Η Γερμανία είναι ευρωπαϊκή δύναμη της οποίας η διεθνής επιρροή θεμελιώθηκε περισσότερο στη βιομηχανική παραγωγή, στις εξαγωγές, στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και στην ενσωμάτωση των παγκόσμιων αγορών παρά στην αυτόνομη προβολή στρατιωτικής ισχύος. Για μια τέτοια δύναμη, ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο δεν αποτελεί μακρινό περιφερειακό επεισόδιο. Μεταδίδεται άμεσα μέσα από τις τιμές της ενέργειας, τα επιτόκια, τις θαλάσσιες μεταφορές, τη διαθεσιμότητα πρώτων υλών, την εξωτερική ζήτηση και τις επενδυτικές προσδοκίες.

Η οικονομική επίδραση πρέπει να διακριθεί σε τρεις διαφορετικές μορφές. Η πρώτη είναι ο κίνδυνος φυσικής έλλειψης: η πραγματική αδυναμία εξασφάλισης επαρκών ποσοτήτων πετρελαίου, φυσικού αερίου ή παραγώγων. Η δεύτερη είναι το πλήγμα τιμών: ακόμη και όταν οι ποσότητες εξασφαλίζονται από εναλλακτικές πηγές, η παγκόσμια αύξηση των τιμών επιβαρύνει παραγωγούς και καταναλωτές. Η τρίτη είναι το πλήγμα αβεβαιότητας: επιχειρήσεις αναβάλλουν επενδύσεις, αυξάνουν αποθέματα και ενσωματώνουν υψηλότερο γεωπολιτικό κίνδυνο στον σχεδιασμό τους. Η Γερμανία έχει βελτιώσει σημαντικά τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού της, αλλά αυτό μειώνει κυρίως τον πρώτο κίνδυνο. Δεν την απομονώνει από τον δεύτερο και τον τρίτο.

Η Bundesbank έχει καταγράψει ότι ο πόλεμος με το Ιράν επιβάρυνε τη γερμανική οικονομία μέσω της ανόδου των ενεργειακών τιμών, της εξασθένησης των προοπτικών ανάπτυξης, της αύξησης των πληθωριστικών προσδοκιών και της επιδείνωσης του εξωτερικού περιβάλλοντος. Οι προβλέψεις της τον Ιούνιο περιέγραφαν ένα ενεργειακό πλήγμα που καθυστερεί την ανάκαμψη και επιβαρύνει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών, ενώ προηγούμενη μηνιαία έκθεση είχε επισημάνει πιθανή στασιμότητα της οικονομικής δραστηριότητας.

Η σημασία της ενέργειας για τη Γερμανία δεν προκύπτει μόνο από το ύψος της κατανάλωσης, αλλά από τη θέση της μέσα στην παραγωγική αλυσίδα. Ορισμένοι κλάδοι χρησιμοποιούν το φυσικό αέριο και τον ηλεκτρισμό ως απλή εισροή κόστους. Σε άλλους, η ενέργεια αποτελεί συστατικό της ίδιας της χημικής ή θερμικής διαδικασίας. Η χημική βιομηχανία, η μεταλλουργία, το γυαλί, το χαρτί, τα λιπάσματα και τμήματα της κατασκευής υλικών δεν μπορούν να προσαρμοστούν άμεσα με μια απλή μείωση κατανάλωσης. Όταν οι τιμές παραμένουν υψηλές, η παραγωγή περιορίζεται, οι εισαγωγές τελικών ή ενδιάμεσων προϊόντων αυξάνονται και οι νέες επενδύσεις κατευθύνονται προς περιοχές με φθηνότερη ενέργεια.

Η επίδραση επεκτείνεται πολύ πέρα από τους ενεργοβόρους κλάδους. Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία και η κατασκευή μηχανημάτων εξαρτώνται από χάλυβα, χημικά, γυαλί, ηλεκτρονικά και πυκνά δίκτυα προμηθευτών. Η επιβάρυνση ενός πρώιμου σταδίου της παραγωγής μεταφέρεται σε ολόκληρη την αλυσίδα. Παράλληλα, η ενεργειακή ακρίβεια μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και συνεπώς την εγχώρια ζήτηση. Εάν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αντιδράσει στον πληθωρισμό με αυστηρότερη νομισματική πολιτική, το κόστος χρηματοδότησης της βιομηχανικής μετάβασης αυξάνεται. Η γερμανική οικονομία μπορεί έτσι να δεχθεί ταυτόχρονα πλήγμα προσφοράς, ζήτησης και επενδύσεων. Οι πρόσφατες προειδοποιήσεις κεντρικών τραπεζιτών για αυξανόμενους πληθωριστικούς κινδύνους δείχνουν τη στενή σύνδεση της ενεργειακής κρίσης με τη νομισματική πολιτική.

