Τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η ευρωπαϊκή ήπειρος δεν βρίσκεται απλώς αντιμέτωπη με μια παρατεταμένη ένοπλη σύγκρουση στην ανατολική της περιφέρεια. Βρίσκεται ενώπιον μιας βαθιάς ιστορικής τομής, η οποία ανέτρεψε θεμελιώδεις παραδοχές της μεταψυχροπολεμικής ευρωπαϊκής αυτοαντίληψης και αποκάλυψε με ωμό τρόπο τα δομικά όρια ενός συστήματος ασφάλειας που είχε οικοδομηθεί πάνω στην υπόθεση της διαρκούς ειρήνης. Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν συνιστά απλώς γεωπολιτικό σοκ· λειτουργεί ως επιταχυντής ιστορικών εξελίξεων, ως δοκιμασία αντοχής θεσμών και ως καταλύτης αναγκαστικής επαναπολιτικοποίησης της έννοιας της ασφάλειας στην Ευρώπη.
Για περισσότερο από τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Ευρώπη είχε εσωτερικεύσει την αντίληψη ότι ο πόλεμος μεγάλης κλίμακας είχε καταστεί ιστορικά παρωχημένος. Η ενοποίηση, η οικονομική αλληλεξάρτηση, η θεσμική πυκνότητα και η κανονιστική ισχύς της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλλιέργησαν την πεποίθηση ότι η ήπειρος είχε εισέλθει σε μια «μεταϊστορική» φάση, όπου οι συγκρούσεις επιλύονται μέσω κανόνων, αγορών και δικαίου και όχι μέσω στρατιωτικής ισχύος. Η εισβολή της Ρωσίας κατέρριψε αυτή την πεποίθηση με τρόπο οριστικό, αποκαλύπτοντας ότι η ειρήνη δεν αποτελεί φυσική κατάσταση, αλλά πολιτικό και στρατηγικό επίτευγμα που προϋποθέτει αποτροπή, ισχύ και βούληση.
Η μεταψυχροπολεμική ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας στηρίχθηκε σε τρεις βασικούς πυλώνες. Πρώτον, στη στρατιωτική εγγύηση των Ηνωμένων Πολιτειών μέσω του ΝΑΤΟ. Δεύτερον, στη θεσμική και οικονομική εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία λειτούργησε ως μηχανισμός εσωτερικής ειρήνευσης. Και τρίτον, στην υπόθεση ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση, ιδίως με τη Ρωσία, θα παρήγαγε μακροπρόθεσμα σταθερότητα και θα περιόριζε τα κίνητρα για αναθεωρητική συμπεριφορά. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε τα όρια και των τριών αυτών πυλώνων.
Η αμερικανική στρατιωτική εγγύηση παρέμεινε καθοριστική για την αποτροπή μιας γενικευμένης σύγκρουσης, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε τη δομική εξάρτηση της Ευρώπης από εξωευρωπαϊκούς παράγοντες για τη θεμελιώδη ασφάλειά της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και επέδειξε θεσμική συνοχή σε επίπεδο κυρώσεων και πολιτικών αποφάσεων, δεν διέθετε ούτε ενιαία στρατηγική διοίκηση ούτε αυτόνομη αποτρεπτική ικανότητα. Τέλος, η οικονομική αλληλεξάρτηση αποδείχθηκε αμφίσημη: αντί να λειτουργήσει ως μηχανισμός ειρήνης, μετατράπηκε σε εργαλείο πίεσης και εκβιασμού, ιδίως στον τομέα της ενέργειας.
