.Το γεγονός ότι οι συνομιλίες Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν οργανώνονται στο Ισλαμαμπάντ, υπό πακιστανική διευκόλυνση και σε περιβάλλον εξαιρετικά χαμηλής αμοιβαίας εμπιστοσύνης, δείχνει ότι στις σύγχρονες κρίσεις η ισχύς δεν ανήκει μόνο σε όσους διαθέτουν τα μέσα της βίας ή της οικονομικής πίεσης. Ανήκει επίσης, σε ορισμένες συγκυρίες, σε εκείνους που μπορούν να καταστούν αναγκαίοι ως ενδιάμεσοι. Η πακιστανική διαμεσολάβηση, η προετοιμασία υψηλού επιπέδου επαφών και η χαμηλή αλλά υπαρκτή προσδοκία ότι το βασικό κέρδος της συνάντησης ίσως είναι απλώς να παραταθεί ο διάλογος, συνιστούν σαφή τεκμήρια αυτής της μεταβολής. Το momentum της στιγμής δεν αφορά μόνο τις δύο κύριες πλευρές. Αφορά και την αναβάθμιση του ίδιου του ενδιάμεσου χώρου που επιτρέπει να υπάρξει η επαφή.

Η θεωρία των διεθνών σχέσεων αντιμετώπισε επί μακρόν τα μεσαία κράτη είτε ως παθητικούς δέκτες της βούλησης των μεγάλων δυνάμεων είτε ως περιορισμένους περιφερειακούς παίκτες, των οποίων η σημασία εξαρτάται από την ένταξή τους σε ισχυρότερα σχήματα ασφάλειας. Η σημερινή εμπειρία δείχνει, όμως, ότι υπάρχει και τρίτη δυνατότητα: τα μεσαία κράτη μπορούν να αποκτούν ισχύ όχι επειδή επιβάλλουν, αλλά επειδή καθίστανται αναντικατάστατα ως πεδία μετάβασης από τη σύγκρουση στη συνομιλία. Πρόκειται για μια μορφή ισχύος που δεν είναι κλασικά καταναγκαστική αλλά χωρικο-διαδικαστική. Ο ενδιάμεσος δρών δεν καθορίζει μόνος του το αποτέλεσμα. Καθορίζει, όμως, συχνά τη δυνατότητα να υπάρξει αποτέλεσμα. Παρέχει χώρο, ατζέντα, μορφή, προστασία προσώπων, γλώσσα διαμεσολάβησης, πολιτική απόσταση από το άμεσο πεδίο αντιπαράθεσης και, κυρίως, ένα ερμηνευτικό πλαίσιο που επιτρέπει στις κύριες πλευρές να προσέλθουν χωρίς να εμφανίζονται ότι υποχωρούν απευθείας η μία απέναντι στην άλλη.

Η μεσολάβηση, συνεπώς, δεν πρέπει να ιδωθεί ως ουδέτερη υπηρεσία αλλά ως μορφή δομικής διαμόρφωσης της κρίσης. Ο μεσολαβητής επηρεάζει όχι μόνο την επικοινωνία αλλά και τη μορφολογία του διαπραγματευτικού πεδίου. Επιλέγοντας τον τόπο, τη διαδικασία, τη σειρά των συναντήσεων, τον βαθμό δημοσιότητας, την ερμηνευτική πλαισίωση και την ταχύτητα των επαφών, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τις πιθανότητες συνέχειας ή κατάρρευσης. Στην παρούσα συγκυρία, το Πακιστάν αποκτά ακριβώς αυτή τη σημασία: δεν είναι φορέας λύσης, αλλά φορέας δυνατοποίησης. Η ισχύς του δεν είναι ισχύς επιβολής· είναι ισχύς διαμεσολαβημένης αναγκαιότητας. Και αυτός είναι ένας τύπος ισχύος που η κλασική γεωπολιτική συχνά δυσκολεύεται να συλλάβει.

Ακόμη βαθύτερα, η ανάδυση αυτής της μορφής ισχύος φανερώνει μεταβολή της ίδιας της διεθνούς τάξης. Όταν οι μεγάλες δυνάμεις δεν μπορούν να επικοινωνούν άμεσα χωρίς υπερβολικό πολιτικό κόστος, όταν οι τυπικοί θεσμοί δεν διαθέτουν επαρκή επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και όταν η χρονική πίεση απαιτεί ευελιξία, τότε δημιουργείται χώρος για μια νέα λειτουργία των μεσαίων κρατών. Αυτά δεν αντικαθιστούν τις μεγάλες δυνάμεις ούτε τις διεθνείς οργανώσεις. Γίνονται, όμως, αναγκαίοι μετατροπείς μεταξύ ασύμβατων πολιτικών γλωσσών. Μεταφράζουν την άμεση αντιπαράθεση σε έμμεση διαπραγμάτευση. Μετατρέπουν το αδιέξοδο της ευθείας επαφής σε δυνατότητα ελεγχόμενου διαλόγου. Από αυτή την άποψη, η πακιστανική παρέμβαση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο διεθνούς πολιτικής, στο οποίο η αποτελεσματικότητα δεν προκύπτει πάντα από την ισχυρότερη βούληση, αλλά συχνά από την ικανότητα κατάληψης του ενδιάμεσου χώρου.

