Για δεκαετίες, η ευημερία γινόταν ευρέως κατανοητή ως σταδιακή βελτίωση του εισοδήματος, της κατανάλωσης, της πρόσβασης σε υπηρεσίες, της κινητικότητας και της προσδοκίας ότι το μέλλον θα είναι τουλάχιστον ελαφρώς καλύτερο από το παρόν. Η οικονομική πρόοδος, ακόμη και όταν δεν ήταν θεαματική, γινόταν αντιληπτή ως σχετικά συνεχής. Σήμερα, ωστόσο, η εμπειρία της κοινωνίας μεταβάλλεται. Η ευημερία δεν ορίζεται πλέον πρωτίστως από τη δυνατότητα συνεχούς επέκτασης των επιλογών, αλλά όλο και περισσότερο από τη δυνατότητα διατήρησης ενός ελάχιστου πλαισίου ασφάλειας απέναντι στην αστάθεια. Πρόκειται για μετατόπιση εξαιρετικά σημαντική, διότι επηρεάζει όχι μόνο το τι ζητούν οι πολίτες από την οικονομία, αλλά και το τι αναμένουν από το κράτος, την αγορά και τους θεσμούς.

Η μετατόπιση αυτή είναι κατεξοχήν πολιτικοοικονομική. Όταν οι κοινωνίες περνούν από μια φάση στην οποία η ανάπτυξη συνδέεται με την υπόσχεση προόδου σε μια φάση στην οποία η βασική απαίτηση είναι η προστασία από την υποχώρηση, τότε αλλάζει ο άξονας νομιμοποίησης της οικονομικής πολιτικής. Η κυβέρνηση δεν κρίνεται πλέον μόνο από το κατά πόσον ενισχύει την ανάπτυξη ή βελτιώνει επιμέρους δείκτες, αλλά από το κατά πόσον κατορθώνει να συγκρατεί την υποβάθμιση της καθημερινής ζωής, να αποτρέπει την απώλεια αγοραστικής δύναμης, να περιορίζει την απρόβλεπτη επιβάρυνση και να παρέχει αίσθηση βασικής υλικής προστασίας. Με άλλα λόγια, η σταθερότητα αποκτά περισσότερο υπαρξιακό και λιγότερο καθαρά λογιστικό χαρακτήρα. Η οικονομία της ευημερίας μετατρέπεται προοδευτικά σε οικονομία της ασφάλειας.

Η ενεργειακή πίεση και η αύξηση του κόστους ζωής λειτουργούν ως καταλύτες αυτής της μεταβολής, επειδή επηρεάζουν τις πλέον θεμελιώδεις πλευρές της καθημερινότητας. Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι βασικές ανάγκες, όπως η θέρμανση, η μετακίνηση, ο ηλεκτρισμός ή η ομαλή κάλυψη των τακτικών δαπανών, γίνονται λιγότερο προβλέψιμες, τότε η οικονομική ευημερία παύει να μετριέται κυρίως από το επίπεδο κατανάλωσης και αρχίζει να μετριέται από το επίπεδο αντοχής απέναντι στην αβεβαιότητα. Η αξία της σταθερής πληρωμής λογαριασμών, της βεβαιότητας ότι μια οικογένεια μπορεί να ανταποκριθεί χωρίς διαρκή φόβο σε στοιχειώδεις ανάγκες, της μη διαρκούς ανατροπής του οικογενειακού προγραμματισμού, αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα από πολλές από τις κλασικές μετρήσεις προόδου. Πρόκειται για αναδιάταξη όχι μόνο οικονομική αλλά και πολιτισμική. Οι κοινωνίες επαναξιολογούν τι σημαίνει να ζεις καλά όταν η αβεβαιότητα γίνεται μόνιμο υπόβαθρο.

