Η αντιπαράθεση των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν, ενισχυμένη από τον ενεργό ρόλο του Ισραήλ, δεν αποτελεί υπόδειγμα της αποδόμησης της μονοπολικής παγκόσμιας τάξης και της μετάβασης προς έναν πολυπολικό κόσμο. Το Ιράν, που επηρεάζει μέσω proxies και εξοπλισμών, ηγείται μια περιφερειακή, σχεδόν αναδυόμενη, αντί-ηγεμονική δομή. Οι ΗΠΑ, ευρισκόμενες σε εσωτερικό θεσμικό και πολιτικό διχασμό, καλούνται να εφαρμόσουν στρατηγική διαχείρισης ισχύος και όχι απλώς επιβολής. Το Ισραήλ, έχοντας σταθερά εξελιχθεί σε σημαντικό σύμμαχο, λειτουργεί ως καταλύτης που επιταχύνει την πολιτική και στρατιωτική κλιμάκωση αλλά και ωφελημένος, αναζητώντας διαρκώς στρατηγικά δυτικά ανταλλάγματα.
1979, η Ισλαμική Επανάσταση ανέτρεψε το φιλοδυτικό καθεστώς του Σάχη.Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, το Ιράν εδραίωσε την περιφερειακή του ισχύ μέσω proxies στη Συρία, τον Λίβανο και την Υεμένη, ενώ ανέπτυξε πυρηνικές και πυραυλικές υποδομές που δημιούργησαν ένταση με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Η ίδια η ένταση κορυφώθηκε όταν ο Τραμπ ανασύρθηκε από τη συμφωνία JCPOA το 2018 και επέβαλε σκληρές κυρώσεις, καθιστώντας την επιλογή στρατιωτικής δράσης πιο πιθανή από ποτέ.
Η εποχή μετά τον Ψυχρό Πόλεμο χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία της αμερικανικής υπεροχής — όμως σε αντίθεση με το παρελθόν, οι ΗΠΑ πλέον αντιμετωπίζουν τη μεγάλη ανταγωνιστική άνοδο της Κίνας, την επαναδραστηριοποίηση της Ρωσίας και την ενίσχυση περιφερειακών δυνάμεων όπως είναι το Ιράν και η Τουρκία. Αυτό σηματοδοτεί το τέλος της μονοπολικής ηγεμονίας και την είσοδο σε έναν πολύπλοκο, πολυπολικό κόσμο, όπου η εξουσία κατανέμεται και αντιστοιχεί σε πολλούς πόλους.
Σε αυτό το διεθνές μοτίβο, εφαρμοσμένη πολιτική γίνεται σύνθεση μεταξύ ασκούμενης στρατιωτικής ισχύος, διπλωματίας και θεσμικών ορίων. Η «θεωρία του τρελού» (madman theory) και η στρατηγική ασάφεια του Τραμπ αποτελούν ένα επικοινωνιακό εργαλείο με δυνητικά αποτρεπτικό αλλά και ευάλωτο χαρακτήρα. Η υπερβολική αμφισημία, όταν δεν συνοδεύεται από ξεκάθαρη πολιτική, συχνά μετατρέπεται σε σήμα αμφιβολίας. Παράλληλα, η παράκαμψη του War Powers Resolution μέσω διαταγμάτων ή επικοινωνιακής υπερφόρτισης δημιουργεί ένα πεδίο θεσμικού ανταγωνισμού μεταξύ προεδρίας και Κογκρέσου, καθιστώντας την εξωτερική πολιτική ενίοτε απόλυτα προσωποπαγή.
Το Ιράν, από την πλευρά του, έχει δημιουργήσει έναν περιφερειακό άξονα επιρροής που ξεπερνά τα σύνορα μιας απλής απειλής. Η στρατηγική του ήταν να θέσει την υπεροπλία των ΗΠΑ και το Ισραήλ εν αμφιβόλω, μέσω απειλών, συμβολικών επιθέσεων, και διαπραγματευτικής δυναμικής.
Οι ΗΠΑ, αντί να χρησιμοποιούν την υπεροχή τους ως μονοπώλιο ισχύος, τώρα πρέπει να διεκδικήσουν την ευελιξία: να διαπραγματευτούν συμμαχίες, να διατηρήσουν συμμαχική συνοχή, και να επικυρώσουν τη στρατηγική τους μέσα από το θεσμικό και λαϊκό τους υπόβαθρο. Το Ιράν και το Ισραήλ έχουν ήδη σχηματίσει τη δική τους εικόνα περιφερειακής κυριαρχίας, δίχως να βασίζονται αποκλειστικά στην παραδοσιακή διεθνή αρχιτεκτονική.
Η κρίση ΗΠΑ–Ιράν–Ισραήλ λειτουργείως πλαίσιο όπου δοκιμάζονται νέες μορφές ισχύος και νομιμότητας. Το δίλημμα που τίθεται δεν είναι μόνο «πόλεμος ή ειρήνη»: είναι το ερώτημα ποιος θέτει τους όρους διεθνώς, υπό ποια διαδικασία και με ποιες επιπτώσεις για την παγκόσμια τάξη. Η μετάβαση από μονοπολικότητα σε πολυπολικότητα είναι μια αλλαγή στον τρόπο λήψης αποφάσεων, στην αναγνώριση δικαιωμάτων επιρροής και στην κατανόηση της εξουσίας ως δίκτυου συμμαχιών.
Σε αυτό το νέο πλαίσιο, οι ΗΠΑ πρέπει να προσαρμόσουν όχι απλά την πολιτική τους, αλλά και το αφήγημά τους και τον εσωτερικό τους διάλογο. Το Ιράν και το Ισραήλ, από την άλλη, ασκούν την ισχύ τους σε ένα περιβάλλον που δεν τους υπόκειται πια απόλυτα – αλλά απαιτεί αμοιβαίο σεβασμό και ασφαλιστικά διπλωματικά εργαλείων.
Πρόσφατα σχόλια