Σε αντίθεση με τη συμβατική κανονιστική αφήγηση, η οποία αντιλαμβάνεται την παραβίαση του διεθνούς δικαίου ως παθολογία ή προσωρινή εκτροπή από μια κατά βάση σταθερή τάξη κανόνων, η πραγματικότητα δείχνει ότι η παρέκκλιση έχει μετατραπεί σε δομικό χαρακτηριστικό της διεθνούς τάξης. Δεν πρόκειται πλέον για εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, αλλά για επαναλαμβανόμενες πρακτικές που αναδιαμορφώνουν τον ίδιο τον κανόνα.

Η έννοια της κανονικοποίησης προϋποθέτει επανάληψη, ανοχή και σταδιακή αποπολιτικοποίηση της παραβίασης. Μια μεμονωμένη παραβίαση μπορεί να προκαλέσει κρίση· η συστηματική παραβίαση, όταν γίνεται προβλέψιμη και διαχειρίσιμη, ενσωματώνεται στο λειτουργικό πλαίσιο του συστήματος. Το κρίσιμο σημείο δεν είναι η ύπαρξη παραβιάσεων, αλλά η μετατροπή τους σε αναμενόμενο στοιχείο διεθνούς συμπεριφοράς. Όταν η διεθνής κοινότητα παύει να ρωτά αν μια ενέργεια είναι νόμιμη και περιορίζεται στο αν είναι «ανεκτή», η κανονιστική τάξη έχει ήδη μετατοπιστεί.

Από δομική σκοπιά, η κανονικοποίηση της παρέκκλισης λειτουργεί ως μηχανισμός προσαρμογής του διεθνούς συστήματος στις ανισότητες ισχύος. Το διεθνές δίκαιο, ως κανονιστικό σύστημα, βασίζεται στην τυπική ισότητα των κρατών. Το διεθνές σύστημα, ως πεδίο ισχύος, λειτουργεί με ιεραρχίες. Η παρέκκλιση αποτελεί τον μηχανισμό μέσω του οποίου αυτές οι ιεραρχίες εισάγονται λειτουργικά σε ένα κατά τα άλλα ισονομικό πλαίσιο. Η ανοχή σε αποκλίσεις ισχυρών κρατών δεν συνιστά αποτυχία του συστήματος, αλλά προσαρμογή του σε πραγματικές σχέσεις ισχύος.

Η διαδικασία αυτή δεν είναι ουδέτερη. Η κανονικοποίηση της παρέκκλισης παράγει διαφορετικά καθεστώτα νομιμότητας για διαφορετικούς δρώντες. Ορισμένα κράτη αποκτούν de facto δικαίωμα απόκλισης, ενώ άλλα παραμένουν δεσμευμένα από αυστηρότερες προσδοκίες συμμόρφωσης. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός συστήματος πολλαπλών ταχυτήτων κανονιστικότητας, όπου η ίδια πράξη μπορεί να έχει ριζικά διαφορετικές συνέπειες, ανάλογα με τον φορέα της.

Σε αυτό το πλαίσιο, η παραβίαση παύει να λειτουργεί ως απειλή για την τάξη και μετατρέπεται σε εργαλείο διαχείρισής της. Η διεθνής κοινότητα δεν επιδιώκει πλέον την εξάλειψη της παρέκκλισης, αλλά την οριοθέτησή της. Το ζητούμενο δεν είναι η συμμόρφωση, αλλά η αποφυγή ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Η κανονικοποίηση λειτουργεί ως μηχανισμός σταθεροποίησης: επιτρέπει στο σύστημα να απορροφά αποκλίσεις χωρίς να διαλύεται.

Η έννοια της «εξαίρεσης» αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία. Η εξαίρεση δεν είναι προσωρινή αναστολή του κανόνα, αλλά μόνιμο χαρακτηριστικό της λειτουργίας του. Η διαρκής επίκληση ειδικών περιστάσεων, κρίσεων ή απειλών παράγει ένα καθεστώς συνεχούς εξαίρεσης, στο οποίο η κανονιστικότητα εφαρμόζεται επιλεκτικά. Η εξαίρεση παύει να είναι εξαιρετική και μετατρέπεται σε κανονική μέθοδο διακυβέρνησης του διεθνούς χώρου.

Η κανονικοποίηση της παρέκκλισης επηρεάζει βαθιά και την έννοια της διεθνούς ευθύνης. Όταν οι παραβιάσεις αντιμετωπίζονται ως αναμενόμενες, η απόδοση ευθύνης αποδυναμώνεται. Η ευθύνη μετατοπίζεται από το ερώτημα της παρανομίας στο ερώτημα της διαχείρισης συνεπειών. Οι διεθνείς αντιδράσεις εστιάζουν όχι στο αν μια πράξη παραβιάζει κανόνες, αλλά στο αν διαταράσσει τη λειτουργική ισορροπία του συστήματος.

Η εξέλιξη αυτή έχει σοβαρές επιπτώσεις και για τη θεωρία της αποτροπής. Η αποτροπή δεν βασίζεται πλέον στην απειλή κυρώσεων για παραβίαση κανόνων, αλλά στην απειλή απώλειας ανεκτότητας. Ένα κράτος αποτρέπεται όχι επειδή θα τιμωρηθεί για την παραβίαση, αλλά επειδή κινδυνεύει να υπερβεί τα όρια της κανονικοποιημένης απόκλισης. Η γραμμή δεν χαράσσεται νομικά, αλλά πολιτικά και δομικά.

Σε επίπεδο διεθνούς τάξης, η κανονικοποίηση της παρέκκλισης παράγει μια μορφή σταθερότητας χαμηλής κανονιστικής έντασης. Το σύστημα παραμένει λειτουργικό, αλλά απογυμνωμένο από ισχυρό κανονιστικό πυρήνα. Οι κανόνες επιβιώνουν περισσότερο ως γλώσσα νομιμοποίησης παρά ως δεσμευτικό πλαίσιο συμπεριφοράς. Η συμμόρφωση μετατρέπεται σε στρατηγική επιλογή και όχι σε υποχρέωση.

Η δυναμική αυτή δεν οδηγεί αναγκαστικά σε χάος. Αντιθέτως, παράγει μια ιδιότυπη τάξη βασισμένη στην προβλεψιμότητα της απόκλισης. Η διεθνής σταθερότητα δεν εδράζεται στην τήρηση των κανόνων, αλλά στη διαχείριση των παραβιάσεων. Όσο οι αποκλίσεις παραμένουν εντός αποδεκτών ορίων, το σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί, έστω και με μειωμένη κανονιστική συνοχή.

Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η κανονικοποίηση της παρέκκλισης δεν αποτελεί προσωρινή ανωμαλία, αλλά διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης διεθνούς τάξης. Η κατανόησή της απαιτεί την εγκατάλειψη της ιδέας ότι το διεθνές δίκαιο λειτουργεί πρωτίστως ως σύστημα συμμόρφωσης. Αντίθετα, λειτουργεί ως σύστημα οριοθέτησης αποκλίσεων, όπου η παραβίαση δεν αναιρεί τον κανόνα, αλλά τον επαναπροσδιορίζει.

Σε τελική ανάλυση, η διεθνής τάξη δεν καταρρέει όταν οι κανόνες παραβιάζονται, αλλά όταν παύουν να παράγουν προσδοκίες. Η κανονικοποίηση της παρέκκλισης αποτελεί τον μηχανισμό μέσω του οποίου το σύστημα διατηρεί τη λειτουργικότητά του, ακόμη και όταν η κανονιστική του βάση έχει ουσιαστικά διαβρωθεί.