Η έννοια των «βρετανικών στρατιωτικών βάσεων σε άλλες χώρες» είναι νομικά παραπλανητική όταν χρησιμοποιείται ως ενιαία κατηγορία, διότι αποκρύπτει ότι πίσω  όρο «βάση» κρύβονται διαφορετικές μορφές τίτλου, κυριαρχίας, ελέγχου, δικαιοδοσίας και διεθνούς νομιμοποίησης. Από τη σκοπιά του δημοσίου διεθνούς δικαίου, δεν υπάρχει μία γενική και ομοιόμορφη νομική μορφή στρατιωτικής βάσης. Άλλο πράγμα είναι η ύπαρξη στρατιωτικών εγκαταστάσεων επί εδάφους που τελεί υπό πλήρη βρετανική κυριαρχία, άλλο η χρήση στρατιωτικών υποδομών επί εδάφους τρίτου κυρίαρχου κράτους κατόπιν διμερούς συμφωνίας, άλλο η μίσθωση ή μακροχρόνια εξουσιοδότηση στρατηγικής χρήσης, και άλλο η απλή λειτουργική πρόσβαση ή φιλοξενία δυνάμεων μέσω αμυντικής συνεργασίας. Το θεμελιώδες, επομένως, σημείο είναι ότι ο όρος «βάση» έχει περιγραφικό και όχι αυτοτελώς νομικό χαρακτήρα. Το ακριβές νομικό καθεστώς εξαρτάται πάντοτε από την πηγή του τίτλου, το αντικείμενο της συμφωνίας, το εύρος των αναγνωριζόμενων εξουσιών και τη σχέση ανάμεσα στο κράτος που φιλοξενεί την εγκατάσταση και στο κράτος που τη χρησιμοποιεί.

Η πρώτη και καθαρότερη κατηγορία είναι εκείνη στην οποία η στρατιωτική εγκατάσταση βρίσκεται επί εδάφους που τελεί υπό βρετανική κυριαρχία. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν, κατ’ αρχήν, οι εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε Βρετανικά Υπερπόντια Εδάφη ή σε ειδικές περιοχές που το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να θεωρεί ή να ασκεί ως κυρίαρχο έδαφος. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Gibraltar, οι Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων στο Akrotiri και στη Dhekelia, καθώς και, μέχρι τη μεταβολή του 2025, το British Indian Ocean Territory στο Chagos. Η βρετανική κυβέρνηση και το βρετανικό κοινοβούλιο αντιμετωπίζουν ρητά τις Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων ως περιοχές βρετανικής κυριαρχίας με ξεχωριστή διοίκηση, ενώ για το Gibraltar το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να τονίζει ότι οποιαδήποτε νέα συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση ή την Ισπανία δεν θίγει την «British sovereignty» ούτε την «operational autonomy» των βρετανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, το νομικό θεμέλιο δεν είναι απλώς η άδεια στάθμευσης ή μια σύμβαση χρήσης ξένου εδάφους, αλλά ο ίδιος ο ισχυρισμός ή η κατοχή κρατικής κυριαρχίας. Αυτό έχει κρίσιμες συνέπειες για τη νομοθετική εξουσία, τη διοίκηση, τη δυνατότητα άσκησης δημόσιας αρχής, την ποινική και αστική δικαιοδοσία, καθώς και για το εύρος του ελέγχου των στρατιωτικών υποδομών.

Η δεύτερη κατηγορία είναι ποιοτικά διαφορετική και νομικά πολύ πιο διαδεδομένη στη σύγχρονη διεθνή πρακτική: πρόκειται για στρατιωτικές εγκαταστάσεις ή στρατιωτική παρουσία του Ηνωμένου Βασιλείου σε έδαφος τρίτου κυρίαρχου κράτους, κατόπιν συμφωνίας αμυντικής συνεργασίας, ανταλλαγής ρηματικών διακοινώσεων, διμερούς αμυντικής συνθήκης ή συμφωνίας καθεστώτος δυνάμεων. Το Brunei αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας διάταξης. Το επίσημο treaty text του 2015 καταγράφει ότι συγκεκριμένες στρατιωτικές περιοχές και εγκαταστάσεις βρίσκονται «under the control of the authorities of Brunei Darussalam», ενώ οι βρετανικές δυνάμεις απολαύουν χρήσης και επιχειρησιακής δυνατότητας σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Το Υπουργείο Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου έχει επίσης δηλώσει ότι οι βρετανικές ένοπλες δυνάμεις παραμένουν στο Brunei «at the request of the Sultan» και βάσει ανανεώσιμης συμφωνίας. Εδώ, το αποφασιστικό στοιχείο είναι ότι η κυριαρχία δεν μεταβιβάζεται ούτε αναστέλλεται· το φιλοξενούν κράτος διατηρεί την εδαφική κυριαρχία και η παρουσία της ξένης δύναμης παράγεται από συμβατική συναίνεση. Η βρετανική στρατιωτική παρουσία είναι, επομένως, παράγωγη και λειτουργική, όχι πρωτογενής και κυριαρχική.

