Από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της το 1991, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ουκρανία βρέθηκε στο επίκεντρο ενός πολύπλοκου γεωπολιτικού και ιστορικού πεδίου ανταγωνισμών, στο οποίο συνυφαίνονται η διαλεκτική μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, οι στρατηγικές επιδιώξεις των Ηνωμένων Πολιτειών, οι δομικές αντιφάσεις της διεθνούς οικονομίας και οι ιστορικές κληρονομιές μιας χώρας που αποτελεί γέφυρα αλλά και πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ δύο κόσμων. Η πορεία της Ουκρανίας από το 1991 μέχρι σήμερα χαρακτηρίζεται από μια συνεχή διαπάλη ανάμεσα στην ανάγκη συγκρότησης εθνικής ταυτότητας και κρατικής κυριαρχίας και στις πιέσεις που ασκούν οι μεγάλες δυνάμεις για τον γεωστρατηγικό προσανατολισμό της χώρας. Από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας, το Κίεβο αναζήτησε ισορροπία ανάμεσα στη διατήρηση στενών σχέσεων με τη Μόσχα, δεδομένης της ενεργειακής και οικονομικής εξάρτησης, και στην επιθυμία προσέγγισης με την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ, καθώς οι ελίτ και μεγάλα τμήματα της κοινωνίας επιθυμούσαν έναν εκσυγχρονισμό που θα αντλούσε νομιμοποίηση από τη δυτική πολιτική και οικονομική σφαίρα. Η δεκαετία του 1990 υπήρξε εποχή αμφισημίας: αφενός η Ουκρανία κλήθηκε να οικοδομήσει θεσμούς σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, με σοβαρές κρίσεις και διαφθορά, αφετέρου οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετώπιζαν τη χώρα περισσότερο ως ζώνη ασφαλείας απέναντι στη Ρωσία παρά ως ισότιμο εταίρο.
Η στρατηγική σημασία της Ουκρανίας κατέστη σαφής ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, καθώς η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς την Ανατολική Ευρώπη ενίσχυσε τη γεωπολιτική πίεση που ένιωθε η Μόσχα. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ουκρανία αποτελούσε κρίσιμο παράγοντα στη διαμόρφωση ενός ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλειας όπου η Ρωσία δεν θα μπορούσε να ανακτήσει την παλαιά της σφαίρα επιρροής. Η Ρωσία, αντιθέτως, θεωρούσε την Ουκρανία όχι μόνο ζωτικό στρατηγικό χώρο αλλά και τμήμα του ιστορικού, πολιτισμικού και οικονομικού της κόσμου. Η διαμάχη αυτή κορυφώθηκε με τις κρίσεις των αρχών του 21ου αιώνα, ιδίως με την Πορτοκαλί Επανάσταση του 2004, η οποία ανέδειξε την αντιπαράθεση μεταξύ φιλοδυτικών και φιλορωσικών δυνάμεων στην ουκρανική κοινωνία. Η νίκη του φιλοδυτικού μπλοκ τότε έδωσε ώθηση στην ατζέντα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά συνοδεύτηκε από απογοήτευση λόγω της αδυναμίας παραγωγής σταθερής ανάπτυξης και αποτελεσματικής διακυβέρνησης.
Η καθοριστική καμπή ήλθε το 2013-2014 με την κρίση του Ευρωμαϊντάν και την πτώση της κυβέρνησης Γιανουκόβιτς. Η απόρριψη της Συμφωνίας Σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, υπό την πίεση της Ρωσίας, προκάλεσε λαϊκή εξέγερση που κορυφώθηκε με την αλλαγή εξουσίας και την άμεση ρωσική αντίδραση, η οποία εκδηλώθηκε με την προσάρτηση της Κριμαίας και την υποστήριξη ένοπλων αποσχιστικών κινημάτων στο Ντονμπάς. Το γεγονός αυτό σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας φάσης στην ουκρανική ιστορία, όπου οι σχέσεις με τη Ρωσία εισήλθαν σε περίοδο εχθρότητας χωρίς επιστροφή, ενώ οι σχέσεις με τη Δύση ενισχύθηκαν στρατιωτικά, πολιτικά και οικονομικά. Η Ουκρανία πλέον εντάχθηκε στη στρατηγική της Δύσης ως προμαχώνας εναντίον της ρωσικής επιρροής στην Ευρώπη, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να παρέχουν στρατιωτική και οικονομική βοήθεια και την Ευρωπαϊκή Ένωση να ενσωματώνει σταδιακά τη χώρα σε θεσμικά πλαίσια.
Η ρωσική εισβολή σε πλήρη κλίμακα τον Φεβρουάριο του 2022 αποτέλεσε την κορύφωση μιας μακράς πορείας συγκρούσεων, εντάσεων και παρεξηγήσεων. Η Μόσχα, φοβούμενη τη de facto ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την απώλεια στρατηγικού βάθους, επιδίωξε να ανατρέψει την πορεία δυτικοποίησης της Ουκρανίας. Η Δύση, αντιδρώντας, συγκρότησε ένα άνευ προηγουμένου πλαίσιο κυρώσεων κατά της Ρωσίας και ενίσχυσε αποφασιστικά την ουκρανική άμυνα, επιδιώκοντας να αποτρέψει μια ριζική ανατροπή της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Στο πλαίσιο αυτό, οι Ηνωμένες Πολιτείες επανέφεραν την Ουκρανία στο επίκεντρο της παγκόσμιας γεωπολιτικής στρατηγικής τους, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση, υπό το βάρος της κρίσης, αναγκάστηκε να επισπεύσει τη συζήτηση περί ουκρανικής ένταξης και να ενισχύσει τη στρατηγική της αυτονομία στον ενεργειακό και αμυντικό τομέα. Οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες αυτής της σύγκρουσης είναι ανυπολόγιστες: η Ουκρανία υπέστη τεράστιες καταστροφές στις υποδομές και την παραγωγική της βάση, ενώ η Ρωσία βρέθηκε αντιμέτωπη με εκτεταμένη απομόνωση και αναπροσανατολισμό της οικονομίας της προς την Ασία. Η διεθνής οικονομία επηρεάστηκε μέσω της ενεργειακής κρίσης και της επισιτιστικής ανασφάλειας, αποδεικνύοντας ότι ο ουκρανικός χώρος δεν είναι μόνο γεωπολιτικό αλλά και γεωοικονομικό σταυροδρόμι.
Η ιστορική διαδρομή της Ουκρανίας από το 1991 μέχρι σήμερα καταδεικνύει ότι πρόκειται για μια χώρα που βρίσκεται στο μεταίχμιο της Ανατολής και της Δύσης, χωρίς να μπορεί να αποδράσει από το ιστορικό της βάρος και τη στρατηγική της σημασία. Οι σχέσεις της με τη Δύση διαμορφώθηκαν μέσα από κύκλους αμφιθυμίας, σύγκλισης και τελικά στρατηγικής ταύτισης υπό την πίεση της ρωσικής απειλής. Οι σχέσεις της με τη Ρωσία πέρασαν από την αλληλεξάρτηση στην ανοικτή σύγκρουση, με το χάσμα να βαθαίνει σε επίπεδο εθνικής ταυτότητας και πολιτισμού. Οι σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν ως καθοριστικές για την επιβίωσή της, εδραιώνοντας την αμερικανική επιρροή στην Ανατολική Ευρώπη. Στο ευρύτερο πλαίσιο, η ουκρανική υπόθεση δεν αφορά μόνο την ίδια τη χώρα αλλά και τον επαναπροσδιορισμό των αρχών της διεθνούς τάξης, τη λειτουργία του διεθνούς δικαίου, τις ισορροπίες ισχύος, την παγκόσμια οικονομία και την αναζήτηση νέας ευρωπαϊκής ταυτότητας. Το μέλλον της Ουκρανίας θα κριθεί όχι μόνο από την εξέλιξη του πολέμου και τις εκβάσεις της σύγκρουσης με τη Ρωσία, αλλά και από την ικανότητά της να ενσωματωθεί λειτουργικά στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Πρόσφατα σχόλια