Η κρίση των Ιμίων αποτέλεσε κατεξοχήν μια πολιτική κρίση, υπό την έννοια ότι ανέδειξε με ιδιαίτερη ένταση τα όρια της πολιτικής ηγεσίας, της κυβερνητικής συνοχής και της ικανότητας στρατηγικής λήψης αποφάσεων σε ένα εξαιρετικά ρευστό και αβέβαιο περιβάλλον. Παρότι συχνά αναλύεται ως διπλωματικό ή στρατιωτικό επεισόδιο, η ουσία της κρίσης εδράζεται στο πεδίο της πολιτικής εξουσίας, εκεί όπου συγκλίνουν οι θεσμικές αρμοδιότητες, οι προσωπικές αντιλήψεις, οι εσωκομματικοί συσχετισμοί και οι διεθνείς πιέσεις. Η πολιτική διάσταση δεν υπήρξε απλώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, αλλά ο βασικός μηχανισμός που διαμόρφωσε τη μορφή, την ένταση και τελικά την έκβασή τους.

Κομβικό στοιχείο της πολιτικής ανάλυσης αποτελεί το γεγονός ότι η κυβέρνηση Σημίτη βρισκόταν σε κατάσταση πολιτικής μετάβασης και εσωτερικής αβεβαιότητας. Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Κώστα Σημίτη μετά την παραίτηση του Ανδρέα Παπανδρέου δεν σήμαινε αυτομάτως και την εδραίωση μιας ισχυρής πολιτικής ηγεσίας με αδιαμφισβήτητη εσωκομματική κυριαρχία. Αντιθέτως, η νέα κυβέρνηση λειτουργούσε υπό τη σκιά εσωτερικών ισορροπιών στο ΠΑΣΟΚ, ιστορικών αντιπαραθέσεων, αλλά και μιας σιωπηρής σύγκρισης με το χαρισματικό και συγκρουσιακό πολιτικό ύφος του προκατόχου της. Σε αυτό το πλαίσιο, η κρίση των Ιμίων λειτούργησε ως πρόωρη και βίαιη δοκιμασία πολιτικής ηγεμονίας.

Η πολιτική εξουσία, όπως αναδεικνύεται από τη θεωρία της λήψης αποφάσεων σε κρίσεις, δεν εξαντλείται στη θεσμική κατοχή της εξουσίας, αλλά προϋποθέτει ικανότητα επιβολής κατεύθυνσης, παραγωγής συνεκτικού αφηγήματος και διαχείρισης της αβεβαιότητας. Στην περίπτωση των Ιμίων, η πολιτική ηγεσία βρέθηκε αντιμέτωπη με πολλαπλά και αντικρουόμενα κριτήρια: την αποφυγή στρατιωτικής κλιμάκωσης, τη διατήρηση της διεθνούς εικόνας της χώρας, τη διαχείριση των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών και την ανάγκη αποτροπής της τουρκικής αμφισβήτησης. Η αδυναμία ιεράρχησης αυτών των στόχων και η έλλειψη σαφούς στρατηγικής προτεραιότητας οδήγησαν σε μια πολιτική πρακτική συνεχών προσαρμογών, η οποία εκ των υστέρων εμφανίζεται ως έλλειμμα στρατηγικής βούλησης.

Η πολιτική διαχείριση της κρίσης επηρεάστηκε καθοριστικά από τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιλαμβανόταν τον ρόλο της Ελλάδας στο διεθνές σύστημα της εποχής. Η μεταψυχροπολεμική συγκυρία, η ενίσχυση του ρόλου των Ηνωμένων Πολιτειών ως ρυθμιστικού παράγοντα και η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας διαμόρφωναν ένα πλαίσιο στο οποίο η πολιτική ηγεσία επεδίωκε την εικόνα του «υπεύθυνου» και «ορθολογικού» δρώντα. Η επιλογή αυτή, αν και πολιτικά κατανοητή, περιόρισε το εύρος των διαθέσιμων πολιτικών επιλογών και ενίσχυσε μια λογική αποφυγής ρίσκου, ακόμη και όταν αυτό συνεπαγόταν πολιτικό κόστος στο εσωτερικό.

Ταυτόχρονα, η κρίση ανέδειξε τη δυσκολία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να λειτουργήσει συλλογικά σε συνθήκες υψηλής πίεσης. Η απουσία ουσιαστικής διακομματικής συνεννόησης, η περιορισμένη εμπλοκή της αντιπολίτευσης σε ένα πλαίσιο εθνικής στρατηγικής και η κυριαρχία της μικροπολιτικής αντιπαράθεσης υπονόμευσαν τη δυνατότητα συγκρότησης ενός ενιαίου πολιτικού μετώπου. Η εξωτερική κρίση αντιμετωπίστηκε ως πεδίο εσωτερικής πολιτικής φθοράς και όχι ως ευκαιρία θεσμικής και πολιτικής συσπείρωσης, γεγονός που ενίσχυσε την εικόνα πολιτικής αδυναμίας.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο ρόλος των προσώπων και των πολιτικών κουλτουρών στη διαμόρφωση των αποφάσεων. Η σχέση του Κώστα Σημίτη με στελέχη του κρατικού και στρατιωτικού μηχανισμού χαρακτηριζόταν από αμοιβαία καχυποψία, η οποία δεν ήταν απλώς προσωπική, αλλά βαθύτατα πολιτική. Αντανακλούσε διαφορετικές αντιλήψεις περί εξουσίας, ρόλου του κράτους και σχέσης πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος. Σε συνθήκες κρίσης, αυτές οι διαφορές δεν λειτουργούν ως δημιουργική ένταση, αλλά ως παράγοντας επιβράδυνσης και αποσυντονισμού, υπονομεύοντας την πολιτική συνοχή της κυβερνητικής δράσης.

Η πολιτική διάσταση της κρίσης των Ιμίων αποτυπώνεται επίσης στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση διαχειρίστηκε το ζήτημα της ευθύνης και της αφήγησης μετά το πέρας των γεγονότων. Η απουσία σαφούς πολιτικού απολογισμού, η μετατόπιση της ευθύνης σε απρόσωπους παράγοντες και η αποφυγή μιας ουσιαστικής δημόσιας συζήτησης για τα πολιτικά διδάγματα της κρίσης συνιστούν ενδείξεις ενός πολιτικού συστήματος που δυσκολεύεται να ενσωματώσει την αποτυχία ως στοιχείο μάθησης. Η πολιτική ευθύνη δεν αναλήφθηκε συλλογικά, αλλά διαχύθηκε, γεγονός που εμπέδωσε μια κουλτούρα αποφυγής πολιτικού κόστους.

 Οι κρίσεις δεν αποκαλύπτουν μόνο τις δυνατότητες ενός πολιτικού συστήματος, αλλά κυρίως τις αδυναμίες του. Η πολιτική εξουσία στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1990 εμφανίζεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε αντικρουόμενες λογικές: την ανάγκη εκσυγχρονισμού και θεσμικού εξορθολογισμού αφενός, και την επιβίωση παραδοσιακών μορφών πολιτικής διαχείρισης αφετέρου. Η κρίση λειτούργησε ως καταλύτης που έφερε αυτές τις αντιφάσεις στην επιφάνεια.

Τελικά, η πολιτική συνιστώσα της κρίσης των Ιμίων δεν μπορεί να αναχθεί σε λάθη ή παραλείψεις συγκεκριμένων προσώπων, αλλά πρέπει να κατανοηθεί ως αποτέλεσμα της συνισταμένης πολιτικής αστάθειας, ελλιπούς στρατηγικής κουλτούρας και περιορισμένης ικανότητας συλλογικής πολιτικής δράσης. Η κυβέρνηση Σημίτη κλήθηκε να διαχειριστεί μια εξαιρετικά σύνθετη κρίση σε ένα δυσμενές πολιτικό περιβάλλον, χωρίς τα απαραίτητα πολιτικά και θεσμικά ερείσματα. Υπό αυτή την έννοια, τα Ίμια αποτελούν όχι μόνο ένα επεισόδιο εξωτερικής πολιτικής, αλλά μια βαθιά πολιτική τομή που αποκαλύπτει τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής διακυβέρνησης σε συνθήκες κρίσης.