Η τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει περιπτώσεις όπου το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρεί εγκαταστάσεις ή προωθημένες στρατιωτικές δυνατότητες σε συνεργασία με άλλο κράτος, αλλά όχι υπό καθεστώς ευρείας εδαφικής εξουσίας. Η περίπτωση του Bahrain και του Oman είναι χαρακτηριστική. Στο Bahrain, η βρετανική πλευρά μιλά επισήμως για «UK MOD facilities» και για ενίσχυση των βρετανικών υποδομών στο πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας με το βασίλειο, ενώ μεταγενέστερες δηλώσεις μιλούν για επικαιροποιημένη Defence Cooperation Agreement και για αναγνώριση της σημασίας της βρετανικής ναυτικής βάσης από τη βαχραινική και τη βρετανική πλευρά. Στο Oman, η επίσημη βρετανική ορολογία παραπέμπει σε Joint Defence Agreement και σε Joint Logistics Support Base στο Duqm, καθώς και σε μόνιμη εγκατάσταση υποστήριξης για τον βρετανικό στόλο και τους πεζοναύτες. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υφίσταται βρετανική κυριαρχία επί του εδάφους. Υφίσταται, όμως, ισχυρό συμβατικό δικαίωμα στρατηγικής πρόσβασης, χρήσης, υποστήριξης και, ενδεχομένως, ειδικών καθεστώτων για προσωπικό, εξοπλισμό και επιχειρήσεις. Πρόκειται για εγκαταστάσεις που, νομικά, εδράζονται σε συγκαταθετική παραχώρηση χρήσης και όχι σε εδαφική κυριαρχία.

Η τέταρτη κατηγορία είναι ακόμη πιο σύνθετη: περιπτώσεις στις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο δεν παραμένει κυρίαρχο επί του εδάφους, αλλά του απονέμεται με συνθήκη ένα εξαιρετικά ενισχυμένο σύνολο δικαιωμάτων επί συγκεκριμένης στρατηγικής εγκατάστασης. Η πιο επίκαιρη περίπτωση είναι η διευθέτηση του 2025 για το Chagos Archipelago και ειδικότερα για το Diego Garcia. Στην επίσημη συμφωνία με τον Μαυρίκιο, αναφέρεται ρητά ότι «Mauritius is sovereign over the Chagos Archipelago in its entirety, including Diego Garcia», αλλά ταυτόχρονα ότι ο Μαυρίκιος, «as sovereign», εξουσιοδοτεί το Ηνωμένο Βασίλειο να ασκεί «all rights and authorities of Mauritius» αναφορικά με το Diego Garcia σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Αυτό δεν είναι ούτε απλή παραχώρηση πρόσβασης ούτε πλήρης βρετανική κυριαρχία. Είναι μια υβριδική μορφή νομικής εξουσιοδότησης: η κυριαρχία ανήκει στον Μαυρίκιο, αλλά η άσκηση ενός εξαιρετικά ευρέος φάσματος εξουσιών ανατίθεται στο Ηνωμένο Βασίλειο για μακρά διάρκεια. Άρα, η διεθνής πρακτική δείχνει ότι η μεταβλητή δεν είναι μόνο «κυριαρχία ή μη κυριαρχία», αλλά και το βάθος της εξουσιοδότησης που συνδέεται με την επιχειρησιακή χρήση.