Η έννοια της «ήπιας ισχύος», που κυριάρχησε στον ευρωπαϊκό στρατηγικό λόγο μετά το 1991, αποδείχθηκε ανεπαρκής για την αντιμετώπιση ενός δρώντα που αντιλαμβάνεται τη διεθνή πολιτική με όρους σκληρής ισχύος και σφαιρών επιρροής. Η Ευρώπη επένδυσε δυσανάλογα σε κανονιστικά εργαλεία, υποτιμώντας τη σημασία της στρατιωτικής ισχύος ως τελικού εγγυητή της ασφάλειας. Η ουκρανική κρίση δεν αναιρεί τη σημασία των θεσμών και του δικαίου, αλλά υπενθυμίζει ότι αυτά λειτουργούν αποτελεσματικά μόνο όταν πλαισιώνονται από αξιόπιστη αποτροπή.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στη ρωσική εισβολή υπήρξε ιστορικά σημαντική, αλλά ταυτόχρονα αντιφατική. Οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία ήταν πρωτοφανείς σε εύρος και ένταση, η οικονομική και στρατιωτική στήριξη προς την Ουκρανία υπήρξε ουσιαστική και η προσπάθεια απεξάρτησης από ρωσικές ενεργειακές ροές συνιστά στρατηγική μετατόπιση μεγάλης κλίμακας. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια της θεσμικής ενότητας, αναδύθηκαν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
Διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες, άνισοι βαθμοί ενεργειακής και οικονομικής εξάρτησης, καθώς και αποκλίνουσες γεωγραφικές προτεραιότητες παρήγαγαν διαφορετικές αντιλήψεις απειλής. Για τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, η Ρωσία συνιστά υπαρξιακή απειλή. Για άλλα κράτη, η σύγκρουση αξιολογήθηκε περισσότερο μέσα από το πρίσμα του κόστους, της εσωτερικής πολιτικής σταθερότητας ή των οικονομικών επιπτώσεων. Η ευρωπαϊκή ενότητα αποδείχθηκε έτσι προϊόν συνεχούς πολιτικής διαπραγμάτευσης και όχι αυτόματο αποτέλεσμα κοινών αξιών.
Η κρίση κατέδειξε με σαφήνεια ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι –ακόμη– γεωπολιτικός δρών με την πλήρη έννοια του όρου. Διαθέτει οικονομική ισχύ, θεσμική πυκνότητα και κανονιστική επιρροή, αλλά στερείται ενιαίας στρατηγικής κουλτούρας και αυτόνομων μέσων επιβολής. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών και η ανάπτυξη κοινών εργαλείων προμηθειών αποτελούν σημαντικά βήματα, αλλά δεν αρκούν από μόνα τους για τη συγκρότηση ουσιαστικής στρατηγικής αυτονομίας.
Παράλληλα, ο πόλεμος στην Ουκρανία σηματοδότησε την οριστική κατάρρευση του μεταψυχροπολεμικού συστήματος ασφάλειας. Η περίοδος κατά την οποία συζητούνταν η σταδιακή ενσωμάτωση της Ρωσίας στη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας ανήκει πλέον στην ιστορία. Η Ρωσία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως δυνητικός εταίρος, αλλά ως αναθεωρητική δύναμη που αμφισβητεί ανοιχτά το status quo και χρησιμοποιεί τη στρατιωτική ισχύ ως βασικό εργαλείο πολιτικής.
Ωστόσο, η ουκρανική κρίση ανέδειξε και ένα λιγότερο προφανές αλλά εξίσου κρίσιμο στρατηγικό πρόβλημα: τη μετατόπιση των παγκόσμιων ισορροπιών ισχύος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο βασικός εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας, αλλά η κύρια στρατηγική τους προτεραιότητα μετακινείται ολοένα και περισσότερο προς την ανάσχεση της Κίνα. Η απόκλιση αυτή δημιουργεί μια δομική ένταση στο εσωτερικό της διατλαντικής σχέσης.
Για την Ευρώπη, η Ρωσία αποτελεί άμεση και υπαρξιακή απειλή. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, παραμένει σημαντικός αντίπαλος, αλλά όχι η κεντρική πρόκληση του 21ου αιώνα. Αυτή η ασυμμετρία αντίληψης απειλής υπονομεύει τον συνεκτικό ιστό της συμμαχίας, καθώς οι συμμαχίες ιστορικά συγκροτούνται γύρω από κοινό ορισμό του εχθρού. Η ευρωπαϊκή εξάρτηση από την αμερικανική ισχύ καθίσταται έτσι στρατηγικά επισφαλής σε ένα πολυπολικό διεθνές περιβάλλον.
