Η έννοια της ισχύος στις διεθνείς σχέσεις έχει ιστορικά προσδιοριστεί μέσα από ένα περιορισμένο φάσμα αναλυτικών εργαλείων, τα οποία κινούνται μεταξύ υλικών συντελεστών ισχύος, στρατιωτικής ικανότητας και οικονομικής επιβολής. Ακόμη και όταν η θεωρία επιχείρησε να υπερβεί αυτό το στενό πλαίσιο, ιδίως με την εισαγωγή της έννοιας του soft power, η συζήτηση παρέμεινε εγκλωβισμένη σε μια εργαλειακή κατανόηση της επιρροής, όπου η ισχύς νοείται ως ικανότητα διαμόρφωσης προτιμήσεων τρίτων μέσω ελκυστικότητας, πολιτισμικής ακτινοβολίας ή θεσμικής αξιοπιστίας. Ωστόσο, η σύγχρονη διεθνής πραγματικότητα αποκαλύπτει ότι αυτό το σχήμα είναι ανεπαρκές για να εξηγήσει φαινόμενα όπου κράτη, θεσμοί ή συνασπισμοί ασκούν επιρροή όχι μέσω πειθούς ή εξαναγκασμού, αλλά μέσω της ίδιας της δομής των κανόνων, των προσδοκιών και των ορίων του επιτρεπτού. Σε αυτό το σημείο αναδύεται η ανάγκη θεωρητικής ανασυγκρότησης της έννοιας της κανονιστικής ισχύος ως διακριτής και αυτοτελούς μορφής ισχύος, πέρα και ανεξάρτητα από το soft power.
Η κανονιστική ισχύς δεν αφορά πρωτίστως την ικανότητα ενός δρώντος να πείθει ή να έλκει, αλλά την ικανότητά του να ορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου η πολιτική δράση νοείται ως νόμιμη, αποδεκτή ή ακόμη και σκεπτή. Πρόκειται για ισχύ δεύτερης τάξης, η οποία δεν λειτουργεί στο επίπεδο της συμπεριφοράς αλλά στο επίπεδο της κανονιστικής αρχιτεκτονικής του συστήματος. Εκεί όπου το hard power επιβάλλει και το soft power πείθει, η κανονιστική ισχύς οριοθετεί, καθορίζει και προδιαγράφει. Δεν στοχεύει στη μεταβολή συγκεκριμένων επιλογών, αλλά στη διαμόρφωση των ίδιων των παραμέτρων επιλογής. Υπό αυτή την έννοια, η κανονιστική ισχύς δεν είναι συμπληρωματική μορφή επιρροής, αλλά δομικό στοιχείο της διεθνούς τάξης.
Η συστηματική σύγχυση της κανονιστικής ισχύος με το soft power οφείλεται σε μια βαθύτερη θεωρητική παρανόηση: την αντίληψη ότι οι κανόνες είναι απλώς εργαλεία πολιτικής, και όχι φορείς ισχύος καθαυτοί. Στην πραγματικότητα, οι κανόνες λειτουργούν ως μηχανισμοί κατανομής πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων, όχι μόνο μεταξύ κρατών αλλά και μεταξύ διαφορετικών τύπων συμπεριφοράς. Η κανονιστική ισχύς εκδηλώνεται όταν ένας δρώντας διαθέτει τη δυνατότητα να καθιστά ορισμένες συμπεριφορές αυτονόητες και άλλες αδιανόητες, όχι μέσω απειλής ή έλξης, αλλά μέσω της εγκαθίδρυσης ενός πλαισίου κανονικότητας. Αυτό το πλαίσιο, μόλις εδραιωθεί, αποκτά αυτονομημένη δυναμική και λειτουργεί ανεξάρτητα από τις προθέσεις του αρχικού φορέα του.
Σε αντίθεση με το soft power, το οποίο προϋποθέτει αποδοχή, αναγνώριση και ενίοτε ταύτιση, η κανονιστική ισχύς μπορεί να λειτουργεί ακόμη και ενάντια στη βούληση των υποκειμένων που τη βιώνουν. Ένα κράτος μπορεί να απορρίπτει ιδεολογικά ένα κανονιστικό πλαίσιο, αλλά να αναγκάζεται να κινείται εντός των ορίων του, διότι η απόκλιση συνεπάγεται κόστος νομιμοποίησης, θεσμικής απομόνωσης ή στρατηγικής αποδυνάμωσης. Εδώ η ισχύς δεν ασκείται ως επιβολή, αλλά ως δομικός περιορισμός. Η παραβίαση των κανόνων δεν εκλαμβάνεται απλώς ως πολιτική επιλογή, αλλά ως απόκλιση από την κανονικότητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο διεθνούς θέσης και αξιοπιστίας.