Η κανονιστική βάση όλων αυτών των μορφών εντοπίζεται στο δίκαιο των συνθηκών. Η Σύμβαση της Βιέννης του 1969 ορίζει ότι συνθήκη είναι διεθνής συμφωνία μεταξύ κρατών σε γραπτή μορφή που διέπεται από το διεθνές δίκαιο και ότι κάθε συνθήκη σε ισχύ δεσμεύει τα μέρη και πρέπει να εκτελείται καλή τη πίστει. Συνεπώς, το νομικό καθεστώς κάθε βρετανικής στρατιωτικής εγκατάστασης εκτός του μητροπολιτικού Ηνωμένου Βασιλείου εξαρτάται πρωτίστως από τη γραμματική και τελεολογική ερμηνεία του οικείου συμβατικού κειμένου. Δεν υπάρχει διεθνές γενικό «δικαίωμα διατήρησης βάσης». Υπάρχει μόνο ο συγκεκριμένος τίτλος που απορρέει από κυριαρχία ή από συνθήκη. Η έννοια αυτή είναι θεμελιώδης, διότι συχνά στον δημόσιο λόγο συγχέεται η επιχειρησιακή παγίωση μιας στρατιωτικής παρουσίας με τη νομική της βάση. Η διεθνής νομιμότητα, όμως, δεν αναγνωρίζει ιστορική συνήθεια ως αυτοτελή πηγή τίτλου όταν το ζήτημα αφορά στρατιωτική παρουσία επί ξένου εδάφους.

Από συγκριτική σκοπιά, η κυριότερη διάκριση είναι αυτή ανάμεσα στην κυριαρχία, στην εξουσιοδοτημένη άσκηση εξουσιών και στην απλή λειτουργική χρήση. Στις Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων και στο Gibraltar, το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει κυριαρχικό τίτλο. Στο Diego Garcia μετά το 2025, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι ο κυρίαρχος, αλλά ενεργεί δυνάμει εξαιρετικά εκτεταμένης εξουσιοδότησης από το κυρίαρχο κράτος. Στο Brunei, στο Bahrain και στο Oman, η βρετανική παρουσία παραπέμπει κυρίως σε δικαιώματα χρήσης, εγκατάστασης, εκπαίδευσης, επιμελητείας, σταθμεύσεως και αμυντικής συνεργασίας χωρίς μεταβολή της εδαφικής κυριαρχίας. Η διαβάθμιση αυτή δεν είναι τυπική λεπτομέρεια· καθορίζει το ποιος νομοθετεί, ποιος δικάζει, ποιος φορολογεί, ποιος ρυθμίζει την είσοδο, το τελωνειακό καθεστώς, τις πτήσεις, την ασφάλεια, τα ατυχήματα, τις περιβαλλοντικές συνέπειες και, τελικά, ποιος φέρει τη βασική διεθνή ευθύνη για το τι συμβαίνει σε αυτές τις περιοχές.

Η συγκριτική ανάλυση οδηγεί έτσι σε ένα σαφές συμπέρασμα: δεν υπάρχει ενιαίο δίκαιο των «βρετανικών βάσεων στο εξωτερικό», αλλά ένα φάσμα ετερογενών καθεστώτων που εκτείνεται από την πλήρη ή προβαλλόμενη κυριαρχία έως την αυστηρά συμβατική πρόσβαση. Η σοβαρή επιστημονική ανάλυση οφείλει να αποφεύγει τις απλουστεύσεις και να εξετάζει κάθε περίπτωση μέσα από τέσσερα τουλάχιστον κριτήρια: τον τίτλο επί του εδάφους, την πηγή των δικαιωμάτων στρατιωτικής παρουσίας, το εύρος της αναγνωρισμένης δημόσιας εξουσίας και το καθεστώς δικαιοδοσίας επί προσώπων, πράξεων και εγκαταστάσεων. Μόνον έτσι μπορεί να αποδοθεί με ακρίβεια τι ακριβώς «ισχύει» για τις βρετανικές στρατιωτικές βάσεις σε άλλες χώρες. Υπό το πρίσμα αυτό, οι βάσεις δεν είναι μια ομοιογενής κατηγορία στρατηγικής παρουσίας, αλλά ένα εργαστήριο όπου συναντώνται το δίκαιο της κυριαρχίας, το δίκαιο των συνθηκών, το καθεστώς δυνάμεων, η αποικιακή και μετααποικιακή ιστορία και η σύγχρονη λογική της διακρατικής αμυντικής συνεργασίας.