Η απάντηση της Ευρώπης σε αυτή τη νέα πραγματικότητα παραμένει ατελής. Από τη μία πλευρά, παρατηρείται σαφής «αφύπνιση»: αύξηση αμυντικών προϋπολογισμών, επαναξιολόγηση της βιομηχανικής βάσης της άμυνας, επαναφορά της έννοιας της αποτροπής στον δημόσιο λόγο. Από την άλλη, απουσιάζει ακόμη μια σαφής πολιτική αφήγηση που να ενοποιεί αυτές τις επιμέρους πρωτοβουλίες σε συνεκτική στρατηγική.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία έθεσε επίσης υπό αμφισβήτηση την εικόνα της Ρωσίας ως αδιαμφισβήτητης στρατιωτικής υπερδύναμης. Η αδυναμία ταχείας επικράτησης, το υψηλό κόστος σε ανθρώπινες και υλικές απώλειες και η προσφυγή σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς αποκάλυψαν δομικές αδυναμίες. Αυτό, ωστόσο, δεν καθιστά τη Ρωσία λιγότερο επικίνδυνη· αντιθέτως, αυξάνει τον βαθμό απροβλεψιμότητας της συμπεριφοράς της.
Το ενδεχόμενο τερματισμού της σύγκρουσης παραμένει αβέβαιο. Πιθανότερη από μια συνολική ειρηνευτική λύση φαντάζει η παγίωση μιας κατάστασης παρατεταμένης αστάθειας ή «παγωμένης σύγκρουσης», με εδάφη υπό κατοχή και διαρκή στρατηγική ένταση. Ένα τέτοιο σενάριο θα δημιουργούσε μια μόνιμη ζώνη ανασφάλειας στην ευρωπαϊκή ήπειρο, επιβαρύνοντας μακροπρόθεσμα την ευρωπαϊκή πολιτική, οικονομική και κοινωνική συνοχή.
Η αβεβαιότητα για τη διάρκεια και την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία δεν αποτελεί απλώς στρατιωτικό ή διπλωματικό ζήτημα· συνιστά κεντρικό παράγοντα διαμόρφωσης της μελλοντικής ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Η πιθανότητα μιας καθαρής ειρηνευτικής λύσης, με πλήρη αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας και σταθερή πολιτική διευθέτηση, παραμένει περιορισμένη. Αντιθέτως, η παγίωση μιας κατάστασης παρατεταμένης αστάθειας, με χαρακτηριστικά «παγωμένης σύγκρουσης», εμφανίζεται ως ρεαλιστικότερο σενάριο. Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε ένα μόνιμο ρήγμα ασφαλείας στην ευρωπαϊκή ήπειρο, με συνέπειες που θα υπερέβαιναν κατά πολύ τα όρια της ίδιας της ουκρανικής κρίσης.
Η εμπειρία αντίστοιχων περιπτώσεων στο παρελθόν καταδεικνύει ότι οι παγωμένες συγκρούσεις δεν είναι ουδέτερες καταστάσεις, αλλά δυναμικά πεδία συνεχούς έντασης, όπου η απουσία τελικής διευθέτησης υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα. Για την Ευρώπη, μια Ουκρανία υπό καθεστώς διαρκούς αβεβαιότητας θα σήμαινε συνεχή ανάγκη στρατιωτικής και οικονομικής στήριξης, μόνιμη επιβάρυνση της σχέσης με τη Ρωσία και διαρκή επαγρύπνηση στα ανατολικά της σύνορα. Η ασφάλεια θα έπαυε να είναι συγκυριακό ζήτημα και θα μετατρεπόταν σε διαρθρωτική συνθήκη της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση περί ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας αποκτά νέο περιεχόμενο και επείγοντα χαρακτήρα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η στρατηγική αυτονομία αντιμετωπιζόταν είτε ως αφηρημένο πολιτικό σύνθημα είτε ως συμπληρωματική φιλοδοξία εντός της διατλαντικής σχέσης. Η ουκρανική κρίση, ωστόσο, μετατρέπει τη στρατηγική αυτονομία από θεωρητική επιδίωξη σε πρακτικό ερώτημα επιβίωσης. Η Ευρώπη καλείται να απαντήσει αν επιθυμεί να παραμείνει παθητικός αποδέκτης εγγυήσεων ασφαλείας ή αν είναι διατεθειμένη να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την ίδια της την άμυνα.