Η γερμανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει συνεπώς ένα τετραπλό πολιτικό δίλημμα. Πρέπει να προστατεύσει την αγοραστική δύναμη χωρίς να μετατρέψει τον προϋπολογισμό σε μόνιμο μηχανισμό επιδότησης των διεθνών τιμών. Πρέπει να διασώσει παραγωγική ικανότητα χωρίς να συντηρήσει επ’ αόριστον δραστηριότητες που δεν είναι πλέον ανταγωνιστικές. Πρέπει να επιταχύνει την ενεργειακή μετάβαση χωρίς να προκαλέσει βραχυπρόθεσμη αποβιομηχάνιση. Και πρέπει να χρηματοδοτήσει όλα τα παραπάνω ενώ αυξάνονται ταυτόχρονα οι αμυντικές, κοινωνικές και επενδυτικές ανάγκες.

Η οριζόντια επιδότηση της ενέργειας είναι πολιτικά ελκυστική, αλλά οικονομικά ατελής. Μειώνει άμεσα το κόστος και περιορίζει την κοινωνική δυσαρέσκεια, όμως ωφελεί περισσότερο όσους καταναλώνουν περισσότερη ενέργεια, διατηρεί την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και μπορεί να μεταφέρει δημόσιο χρήμα στους παραγωγούς χωρίς να αυξάνει την εγχώρια προσφορά. Η στοχευμένη στήριξη των χαμηλών εισοδημάτων και των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν προσωρινό πρόβλημα είναι αποτελεσματικότερη. Ακόμη και αυτή, όμως, πρέπει να συνδέεται με σαφές χρονικό όριο και σχέδιο προσαρμογής. Διαφορετικά, η προσωρινή ασφάλιση μετατρέπεται σε μόνιμη εξάρτηση από τον προϋπολογισμό.

Στη βιομηχανία χρειάζεται διάκριση ανάμεσα στη διάσωση της παραγωγικής βάσης και στη διατήρηση κάθε υφιστάμενης παραγωγικής διάταξης. Η πρώτη μπορεί να απαιτεί δημόσιες εγγυήσεις, συμβάσεις σταθερής τιμής, χρηματοδότηση νέων υποδομών και προστασία από αθέμιτες διεθνείς επιδοτήσεις. Η δεύτερη κινδυνεύει να εγκλωβίσει κεφάλαια και εργασία σε τεχνολογίες που δεν θα είναι βιώσιμες. Η κρατική στήριξη πρέπει επομένως να έχει μετασχηματιστικό αντάλλαγμα: μείωση της ενεργειακής έντασης, ηλεκτροποίηση, ανακύκλωση, τεχνολογική αναβάθμιση και μετατόπιση προς δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Η ενεργειακή μετάβαση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πρόσθετη περιβαλλοντική επιβάρυνση πάνω σε μια ήδη πιεσμένη βιομηχανία. Είναι μέρος της στρατηγικής απάντησης στη γεωπολιτική ευπάθεια. Η εγχώρια ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια, η αποθήκευση, τα ισχυρότερα δίκτυα, η διαχείριση της ζήτησης και η ηλεκτροποίηση μειώνουν την έκθεση σε πολέμους που διαταράσσουν τις παγκόσμιες αγορές υδρογονανθράκων. Η πραγματική ενεργειακή ασφάλεια δεν επιτυγχάνεται όταν η Γερμανία αντικαθιστά έναν εξωτερικό προμηθευτή με άλλον, αλλά όταν μειώνει την ποσότητα εισαγόμενης γεωπολιτικής αστάθειας που απαιτεί το παραγωγικό της σύστημα.

Ωστόσο, η μετάβαση δημιουργεί νέο τύπο εξάρτησης. Οι ανανεώσιμες τεχνολογίες, οι μπαταρίες, τα ηλεκτρικά δίκτυα και οι ψηφιακές υποδομές απαιτούν κρίσιμα ορυκτά, εξαρτήματα και παραγωγικές αλυσίδες που είναι συχνά γεωγραφικά συγκεντρωμένες. Η στρατηγική δεν μπορεί να περιοριστεί στην απανθρακοποίηση· πρέπει να περιλαμβάνει διαφοροποίηση προμηθευτών, ευρωπαϊκή ανακύκλωση, αποθέματα κρίσιμων υλικών και εγχώρια τεχνολογική ικανότητα. Διαφορετικά, η χώρα θα ανταλλάξει την εξάρτηση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο με εξάρτηση από διαφορετικές αλλά εξίσου συγκεντρωμένες αλυσίδες.

