμεσα στις νομοθετικές διακηρύξεις και στην εφαρμογή. Εάν η δημοκρατική μνήμη τους ζητεί να αγνοήσουν αυτές τις εμπειρίες, μετατρέπεται σε μηχανισμό εξιδανίκευσης του πολιτικού συστήματος και χάνει την παιδαγωγική της αξιοπιστία. Η ώριμη μνήμη δεν αποκρύπτει τις αντιφάσεις της Μεταπολίτευσης. Διακρίνει τις θεμελιώδεις πολιτειακές κατακτήσεις από τις πελατειακές πρακτικές, τη διεύρυνση των δικαιωμάτων από την άνιση εφαρμογή τους, τη σταθερότητα των εκλογικών θεσμών από τις αδυναμίες της διοίκησης και την κοινωνική ενσωμάτωση από τις νέες μορφές αποκλεισμού.

Αυτή η κριτική διάσταση δεν υπονομεύει τη δημοκρατική μνήμη· την καθιστά πειστικότερη. Η δημοκρατία δεν είναι αντικείμενο ευγνωμοσύνης προς μια παλαιότερη γενιά ούτε ιστορική κληρονομιά που οφείλει να διατηρείται αμετάβλητη. Είναι μέθοδος συλλογικής αυτοκυβέρνησης που επιτρέπει σε κάθε γενιά να αναθεωρεί πολιτικές, να διευρύνει δικαιώματα, να μεταρρυθμίζει θεσμούς και να αμφισβητεί ειρηνικά τις κατεστημένες ιεραρχίες. Η νεότερη γενιά δεν αποδεικνύει τη δημοκρατική της ωριμότητα όταν αποδέχεται άκριτα το υπάρχον σύστημα, αλλά όταν απαιτεί να ανταποκρίνεται στις ίδιες τις αρχές που επικαλείται. Η θεσμική κριτική, όταν θεμελιώνεται σε τεκμήρια και αποδέχεται τους κανόνες του πλουραλισμού, αποτελεί έκφραση δημοκρατικής προσήλωσης και όχι απόρριψή της.

Το σχολείο έχει καίρια θέση σε αυτή τη μετάβαση από την κληρονομημένη μνήμη προς τη συνειδητή δημοκρατική κρίση. Ωστόσο, η συμβολή του δεν μπορεί να περιορίζεται στην προσθήκη περισσότερων ιστορικών πληροφοριών στο αναλυτικό πρόγραμμα. Η δημοκρατική παιδεία απαιτεί συνδυασμό γνώσεων, αξιών, στάσεων και δεξιοτήτων. Το σχετικό πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης οργανώνει τις αναγκαίες ικανότητες σε τέσσερις κατηγορίες: αξίες, στάσεις, δεξιότητες και γνώση με κριτική κατανόηση. Σε αυτές περιλαμβάνονται ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η ανοχή στην αμφισημία, η ικανότητα ακρόασης, η αναλυτική σκέψη, η συνεργασία και η κατανόηση των πολιτικών θεσμών. Η δημοκρατική εκπαίδευση, επομένως, δεν εξαντλείται στο να γνωρίζει ο μαθητής ποια είναι τα όργανα του πολιτεύματος. Πρέπει να μπορεί να συμμετέχει σε διάλογο, να ελέγχει την αξιοπιστία μιας πληροφορίας, να διακρίνει το επιχείρημα από την προσβολή και να αναγνωρίζει τη νομιμότητα της διαφορετικής άποψης.