Η έννοια της στρατηγικής αυτονομίας δεν ταυτίζεται με την πλήρη αποσύνδεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε με την υποκατάσταση του ΝΑΤΟ. Αντιθέτως, προϋποθέτει την ανάπτυξη ευρωπαϊκών δυνατοτήτων που θα καθιστούν τη διατλαντική σχέση πιο ισόρροπη και λιγότερο ασύμμετρη. Σήμερα, η ευρωπαϊκή άμυνα εξακολουθεί να πάσχει από κατακερματισμό, επικαλύψεις, έλλειψη διαλειτουργικότητας και απουσία ενιαίας στρατηγικής διοίκησης. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών, αν δεν συνοδευτεί από θεσμική ενοποίηση και κοινό στρατηγικό σχεδιασμό, κινδυνεύει να αναπαράγει τις υπάρχουσες αδυναμίες.
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία δεν είναι μόνο στρατιωτικό ζήτημα, αλλά και βαθύτατα πολιτικό. Απαιτεί κοινή αντίληψη απειλής, πολιτική βούληση ανάληψης κόστους και κοινωνική αποδοχή της ιδέας ότι η ασφάλεια δεν είναι δωρεάν. Η Ευρώπη, για δεκαετίες, επωφελήθηκε από ένα «μέρισμα ειρήνης» που της επέτρεψε να επενδύσει σε κοινωνικές πολιτικές και οικονομική ανάπτυξη, υποθέτοντας ότι η στρατιωτική ασφάλεια θα παρέχεται εξωτερικά. Η ουκρανική κρίση υποχρεώνει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες να επανεξετάσουν αυτή την παραδοχή.
Η διατλαντική σχέση εισέρχεται, επίσης, σε φάση δομικής αβεβαιότητας. Η στρατηγική στροφή των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Ασία και την ανάσχεση της Κίνας δεν αποτελεί συγκυριακή επιλογή, αλλά μακροπρόθεσμη αναδιάταξη προτεραιοτήτων. Η Ευρώπη δεν μπορεί να αγνοήσει το ενδεχόμενο ότι, σε μελλοντικές κρίσεις, η αμερικανική προσοχή και οι πόροι ενδέχεται να είναι περιορισμένοι. Η εξάρτηση από έναν εξωτερικό εγγυητή, του οποίου οι στρατηγικές προτεραιότητες αποκλίνουν, συνιστά εγγενή πηγή ανασφάλειας.
Η επιστροφή της γεωπολιτικής στην ευρωπαϊκή ήπειρο δεν αφορά μόνο τη Ρωσία. Αφορά τη συνολική αναδιάταξη της διεθνούς τάξης προς μια πιο πολυπολική και ασταθή μορφή. Η άνοδος της Κίνας, η αποδυνάμωση των πολυμερών θεσμών και η αυξανόμενη χρήση της ισχύος ως εργαλείου πολιτικής δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου οι κανόνες αμφισβητούνται συστηματικά. Η Ευρώπη, ως κατεξοχήν κανονιστικός δρών, καλείται να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες δεν αρκούν για να διασφαλίσουν την τάξη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ουκρανική κρίση λειτουργεί ως επιταχυντής ευρωπαϊκής ωρίμανσης ή, εναλλακτικά, ως προάγγελος στρατηγικής περιθωριοποίησης. Αν η Ευρώπη αποτύχει να μετατρέψει την κρίση σε αφετηρία βαθύτερης ενοποίησης στον τομέα της ασφάλειας, κινδυνεύει να παγιωθεί ως γεωπολιτικός χώρος χωρίς αυτοτελή στρατηγική βούληση. Αντιθέτως, αν καταφέρει να αντλήσει διδάγματα και να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη, μπορεί να αναδειχθεί σε πιο συνεκτικό και αξιόπιστο δρώντα.