Το Ισλαμαμπάντ, ως τόπος, αποκτά έτσι ειδική θεωρητική σημασία. Δεν είναι απλώς γεωγραφική τοποθεσία ουδέτερης συνάντησης. Είναι πολιτικά παραγόμενο πεδίο αποφόρτισης. Η επιλογή του τόπου λειτουργεί ως μέρος της διπλωματίας, διότι μεταβάλλει την ερμηνεία της ίδιας της προσέλευσης. Η προσέλευση στην πρωτεύουσα ενός τρίτου κράτους επιτρέπει στις αντιπροσωπείες να διατηρήσουν ένα επίπεδο συμβολικής αυτονομίας. Δεν εμφανίζονται να ανταποκρίνονται απευθείας σε πρόσκληση του αντιπάλου, αλλά να συμμετέχουν σε διεθνώς διευκολυνόμενη διαδικασία. Το στοιχείο αυτό έχει κρίσιμη σημασία σε συγκρούσεις όπου η δημόσια εικόνα του ποιος κάλεσε ποιον και υπό ποιους όρους μπορεί να έχει δυσανάλογες εσωτερικές επιπτώσεις. Συνεπώς, ο χώρος δεν είναι ουδέτερο φόντο· είναι ενεργός παράγοντας της διαπραγμάτευσης.

Η θεωρία της «ενδιάμεσης ισχύος» επιτρέπει να αναλυθεί ακριβώς αυτό το φαινόμενο. Πρόκειται για ισχύ που δεν στηρίζεται πρωτίστως στην ιδιοκτησία υπέρτερων πόρων, αλλά στην ικανότητα ενός δρώντος να καταστεί κόμβος χωρίς τον οποίο οι βασικοί ανταγωνιστές δυσκολεύονται να μεταβούν από το ένα στάδιο της κρίσης στο άλλο. Η ενδιάμεση ισχύς είναι σχεσιακή και ευκαιριακή. Αναδύεται σε συγκεκριμένες συγκυρίες, όταν η άμεση σχέση των κύριων δρώντων είναι υπερβολικά τοξική ή ασταθής για να λειτουργήσει. Δεν είναι κατ’ ανάγκην διαρκής. Αλλά όταν εμφανίζεται, μπορεί να παράγει πραγματικές συνέπειες δυσανάλογες του υλικού μεγέθους του μεσολαβητή. Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί, στη σημερινή συγκυρία, η πακιστανική πρωτοβουλία έχει σημασία που υπερβαίνει το παραδοσιακό μέτρο ισχύος του ίδιου του Πακιστάν.

Βεβαίως, η ενδιάμεση ισχύς έχει και όρια. Ο μεσολαβητής μπορεί να καταστήσει δυνατή τη διαδικασία, όχι να ακυρώσει τις δομικές αντιθέσεις που τη βαραίνουν. Μπορεί να επιβραδύνει την κατάρρευση, όχι πάντοτε να παραγάγει τελική συμφωνία. Μπορεί να μειώσει το πολιτικό κόστος της προσέλευσης, όχι να εξαλείψει το κόστος ενός ουσιαστικού συμβιβασμού. Αυτά τα όρια είναι εμφανή και τώρα. Οι προσδοκίες παραμένουν χαμηλές, τα χάσματα μεγάλα, και η πίεση στο Ορμούζ υπενθυμίζει ότι η κρίση δεν έχει ακόμη μετασχηματισθεί σε αξιόπιστη διαδικασία σταθεροποίησης. Όμως ακριβώς επειδή τα όρια είναι σαφή, η θεωρητική αξία της μεσολάβησης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Δείχνει ποιο είναι το ελάχιστο που μπορεί να επιτύχει μια ενδιάμεση δύναμη σε συνθήκες υψηλής αστάθειας: να αποτρέψει το μηδέν της επικοινωνίας.

Από ευρύτερη οπτική, η παρούσα συγκυρία αποδεικνύει ότι η σημερινή διεθνής τάξη δεν οργανώνεται μόνο από κάθετες ιεραρχίες ισχύος αλλά και από οριζόντιες λειτουργίες διασύνδεσης. Όσο αυξάνεται η δυσκολία άμεσης συνεννόησης μεταξύ ισχυρών αντιπάλων, τόσο μεγαλώνει η σημασία εκείνων που μπορούν να συνδέουν, να φιλοξενούν, να μεταφράζουν και να χρονίζουν τις κρίσιμες επαφές. Η διπλωματία των μεσαίων κρατών παύει έτσι να είναι απλώς συμπληρωματική. Καθίσταται, σε ορισμένες φάσεις, αρχιτεκτονικό στοιχείο της ίδιας της δυνατότητας διαχείρισης της κρίσης. Το Ισλαμαμπάντ είναι σήμερα ένα τέτοιο παράδειγμα.

 Στη σύγχρονη γεωπολιτική, η μεσολάβηση δεν είναι απλώς πράξη καλής θέλησης ή διαδικαστική βοήθεια, αλλά ειδική μορφή ισχύος που οργανώνει το πέρασμα από τη σύγκρουση στην επαφή. Η πακιστανική διαμεσολάβηση έχει σημασία όχι επειδή εγγυάται λύση, αλλά επειδή αποδεικνύει πως σε ένα ολοένα πιο αποθεσμοποιημένο και πολυκεντρικό διεθνές περιβάλλον, η ικανότητα να κρατάς ανοιχτό τον ενδιάμεσο χώρο μπορεί να είναι στρατηγικά ανεκτίμητη.