Η κανονιστική ισχύς αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιβάλλοντα όπου η στρατιωτική ή οικονομική υπεροχή δεν αρκεί για τη σταθεροποίηση της διεθνούς τάξης. Σε τέτοια περιβάλλοντα, η ισχύς μετατοπίζεται από το πεδίο της άμεσης επιβολής στο πεδίο της θεσμικής και κανονιστικής διαμόρφωσης. Εκεί, οι δρώντες που ελέγχουν τους κανόνες, τις διαδικασίες και τα κριτήρια νομιμότητας αποκτούν πλεονέκτημα ανεξάρτητα από την υλική τους ισχύ. Αυτό εξηγεί γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις κράτη με περιορισμένη στρατιωτική ισχύ μπορούν να διαδραματίζουν δυσανάλογα μεγάλο ρόλο στη διεθνή σκηνή, όχι λόγω ελκυστικότητας, αλλά λόγω κανονιστικής ενσωμάτωσης.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η κανονιστική ισχύς αναδεικνύει τα όρια των κλασικών ρεαλιστικών και νεορεαλιστικών προσεγγίσεων, οι οποίες τείνουν να υποτιμούν τη σημασία των κανόνων ως ανεξάρτητων μεταβλητών. Παράλληλα, υπερβαίνει και τις φιλελεύθερες προσεγγίσεις που αντιλαμβάνονται τους θεσμούς κυρίως ως μηχανισμούς συνεργασίας. Η κανονιστική ισχύς δεν αφορά απλώς τη διευκόλυνση της συνεργασίας, αλλά τη συγκρότηση του ίδιου του πεδίου μέσα στο οποίο η σύγκρουση και η συνεργασία αποκτούν νόημα. Πρόκειται για μορφή ισχύος που δεν είναι ούτε καθαρά υλική ούτε καθαρά ιδεολογική, αλλά κανονιστική και δομική.
Η ανάλυση της κανονιστικής ισχύος επιτρέπει επίσης μια πιο ακριβή κατανόηση της σύγχρονης διεθνούς αστάθειας. Όταν η κανονιστική ισχύς αποδυναμώνεται, δεν καταρρέει απλώς ένα σύστημα κανόνων· καταρρέει το ίδιο το πλαίσιο προβλεψιμότητας. Η απουσία σαφών κανονιστικών ορίων δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η ισχύς επανέρχεται στην ωμή της μορφή, όχι επειδή το επιλέγουν οι δρώντες, αλλά επειδή το σύστημα παύει να παράγει σταθερές προσδοκίες. Υπό αυτή την έννοια, η κανονιστική ισχύς λειτουργεί ως μηχανισμός σταθεροποίησης, ακόμη και όταν δεν είναι ορατή.
Τέλος, η αποσύνδεση της κανονιστικής ισχύος από το soft power έχει κρίσιμες επιπτώσεις για την ανάλυση στρατηγικής συμπεριφοράς. Ενώ το soft power μπορεί να αυξομειώνεται ανάλογα με την εικόνα, την πολιτισμική απήχηση ή τη συγκυρία, η κανονιστική ισχύς έχει μεγαλύτερη διάρκεια και ανθεκτικότητα, ακριβώς επειδή ενσωματώνεται σε θεσμούς, πρακτικές και προσδοκίες. Η απώλειά της δεν είναι στιγμιαία αλλά σωρευτική, και η ανάκτησή της απαιτεί μακροχρόνια επένδυση σε αξιοπιστία, συνέπεια και κανονιστική συνοχή.
Συνεπώς, η κανονιστική ισχύς δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ήπια μορφή επιρροής, αλλά ως θεμελιώδης συνιστώσα της διεθνούς ισχύος. Η κατανόησή της επιτρέπει μια βαθύτερη ερμηνεία της σύγχρονης διεθνούς τάξης και προσφέρει ένα αναλυτικό εργαλείο ικανό να εξηγήσει φαινόμενα που διαφεύγουν τόσο της ρεαλιστικής όσο και της φιλελεύθερης θεωρίας. Πρόκειται για ισχύ που δεν φαίνεται, αλλά καθορίζει· που δεν επιβάλλεται, αλλά πλαισιώνει· και που, ακριβώς γι’ αυτό, είναι από τις πιο ανθεκτικές μορφές ισχύος στο διεθνές σύστημα.
Πρόσφατα σχόλια