Η συζήτηση περί ευρωπαϊκής άμυνας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ζήτημα της πολιτικής νομιμοποίησης. Η ανάληψη μεγαλύτερου ρόλου στον τομέα της ασφάλειας συνεπάγεται πολιτικές επιλογές που επηρεάζουν άμεσα τις κοινωνίες: αυξημένες δαπάνες, ενδεχόμενους κινδύνους και αλλαγή προτεραιοτήτων. Χωρίς σαφή πολιτική αφήγηση που να εξηγεί γιατί η ασφάλεια αποτελεί προϋπόθεση ευημερίας, οποιαδήποτε προσπάθεια στρατηγικής ενίσχυσης θα παραμείνει ευάλωτη σε εσωτερικές αντιδράσεις.
Η Ρωσία, παρά τις εμφανείς στρατιωτικές της αδυναμίες, παραμένει κρίσιμος παράγοντας της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η στρατηγική της συμπεριφορά, συνδυάζοντας συμβατικά και υβριδικά μέσα, επιδιώκει όχι μόνο εδαφικά κέρδη, αλλά και τη διάβρωση της ευρωπαϊκής συνοχής. Η αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης απαιτεί συνδυασμό αποτροπής και ανθεκτικότητας, στρατιωτικών και μη στρατιωτικών εργαλείων, καθώς και μακροπρόθεσμη στρατηγική υπομονή.
Το μέλλον της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας δεν θα καθοριστεί από μία και μόνο απόφαση ή θεσμική μεταρρύθμιση. Θα προκύψει από μια σειρά πολιτικών επιλογών που θα καθορίσουν αν η Ευρώπη θα συνεχίσει να αντιδρά σε κρίσεις ή αν θα αποκτήσει την ικανότητα να τις προλαμβάνει. Η ουκρανική κρίση κατέστησε σαφές ότι η απουσία στρατηγικής είναι και αυτή στρατηγική επιλογή, με συγκεκριμένες συνέπειες.
Ιστορικά, η Ευρώπη έχει επανειλημμένα βρεθεί αντιμέτωπη με κρίσεις που λειτούργησαν ως καταλύτες ενοποίησης. Η παρούσα κρίση, ωστόσο, διαφέρει ως προς το βάθος και το διακύβευμά της. Δεν αφορά μόνο τη λειτουργία των θεσμών ή την οικονομική σταθερότητα, αλλά την ίδια τη φυσική ασφάλεια της ηπείρου. Η επαναφορά της έννοιας της ισχύος στο κέντρο της πολιτικής ατζέντας δεν αποτελεί ιδεολογική επιλογή, αλλά αναγκαστική προσαρμογή σε μια μεταβαλλόμενη διεθνή πραγματικότητα.
Το ερώτημα που αναδύεται δεν είναι αν η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει την άμυνά της, αλλά αν μπορεί να διαμορφώσει κοινή στρατηγική αντίληψη. Χωρίς κοινό ορισμό απειλής, χωρίς σύγκλιση στρατηγικών προτεραιοτήτων και χωρίς πολιτική βούληση ανάληψης ευθύνης, οι επιμέρους προσπάθειες θα παραμείνουν αποσπασματικές. Η ασφάλεια δεν είναι τεχνικό ζήτημα, αλλά βαθύτατα πολιτικό.
Η ουκρανική τομή αναγκάζει την Ευρώπη να εγκαταλείψει την άνεση της μεταψυχροπολεμικής αυταπάτης και να αντιμετωπίσει τον κόσμο όπως είναι, όχι όπως θα επιθυμούσε να είναι. Η γεωπολιτική επιστρέφει ως καθοριστικός παράγοντας και η Ευρώπη καλείται να επιλέξει αν θα είναι αντικείμενο ή υποκείμενο αυτής της επιστροφής. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο την αρχιτεκτονική ασφάλειας, αλλά και τον ίδιο τον ρόλο της Ευρώπης.
Πρόσφατα σχόλια