Η Τέταρτη Δημοκρατία, προϊόν του μεταπολεμικού πνεύματος ανασυγκρότησης, κουβαλούσε ταυτόχρονα την κληρονομιά της Τρίτης Δημοκρατίας και την αγωνία ενός κράτους που έπρεπε να επιβιώσει μέσα σε συνθήκες αποαποικιοποίησης, ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης και εσωτερικής κοινωνικής πίεσης. Η διάσπαση του κομματικού συστήματος, οι διαρκώς βραχύβιες κυβερνήσεις, η αδυναμία συγκρότησης μακροπρόθεσμης στρατηγικής και η αμφισβήτηση της ίδιας της κρατικής ισχύος στην Ινδοκίνα και στην Αλγερία ανέδειξαν την αδυναμία ενός αμιγώς κοινοβουλευτικού καθεστώτος να προσφέρει σταθερότητα και αποτελεσματική διακυβέρνηση. Η κρίση της Αλγερίας, σε συνδυασμό με την απώλεια κύρους του πολιτικού προσωπικού, λειτούργησε ως επιταχυντής ενός πολιτειακού αδιεξόδου που απαιτούσε ριζική συνταγματική τομή.

Η Πέμπτη Δημοκρατία του 1958, με την αποφασιστική συμβολή του Σαρλ ντε Γκωλ, δεν υπήρξε απλώς μια τυπική αναθεώρηση· υπήρξε ουσιαστική επανίδρυση του πολιτικού συστήματος. Το νέο σύνταγμα συγκέντρωσε την εκτελεστική ισχύ στον θεσμό του Προέδρου, ο οποίος αναγορεύτηκε σε ρυθμιστή της καλής λειτουργίας των θεσμών και εγγυητή της εθνικής ενότητας. Το άρθρο 5 αποτύπωσε τη θέση του ως θεματοφύλακα της δημοκρατικής συνέχειας, ενώ οι εξουσίες διορισμού (άρθρο 8), διάλυσης της Βουλής (άρθρο 12), προκήρυξης δημοψηφίσματος (άρθρο 11) και κυρίως οι έκτακτες εξουσίες του άρθρου 16 διαμόρφωσαν ένα θεσμικό πλαίσιο μοναδικό στην Ευρώπη. Η απόφαση του 1962 για άμεση εκλογή του Προέδρου από τον λαό ενίσχυσε αποφασιστικά την προσωπική του νομιμοποίηση και κατέστησε το γαλλικό σύστημα ένα ιδιότυπο ημιπροεδρικό καθεστώς, στο οποίο η πολιτική ζωή περιστρέφεται γύρω από την προσωπικότητα του αρχηγού του κράτους. Εξασφαλίζοντας σταθερότητα και ισχυρή εκτελεστική εξουσία, η Πέμπτη Δημοκρατία υπερέβη τις παθογένειες της Τέταρτης, αλλά ταυτόχρονα εισήγαγε έναν δομικό κίνδυνο: την υπερβολική προσωποποίηση της πολιτικής εξουσίας και τη μετατροπή των εκλογών σε άμεση αναμέτρηση προσώπων παρά προγραμμάτων.

Η γαλλική συνταγματική παράδοση, εμβαπτισμένη στην πολιτική φιλοσοφία του Διαφωτισμού, φέρει εγγενείς αντιφάσεις. Ο Ρουσσώ επεσήμανε την αξία της γενικής βούλησης και της αδιαίρετης λαϊκής κυριαρχίας, ενώ ο Τοκβίλ ανέλυσε τον κίνδυνο της υπερσυγκέντρωσης εξουσιών και της αποξένωσης των πολιτών από την πολιτική διαδικασία. Η Πέμπτη Δημοκρατία επιχείρησε έναν ιστορικό συμβιβασμό ανάμεσα σε αυτές τις δύο αντιλήψεις: έδωσε στον Πρόεδρο άμεση νομιμοποίηση από τον λαό, αλλά χωρίς τα επαρκή θεσμικά αντίβαρα που θα περιόριζαν την υπερσυγκέντρωση. Η εμπειρία της «συγκατοίκησης», όταν Πρόεδρος και Πρωθυπουργός προέρχονται από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, κατέδειξε ότι το σύστημα μπορεί να λειτουργήσει, αλλά απογύμνωσε τις εντάσεις μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας. Η μεταρρύθμιση της θητείας του Προέδρου και η ευθυγράμμισή της με τις βουλευτικές εκλογές ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο την υπεροχή του αρχηγού του κράτους, καθιστώντας την προεδρική εκλογή το καθοριστικό πολιτικό γεγονός της χώρας και περιορίζοντας τον ρόλο του κοινοβουλίου.