Η εξαγωγική διάσταση ενισχύει την ανάγκη ευρωπαϊκής λύσης. Μια αποκλειστικά εθνική πολιτική επιδοτήσεων μπορεί να προστατεύσει προσωρινά τη γερμανική βιομηχανία, αλλά να διαταράξει την ενιαία αγορά και να προκαλέσει ανταγωνισμό δημοσιονομικής ισχύος μεταξύ κρατών-μελών. Η Γερμανία διαθέτει μεγαλύτερο περιθώριο στήριξης από μικρότερες οικονομίες. Εάν το χρησιμοποιήσει μονομερώς, μπορεί να διασώσει τις επιχειρήσεις της εις βάρος της ευρωπαϊκής συνοχής. Η κοινή αγορά ενέργειας, η συντονισμένη αποθήκευση, η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση δικτύων και η κοινή βιομηχανική πολιτική είναι επομένως όχι μόνο πράξεις αλληλεγγύης, αλλά όροι διατήρησης του ίδιου του γερμανικού εξαγωγικού χώρου.

Η οικονομική ευπάθεια εξηγεί και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της γερμανικής διπλωματίας. Η Γερμανία έχει ισχυρό συμφέρον στην προστασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και στη συγκράτηση της ιρανικής στρατιωτικής και πυρηνικής ισχύος. Έχει όμως εξίσου ισχυρό συμφέρον να μην εξελιχθούν οι περιορισμένες επιχειρήσεις σε πόλεμο απροσδιόριστης διάρκειας. Η χώρα είναι πιθανό να ευνοεί συνδυασμό διατλαντικής συνοχής, οικονομικής πίεσης και διπλωματικής εξόδου, όχι επειδή στερείται στρατηγικής σκέψης, αλλά επειδή η οικονομική της ισχύς προϋποθέτει λειτουργικό διεθνές εμπόριο και προβλέψιμους κανόνες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η οικονομική εξάρτηση οδηγεί αναγκαστικά σε κατευνασμό. Μπορεί να οδηγήσει και σε ισχυρότερη επιθυμία προστασίας των διαδρόμων με στρατιωτικά μέσα. Η αντίφαση είναι πραγματική: η χρήση ισχύος μπορεί να είναι αναγκαία για την προστασία των ροών, αλλά η ίδια η χρήση της μπορεί να προκαλέσει τη διακοπή που επιδιώκει να αποτρέψει. Η γερμανική στρατηγική πρέπει γι’ αυτό να διακρίνει αυστηρά τις περιορισμένες αποστολές ασφάλειας από την αόριστη στρατιωτική κλιμάκωση.

Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν αποτελεί τελικά δοκιμασία όχι μόνο της γερμανικής ενεργειακής πολιτικής, αλλά ολόκληρου του αναπτυξιακού της υποδείγματος. Το προηγούμενο πρότυπο στηριζόταν σε σχετικά φθηνή ενέργεια, παγκόσμιες αλυσίδες χαμηλού κινδύνου, ισχυρή εξωτερική ζήτηση και περιορισμένες στρατιωτικές δαπάνες. Και οι τέσσερις προϋποθέσεις έχουν εξασθενήσει. Η πολιτική επιτυχία δεν θα συνίσταται στην προσωρινή αναπαραγωγή τους μέσω επιδοτήσεων, αλλά στη δημιουργία νέου υποδείγματος που θα συνδυάζει ενεργειακή ανθεκτικότητα, τεχνολογική παραγωγικότητα, ευρωπαϊκή κλίμακα και κοινωνική προστασία.

Η Γερμανία θα έχει αξιοποιήσει στρατηγικά τη σημερινή κρίση μόνο εάν η βραχυπρόθεσμη αντίδραση γίνει γέφυρα προς αυτή τη μεταβολή. Τα αποθέματα, οι επιδοτήσεις και η διαφοροποίηση μπορούν να αποτρέψουν την άμεση ζημία. Δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν τη μακροχρόνια ισχύ. Η πραγματική απάντηση είναι μια βιομηχανία λιγότερο εκτεθειμένη στις γεωπολιτικές διακυμάνσεις της ενέργειας και ένα κράτος ικανό να μετατρέπει την κρίση από παράγοντα αμυντικής καθυστέρησης σε επιταχυντή παραγωγικής ανασυγκρότησης.