Η δημοκρατία, επιπλέον, δεν διδάσκεται πειστικά σε μια σχολική κοινότητα που λειτουργεί αποκλειστικά με αυστηρή ιεραρχία και μονομερή λήψη αποφάσεων. Οι μαθητές σχηματίζουν αντίληψη για την εξουσία από τον τρόπο με τον οποίο αυτή ασκείται απέναντί τους. Εάν τα συλλογικά τους όργανα είναι προσχηματικά, οι κανόνες δεν αιτιολογούνται και η διαφωνία αντιμετωπίζεται ως απειθαρχία, το κρυφό παιδαγωγικό μήνυμα ακυρώνει το επίσημο μάθημα. Το σχολείο οφείλει να αποτελεί ελεγχόμενο εργαστήριο δημοκρατικής πρακτικής: χώρο στον οποίο η εξουσία είναι αναγκαία αλλά αιτιολογημένη, η συμμετοχή έχει ορατές συνέπειες, η σύγκρουση επιλύεται με κανόνες και η αξιολόγηση δεν συνδέεται με την πολιτική συμμόρφωση. Η τάξη δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πεδίο κομματικής επιρροής, αλλά σε χώρο όπου οι μαθητές μαθαίνουν να εξετάζουν αντίθετα επιχειρήματα και να αποφασίζουν χωρίς να απαξιώνουν τον συνομιλητή τους.

Η διδασκαλία του 1974 θα μπορούσε, υπό αυτή την έννοια, να απομακρυνθεί από το πρότυπο της μονοδιάστατης αφήγησης και να οργανωθεί γύρω από πραγματικά πολιτειακά προβλήματα. Πώς μετατρέπεται μια αρχική πολιτική συμφωνία σε σταθερό συνταγματικό σύστημα; Γιατί χρειάζεται άμεση εκλογική νομιμοποίηση; Ποια είναι η σημασία της πολιτικής συμπερίληψης; Πώς επιλύονται οριστικά μακρόχρονες θεσμικές εκκρεμότητες; Πότε η κρατική συνέχεια προστατεύει την κοινωνία και πότε διατηρεί ανεπιθύμητες διοικητικές πρακτικές; Τέτοια ερωτήματα επιτρέπουν στον μαθητή να κατανοήσει τη Μεταπολίτευση όχι ως ακολουθία τετελεσμένων γεγονότων, αλλά ως σύνθετη διαδικασία επιλογών, κινδύνων και θεσμικής κατασκευής.

Οι προσωπικές και οικογενειακές μαρτυρίες παραμένουν πολύτιμες, ακριβώς επειδή προσδίδουν στην ιστορία υλικότητα, συναισθηματικό βάθος και αίσθηση αβεβαιότητας. Δεν πρέπει, όμως, να αντιμετωπίζονται ως αυτάρκεις φορείς αλήθειας. Η μνήμη είναι επιλεκτική, ανασχηματίζεται με την πάροδο του χρόνου και επηρεάζεται από τις μεταγενέστερες πολιτικές ταυτότητες. Μια ουσιαστική παιδαγωγική χρήση της προφορικής ιστορίας δεν ζητεί απλώς από τους νέους να ακούσουν παλαιότερους πολίτες· τους ζητεί να συγκρίνουν μαρτυρίες, να εντοπίσουν αντιφάσεις, να συνδέσουν προσωπικές αφηγήσεις με δημόσια έγγραφα και να κατανοήσουν γιατί διαφορετικοί άνθρωποι θυμούνται διαφορετικά το ίδιο γεγονός. Με αυτόν τον τρόπο, η διαγενεακή συνομιλία δεν παράγει υποχρεωτική συγκίνηση αλλά ιστορική και δημοκρατική κρίση.