Η ιστορική σημασία της Πέμπτης Δημοκρατίας καθίσταται πιο εμφανής όταν συγκριθεί με άλλες ευρωπαϊκές περιπτώσεις. Η Γερμανία της Βόννης υιοθέτησε ένα ομοσπονδιακό σύστημα με ισχυρά θεσμικά αντίβαρα, σταθερό κομματικό μηχανισμό και ένα συνταγματικό δικαστήριο με ρυθμιστικές αρμοδιότητες, αποφεύγοντας έτσι την προσωποκεντρική δυναμική. Η Ιταλία, με το αμιγώς κοινοβουλευτικό της σύστημα, υπήρξε αντιπαράδειγμα πολιτικής αστάθειας και έλλειψης μακροπρόθεσμης κυβερνησιμότητας. Η Γαλλία, επιλέγοντας μια μέση οδό, κατόρθωσε να αποφύγει την αστάθεια αλλά εισήγαγε την προεδρική υπερενίσχυση ως μόνιμη διάσταση του πολιτικού της συστήματος.

Η οικονομική ιστορία της Πέμπτης Δημοκρατίας φωτίζει περαιτέρω τη δυναμική της. Το «τριαντάχρονο θαύμα» της μεταπολεμικής ανάπτυξης δημιούργησε ευημερία και έδωσε στο νέο θεσμικό οικοδόμημα κοινωνική αποδοχή. Όμως η κρίση της δεκαετίας του 1970, η αποβιομηχάνιση, η ανεργία και η παγκοσμιοποίηση ανέδειξαν την ανεπάρκεια ενός συστήματος που στηριζόταν στην εμπιστοσύνη του κράτους προς τον εαυτό του ως κεντρικού ρυθμιστή της οικονομίας. Η συμμετοχή στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η δημιουργία της ενιαίας αγοράς και η ένταξη στην ευρωζώνη περιόρισαν την εθνική οικονομική αυτονομία, εντείνοντας την αποξένωση των πολιτών που εξακολουθούσαν να αντιλαμβάνονται το κράτος ως το βασικό εργαλείο κοινωνικής προστασίας. Το θεσμικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε για να εγγυάται σταθερότητα βρέθηκε έτσι αντιμέτωπο με κοινωνικές διεκδικήσεις που δεν μπορούσε να ενσωματώσει.

Η σημερινή κρίση της Γαλλίας είναι το άμεσο αποτέλεσμα αυτών των ιστορικών αντιφάσεων. Η Πέμπτη Δημοκρατία έδωσε λύση σε μια υπαρξιακή κρίση του κράτους, αλλά η μακροχρόνια λειτουργία της ανέδειξε την υπερβολική εξάρτηση του πολιτικού συστήματος από τον Πρόεδρο και την αδυναμία των κομμάτων και του κοινοβουλίου να αποτελέσουν ουσιαστικά πεδία αντιπροσώπευσης. Η ενίσχυση λαϊκιστικών κινημάτων, η αμφισβήτηση της πολιτικής ελίτ, η κοινωνική δυσαρέσκεια που εκφράστηκε μέσα από κινήματα όπως τα «κίτρινα γιλέκα» και οι συνεχείς συζητήσεις περί Έκτης Δημοκρατίας αποτελούν ενδείξεις μιας βαθύτερης θεσμικής και κοινωνικής δυσλειτουργίας. Το αίτημα για αναθεώρηση δεν είναι απλή ρητορική· συνδέεται με την ανάγκη να ξαναβρεθεί η ισορροπία ανάμεσα στη σταθερότητα και στη δημοκρατική αντιπροσώπευση, να επανασυνδεθεί η κρατική εξουσία με την κοινωνική βάση και να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό οικοδόμημα.

Η ιστορική διαδρομή της Γαλλίας από την Τέταρτη στην Πέμπτη Δημοκρατία αποδεικνύει ότι οι θεσμοί είναι ζωντανά μορφώματα που διαμορφώνονται από τη δυναμική της κοινωνίας, από τις γεωπολιτικές προκλήσεις και από τις οικονομικές πραγματικότητες. Η ίδια τομή που γέννησε σταθερότητα δημιούργησε και τις σημερινές αντιφάσεις. Η πρόκληση της Γαλλίας είναι να προχωρήσει σε μια νέα συνταγματική ισορροπία που θα συνδυάσει την απαίτηση για ισχυρή διακυβέρνηση με την ανάγκη για πλουραλισμό, συμμετοχή και λογοδοσία. Αν η Τέταρτη Δημοκρατία βυθίστηκε στην αστάθεια και η Πέμπτη ανέδειξε την προσωπολατρία, η επόμενη φάση οφείλει να θεμελιωθεί σε μια δημοκρατία που θα εναρμονίσει την ιστορική παράδοση της Γαλλίας με τις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής.