Η θέση της Κίνας στην πολιτική σκέψη του Ντόναλντ Τραμπ δύσκολα αποδίδεται με μία και μοναδική κατηγορία. Η εικόνα ενός αμιγώς γεωπολιτικού αντιπάλου δεν επαρκεί, επειδή η τραμπική προσέγγιση εξακολουθεί να θεωρεί δυνατή και επιθυμητή τη διαπραγμάτευση με το Πεκίνο· αντίστοιχα, η εικόνα ενός απλού εμπορικού ανταγωνιστή υποτιμά την έκταση με την οποία η τεχνολογία, οι κρίσιμες υποδομές, οι επενδύσεις, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και η βιομηχανική ικανότητα έχουν ενταχθεί στον αμερικανικό ορισμό της εθνικής ασφάλειας. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της σκέψης του Τραμπ βρίσκεται ακριβώς στη συνύπαρξη αυτών των δύο διαστάσεων. Η Κίνα αντιμετωπίζεται ως ο σημαντικότερος οικονομικός ανταγωνιστής των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά ταυτόχρονα ως μεγάλη δύναμη με την οποία είναι δυνατές συμφωνίες όταν αυτές παράγουν, κατά την αμερικανική κυβέρνηση, μετρήσιμα και αμοιβαία οφέλη. Η σχέση δεν νοείται συνεπώς ως πορεία προς μια τελική συμφιλίωση, αλλά ούτε κατ’ ανάγκην ως διαδικασία ολοκληρωτικής αποσύνδεσης. Πρόκειται περισσότερο για μια διαρκή διαπραγμάτευση των όρων υπό τους οποίους δύο ανταγωνιστικές δυνάμεις μπορούν να εξακολουθούν να συναλλάσσονται.
Η αφετηρία αυτής της προσέγγισης βρίσκεται στην ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει ο Τραμπ στην οικονομική ισχύ ως υπόβαθρο της κρατικής ισχύος. Ήδη κατά την πρώτη προεδρική θητεία, η πολιτική του απομακρύνθηκε από την προηγούμενη αμερικανική υπόθεση ότι η βαθύτερη οικονομική ενσωμάτωση της Κίνας θα δημιουργούσε σταδιακά ισχυρότερες τάσεις οικονομικής και ενδεχομένως πολιτικής σύγκλισης με τη φιλελεύθερη διεθνή τάξη. Η στρατηγική του 2020 για τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας χαρακτήριζε πλέον τη σχέση ως ανταγωνιστική και υποστήριζε ότι η προηγούμενη πολιτική engagement δεν είχε οδηγήσει στις προσδοκώμενες αλλαγές στην κινεζική συμπεριφορά. Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια στρατηγική διευκρίνιζε ότι ο ανταγωνισμός δεν συνεπαγόταν αναγκαστικά σύγκρουση ή πλήρη διακοπή των σχέσεων.
Αυτή η φαινομενική αντίφαση εξηγείται καλύτερα εάν η τραμπική πολιτική εξεταστεί μέσα από την έννοια της συναλλακτικής αμοιβαιότητας. Η οικονομική σχέση με την Κίνα δεν αξιολογείται πρωτίστως ως μέρος ενός πολυμερούς συστήματος κανόνων, αλλά μέσα από το κατά πόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν ότι αποκομίζουν επαρκή οφέλη από τη συγκεκριμένη διμερή σχέση. Εμπορικά ελλείμματα, πρόσβαση στην κινεζική αγορά, προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, μεταφορά τεχνολογίας, αγροτικές εξαγωγές και βιομηχανική παραγωγή συνδέονται έτσι σε μια ενιαία αφήγηση περί «αμοιβαιότητας». Η συμφωνία Phase One του 2020 ήταν χαρακτηριστική: μετά από μια περίοδο κλιμάκωσης των δασμών, η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο κατέληξαν σε δεσμεύσεις για πνευματική ιδιοκτησία, τεχνολογική μεταφορά, γεωργία, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και πρόσθετες κινεζικές αγορές αμερικανικών προϊόντων, χωρίς ωστόσο να αρθεί το μεγαλύτερο μέρος της δασμολογικής πίεσης που είχε προηγηθεί. Η λογική είναι ουσιώδης: η πίεση και η συμφωνία δεν αποτελούν αντίθετες στρατηγικές. Η πρώτη χρησιμοποιείται ως μηχανισμός παραγωγής των όρων της δεύτερης.
Στη δεύτερη θητεία του Τραμπ αυτή η αντίληψη έχει αποκτήσει ακόμη ευρύτερο πεδίο εφαρμογής. Το μνημόνιο για την «America First Trade Policy» του Ιανουαρίου 2025 συνέδεσε ρητά το εμπόριο, τις αλυσίδες εφοδιασμού και την εθνική ασφάλεια, ενώ η μεταγενέστερη επενδυτική πολιτική προέβλεψε αυστηρότερο έλεγχο κινεζικών επενδύσεων σε κρίσιμες τεχνολογίες και υποδομές καθώς και περιορισμούς σε αμερικανικά κεφάλαια που θα μπορούσαν να ενισχύσουν ευαίσθητους κινεζικούς τεχνολογικούς τομείς. Με αυτή την έννοια, η Κίνα δεν αντιμετωπίζεται πλέον απλώς ως χώρα με την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ένα μεγάλο εμπορικό έλλειμμα. Έχει ενσωματωθεί σε μια πολύ ευρύτερη αντίληψη για τη διασύνδεση οικονομίας, τεχνολογίας, παραγωγής και στρατιωτικής ασφάλειας.
Ωστόσο, η ίδια δεύτερη θητεία επιβεβαιώνει ότι ο Τραμπ δεν αντιλαμβάνεται τον στρατηγικό ανταγωνισμό ως απαγόρευση συμφωνίας με το Πεκίνο. Κατά το 2025 και το 2026, η περίοδος πολύ υψηλών αμοιβαίων δασμών ακολουθήθηκε από αποκλιμακώσεις, διαπραγματεύσεις και νέους μηχανισμούς διαχείρισης του εμπορίου. Η USTR ανακοίνωσε το 2026 τη δημιουργία ενός U.S.–China Board of Trade για τη διαχείριση του εμπορίου μη ευαίσθητων προϊόντων, ενώ η αμερικανική εμπορική ατζέντα για το 2026 αναγνώριζε ρητά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες προσδοκούν τη συνέχιση του εμπορίου με την Κίνα, υπό όρους «ισορροπίας και αμοιβαιότητας». Η εξέλιξη αυτή αποκαλύπτει ότι το ζητούμενο δεν είναι κατ’ ανάγκην η γενικευμένη οικονομική αποσύνδεση, αλλά η πολιτική διάκριση ανάμεσα σε τομείς στους οποίους η αλληλεξάρτηση θεωρείται αποδεκτή και σε τομείς στους οποίους αντιμετωπίζεται ως στρατηγική ευπάθεια.
Η διάκριση αυτή επιτρέπει επίσης να κατανοηθεί καλύτερα η προσωπική στάση του Τραμπ απέναντι στον Σι Τζινπίνγκ. Η θετική δημόσια γλώσσα για τον Κινέζο πρόεδρο δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη των πολιτικών ανταγωνισμού. Αντίθετα, αποτελεί μέρος μιας αντίληψης κατά την οποία ακόμη και βαθιές διακρατικές συγκρούσεις συμφερόντων μπορούν να υποβάλλονται σε διαχείριση μέσω άμεσης διαπραγμάτευσης των ηγετών. Η επίσκεψη του Τραμπ στην Κίνα τον Μάιο του 2026 και η επίσκεψη του Σι στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους συνοδεύθηκαν από τη διατύπωση μιας «εποικοδομητικής σχέσης στρατηγικής σταθερότητας» και από νέες οικονομικές συνεννοήσεις, χωρίς όμως να έχουν εξαλειφθεί οι διαφορές σε τεχνολογία, στρατηγικές επενδύσεις, κρίσιμες πρώτες ύλες και περιφερειακή ασφάλεια.
Η πολιτική σκέψη του Τραμπ για την Κίνα μπορεί επομένως να περιγραφεί περισσότερο ως ιεραρχημένη συναλλακτική ανταγωνιστικότητα παρά ως συνεκτικό δόγμα περιορισμού. Υπάρχουν τομείς στους οποίους η κινεζική άνοδος αντιμετωπίζεται ως άμεση πρόκληση για την αμερικανική παραγωγική, τεχνολογική ή στρατηγική ισχύ και άλλοι στους οποίους η σχέση παραμένει ανοικτή στη διαπραγμάτευση. Η επιδίωξη δεν είναι απαραίτητα η μεταβολή του κινεζικού πολιτικού συστήματος ούτε η καθολική αποσύνδεση των δύο οικονομιών. Είναι η αλλαγή των όρων της αλληλεξάρτησης με τρόπο που η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ευνοϊκότερο για την οικονομική και στρατηγική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αυτό εξηγεί γιατί οι χαρακτηρισμοί «εμπορικός αντίπαλος», «στρατηγικός ανταγωνιστής» και «διαπραγματευτικός εταίρος» δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενοι. Περιγράφουν διαφορετικές λειτουργίες της ίδιας σχέσης. Η Κίνα είναι οικονομικός ανταγωνιστής στον βαθμό που η αμερικανική πολιτική αντιλαμβάνεται τη βιομηχανική της άνοδο ως πρόκληση για την παραγωγική βάση των ΗΠΑ, στρατηγικός ανταγωνιστής όταν η τεχνολογική και οικονομική ισχύς συνδέεται με τη στρατιωτική και γεωπολιτική ισορροπία, και διαπραγματευτικός εταίρος όταν συγκεκριμένες συμφωνίες μπορούν να μετατρέψουν την αλληλεξάρτηση από ανεξέλεγκτη ευπάθεια σε περισσότερο πολιτικά διαχειρίσιμη σχέση.
Πρόσφατα σχόλια