Η δημόσια ιστορία οφείλει επίσης να εγκαταλείψει το πρότυπο της επετειακής αυτάρκειας. Οι τελετές, οι επετειακές ομιλίες και οι θεσμικές εκδηλώσεις έχουν συμβολική αξία, επειδή αναγνωρίζουν κοινές πολιτειακές αφετηρίες. Η επανάληψή τους, όμως, δεν εγγυάται ότι το νόημά τους μεταδίδεται. Όταν το ίδιο λεξιλόγιο αναπαράγεται κάθε χρόνο χωρίς σύνδεση με τα σημερινά προβλήματα της εξουσίας, η επέτειος μετατρέπεται σε τελετουργική επιβεβαίωση των θεσμών από τους ίδιους τους θεσμούς. Για να αποκτήσει δημοκρατικό περιεχόμενο, η 24η Ιουλίου θα μπορούσε να συνδέεται με ανοιχτά αρχεία, εκπαιδευτικές δράσεις, τοπικές εκδηλώσεις, κοινοβουλευτικές προσομοιώσεις, δημόσιες συζητήσεις και προγράμματα ιστορικής τεκμηρίωσης στα οποία οι νέοι θα είναι ενεργοί ερευνητές και όχι παθητικοί ακροατές.

Τα αρχεία, τα μουσεία και οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά, εφόσον δεν παρουσιάζουν το Σύνταγμα ως κείμενο αποκλειστικά για νομικούς. Η συνταγματική γνώση αποκτά δημοκρατική λειτουργία όταν ο πολίτης κατανοεί πώς μια αφηρημένη διάταξη επηρεάζει τη σχολική ζωή, την ιδιωτικότητα, την ενημέρωση, την ίση μεταχείριση, τη δημόσια διαμαρτυρία και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Η ίδια η Βουλή καταγράφει ότι οι εκλογές του Νοεμβρίου 1974, το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου και η θέσπιση του Συντάγματος του 1975 συγκρότησαν μια εξαιρετικά πυκνή διαδικασία πολιτειακής θεμελίωσης. Η εκπαιδευτική ανάδειξη αυτής της αλληλουχίας μπορεί να δείξει στους νέους ότι το δημοκρατικό πολίτευμα δεν προέκυψε αυτόματα, αλλά κατασκευάστηκε μέσα από διαδοχικές πράξεις λαϊκής και θεσμικής νομιμοποίησης.

Η ψηφιακή δημόσια σφαίρα μεταβάλλει ριζικά τους όρους αυτής της μετάδοσης. Οι νεότεροι πολίτες δεν συναντούν την ιστορία κυρίως μέσα από μεγάλα αφηγηματικά έργα ή οργανωμένα αρχεία, αλλά μέσα από σύντομα αποσπάσματα, εικόνες, αναρτήσεις και αλγοριθμικά επιλεγμένο περιεχόμενο. Η εξέλιξη αυτή διευρύνει την πρόσβαση σε τεκμήρια, αλλά συγχρόνως αποσυνδέει το τεκμήριο από το ιστορικό του περιβάλλον. Ένα σύντομο βίντεο ή μια φωτογραφία μπορεί να αποκτήσει τεράστια συναισθηματική ισχύ χωρίς να συνοδεύεται από πληροφορίες για την προέλευση, τη χρονολογία και τις συνθήκες παραγωγής του. Έτσι δημιουργείται μια μνήμη υψηλής έντασης αλλά χαμηλού πλαισίου: ο πολίτης αισθάνεται ότι γνωρίζει επειδή έχει δει, χωρίς να διαθέτει τα εργαλεία για να ερμηνεύσει αυτό που είδε.

Η αλγοριθμική οργάνωση της προσοχής προσθέτει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Οι ψηφιακές πλατφόρμες επιβραβεύουν την αγανάκτηση, τη βεβαιότητα και την ταύτιση, όχι τη σύνθετη ιστορική εξήγηση. Το παρελθόν τείνει να χρησιμοποιείται ως οπλοστάσιο της σημερινής πόλωσης: επιλέγονται αποσπάσματα που επιβεβαιώνουν μια προϋπάρχουσα πολιτική ταυτότητα, ενώ οι αμφισημίες και οι αντιφάσεις απορρίπτονται ως αδυναμία. Η δημοκρατική μνήμη χρειάζεται επομένως να περιλαμβάνει ψηφιακή κριτική ικανότητα: έλεγχο πηγής, αναζήτηση του πρωτογενούς τεκμηρίου, διάκριση μεταξύ μαρτυρίας και ερμηνείας και κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι πλατφόρμες επιλέγουν το περιεχόμενο που γίνεται ορατό. Οι ευρωπαϊκές έρευνες για τους νέους καταγράφουν συγχρόνως ενδιαφέρον για τη δημοκρατία και έντονη έκθεση σε παραπληροφόρηση, επιβεβαιώνοντας ότι η συμμετοχή και η πληροφοριακή ευαλωτότητα μπορούν να συνυπάρχουν.

Η νέα γενιά δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται συλλήβδην ως πολιτικά αδιάφορη επειδή συμμετέχει λιγότερο στις παραδοσιακές κομματικές οργανώσεις. Οι μορφές συμμετοχής έχουν μεταβληθεί: θεματικές κινητοποιήσεις, εθελοντικές πρωτοβουλίες, περιβαλλοντικές δράσεις, κινήσεις για δικαιώματα, τοπικά δίκτυα και ψηφιακές εκστρατείες συνυπάρχουν με την εκλογική συμμετοχή. Οι ευρωπαϊκές μετρήσεις δείχνουν ότι σημαντικό τμήμα των νέων εξακολουθεί να θεωρεί την ψήφο αποτελεσματικό μέσο πολιτικής έκφρασης, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί πολλαπλές μη εκλογικές μορφές συμμετοχής. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι νέοι συμμετέχουν με τους ίδιους τρόπους όπως οι προηγούμενες γενιές, αλλά αν οι νέες μορφές συμμετοχής μπορούν να αποκτήσουν διάρκεια, συλλογική οργάνωση και πραγματική επίδραση στη λήψη αποφάσεων.

Η δημοκρατική μνήμη δεν παράγεται, άλλωστε, μόνο στο σχολείο ή στις επετείους. Παράγεται καθημερινά στη συνάντηση του πολίτη με το κράτος. Η εμπειρία μιας δίκαιης και αιτιολογημένης διοικητικής απόφασης, η δυνατότητα πρόσβασης στην πληροφορία, η ίση εφαρμογή των κανόνων, η αποτελεσματική εξέταση μιας καταγγελίας και η πραγματική λογοδοσία ενός δημόσιου φορέα διδάσκουν περισσότερο από μια επίσημη ομιλία. Αντίστροφα, η αναξιοκρατία, η αδιαφάνεια, η ανεξήγητη καθυστέρηση και η αίσθηση ότι η ισχύς υπερισχύει του κανόνα αποδυναμώνουν τη δημοκρατική εμπιστοσύνη ακόμη και όταν η ιστορική εκπαίδευση είναι άρτια. Οι δημόσιες υπηρεσίες αποτελούν το κυριότερο σημείο καθημερινής επαφής του πολίτη με τη θεσμική εξουσία και η ποιότητα αυτής της επαφής επηρεάζει άμεσα την εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα.

Αυτό σημαίνει ότι η νεότερη γενιά δεν θα πειστεί για την αξία της δημοκρατίας μόνο επειδή πληροφορείται ότι αυτή θεμελιώθηκε το 1974. Θα πειστεί όταν διαπιστώνει ότι η συμμετοχή έχει αποτέλεσμα, ότι οι ισχυροί υπόκεινται σε κανόνες, ότι οι θεσμοί διορθώνουν τα σφάλματά τους και ότι η δημόσια εξουσία εξηγεί τις επιλογές της. Η ιστορική μνήμη δεν μπορεί να αντισταθμίσει επ’ αόριστον τη χαμηλή ποιότητα του παρόντος. Αντίθετα, η θεσμική αξιοπιστία του παρόντος μετατρέπει την ιστορική μνήμη σε πειστική απόδειξη ότι η δημοκρατία είναι ικανή να μαθαίνει και να αυτοδιορθώνεται.

Η διαγενεακή μετάδοση χρειάζεται, τέλος, να περάσει από την αρνητική στην καταφατική θεμελίωση της δημοκρατίας. Δεν αρκεί να παρουσιάζεται η δημοκρατία ως προστασία από την απώλειά της. Για έναν νέο άνθρωπο, ο οποίος δεν διαθέτει προσωπικό μέτρο σύγκρισης, ένα αποκλειστικά αποτρεπτικό επιχείρημα είναι αναγκαστικά αφηρημένο. Χρειάζεται να γίνει κατανοητή ως θετικό σύστημα πολιτικής ισότητας: ως δυνατότητα να ακούγεται κανείς, να οργανώνεται, να αμφισβητεί, να εκλέγει και να ελέγχει· ως διαδικασία μέσα από την οποία η κοινωνική σύγκρουση δεν εξαφανίζεται αλλά μετατρέπεται σε ειρηνική και αναθεωρήσιμη συλλογική απόφαση. Η δημοκρατική μνήμη επιβιώνει όταν συνδέει το 1974 όχι μόνο με την αφετηρία των σημερινών θεσμών, αλλά και με την ανοιχτή δυνατότητα βελτίωσής τους.

Στη σημερινή εποχή, αυτή η δυνατότητα αφορά πεδία που δεν υπήρχαν στην αρχική πολιτειακή ατζέντα: την αλγοριθμική λήψη αποφάσεων, την προστασία από την ψηφιακή επιτήρηση, τη συγκέντρωση της ενημερωτικής ισχύος, τη χειραγώγηση της πολιτικής επικοινωνίας, την κλιματική δικαιοσύνη και την ουσιαστική συμμετοχή των νέων σε αποφάσεις με μακροχρόνιες συνέπειες. Το νόημα της δημοκρατικής μνήμης δεν βρίσκεται στην επανάληψη παλαιών συνθημάτων, αλλά στην ικανότητα αναγνώρισης των νέων μορφών πολιτικής και οικονομικής ισχύος. Ένας πολίτης που γνωρίζει την ιστορία αλλά αδυνατεί να κατανοήσει πώς ένα αδιαφανές πληροφοριακό σύστημα επηρεάζει τα δικαιώματά του διαθέτει μνήμη χωρίς σύγχρονη δημοκρατική επάρκεια.

Η γενιά που δεν έζησε το 1974 δεν αποτελεί, συνεπώς, πρόβλημα για τη δημοκρατία. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν οι θεσμοί απαιτούν από αυτή τη γενιά να κληρονομήσει συμπεράσματα χωρίς να της προσφέρουν πρόσβαση στα τεκμήρια, πραγματική δυνατότητα συμμετοχής και πειστική εμπειρία ισότητας. Η δημοκρατία δεν μεταδίδεται βιολογικά ούτε διατηρείται με τελετουργική επανάληψη. Ανακατασκευάζεται σε κάθε γενιά μέσα από την ιστορική γνώση, τη θεσμική πρακτική, την κριτική εκπαίδευση και τη συμμετοχή.

Η επιτυχής μετάδοση θα έχει συντελεστεί όταν οι νέοι δεν θα αισθάνονται υποχρεωμένοι να μιμηθούν τη συγκίνηση των προηγούμενων γενεών, αλλά θα μπορούν να εξηγήσουν γιατί ο πλουραλισμός, η λογοδοσία, η πολιτική ισότητα και η ειρηνική εναλλαγή είναι αναντικατάστατα· όταν θα μπορούν να υπερασπιστούν το δικαίωμα του αντιπάλου τους χωρίς να εγκαταλείπουν τη δική τους θέση· όταν θα βλέπουν τους θεσμούς ούτε ως ιερά σύμβολα ούτε ως κενά προσχήματα, αλλά ως ανθρώπινες κατασκευές που πρέπει διαρκώς να ελέγχονται, να προστατεύονται και να βελτιώνονται