Η εξέλιξη αυτή έχει σοβαρές συνέπειες για τον δημόσιο λόγο και για τη μεθοδολογία της οικονομικής πολιτικής. Εάν η ευημερία ορίζεται πια όλο και περισσότερο μέσα από την ασφάλεια, τότε η δημόσια πολιτική δεν μπορεί να συνεχίζει να θεωρεί ότι η ονομαστική ανάπτυξη ή η δημοσιονομική ορθότητα αρκούν για να παράγουν κοινωνική ικανοποίηση. Οι πολίτες μπορεί να ακούνε για θετικούς δείκτες και ταυτόχρονα να βιώνουν διαρκώς συρρικνούμενη δυνατότητα σχεδιασμού. Αυτό παράγει κενό μεταξύ μακροοικονομικής αφήγησης και κοινωνικής εμπειρίας. Όσο αυτό το κενό διευρύνεται, τόσο ενισχύεται η δυσπιστία προς τις κυβερνήσεις και η αίσθηση ότι η επίσημη οικονομική γλώσσα δεν ανταποκρίνεται στην υλική πραγματικότητα της ζωής. Η πραγματική πρόκληση για την Ευρώπη δεν είναι μόνο να διορθώσει ορισμένους αριθμούς, αλλά να αναμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο κατανοεί και μετρά την κοινωνικά ουσιαστική σταθερότητα.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η έννοια της ευημερίας γίνεται πιο σύνθετη και ενδεχομένως πιο απαιτητική. Δεν συνδέεται μόνο με το ύψος του εισοδήματος, αλλά με την ανθεκτικότητά του. Δεν αφορά μόνο τη δυνατότητα κατανάλωσης, αλλά την απουσία διαρκούς φόβου ότι η κατανάλωση αυτή θα καταρρεύσει από μια νέα εξωτερική διαταραχή. Δεν εξαρτάται μόνο από τις ευκαιρίες της αγοράς, αλλά από τη θεσμική ικανότητα να εγγυάται ένα ελάχιστο πλαίσιο αξιοπρεπούς συνέχειας. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομική πολιτική της επόμενης περιόδου θα πρέπει να αξιολογείται και ως προς το αν ενισχύει τη διατηρησιμότητα της καθημερινής ζωής. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν ζητούν μόνο ανάπτυξη· ζητούν δυνατότητα να ζουν χωρίς τη μόνιμη εμπειρία ότι κάθε νέο σοκ μπορεί να ακυρώσει όσα είχαν ως τότε θεωρηθεί δεδομένα.

Η αναγνώριση αυτής της μεταβολής έχει βαρύνουσα σημασία και για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Αν συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν την οικονομική ευημερία με τους όρους μιας προηγούμενης εποχής, στην οποία το κύριο ζητούμενο ήταν η ομαλή επέκταση μέσα σε γενικά σταθερό περιβάλλον, θα δυσκολευτούν να πείσουν τις κοινωνίες ότι αντιλαμβάνονται το βάθος του προβλήματος. Αντιθέτως, αν ενσωματώσουν την ασφάλεια, την αντοχή, τη σταθερότητα του κόστους ζωής και την κοινωνική προβλεψιμότητα ως κεντρικές μεταβλητές της οικονομικής τους λογικής, θα μπορούν να αρθρώσουν πιο πειστική και πολιτικά βιώσιμη στρατηγική. Η ευρωπαϊκή προσαρμογή, συνεπώς, δεν θα είναι μόνο ζήτημα εργαλείων αλλά και νοηματικού επαναπροσδιορισμού. Η ήπειρος χρειάζεται να ξανασκεφτεί τι ακριβώς θέλει να διασφαλίζει όταν μιλά για ευημερία.

Το σημαντικότερο ίσως συμπέρασμα είναι ότι η σημερινή περίοδος δεν υποδεικνύει απλώς επιδείνωση, αλλά μετάβαση σε νέο κανονιστικό και κοινωνικό λεξιλόγιο της οικονομίας. Η ευημερία δεν ταυτίζεται πλέον με τη διαρκή διεύρυνση, αλλά με τη δυνατότητα προστασίας της συνέχειας. Αυτό είναι ίσως πιο απαιτητικό πολιτικά, διότι η προστασία της συνέχειας δεν διαθέτει το ίδιο εντυπωσιακό συμβολικό φορτίο με τη ρητορική της ανάπτυξης. Ωστόσο, είναι πιθανώς πολύ πιο κρίσιμη για τη δημοκρατική σταθερότητα της επόμενης περιόδου. Μια Ευρώπη που θα αντιληφθεί έγκαιρα αυτή τη μεταβολή θα μπορέσει να διαμορφώσει πιο ουσιαστική σχέση με τις κοινωνίες της. Μια Ευρώπη που θα επιμείνει να μιλά με όρους παρωχημένης οικονομικής αισιοδοξίας θα βλέπει την πολιτική της αξιοπιστία να διαβρώνεται. Η μεταβολή της έννοιας της ευημερίας είναι, επομένως, ένα από τα πιο βαθιά ζητήματα της παρούσας περιόδου και ταυτόχρονα ένα από τα κρισιμότερα για το μέλλον της ευρωπαϊκής πολιτικής οικονομίας.