Η Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία δημιουργήθηκε  γύρω από ένα εξαιρετικά συγκεκριμένο ιστορικό πρόβλημα: την αδυναμία του κοινοβουλευτικού συστήματος της Τέταρτης Δημοκρατίας να παράγει σταθερή κυβέρνηση, συνεκτική εκτελεστική εξουσία και μακρόπνοη δημόσια πολιτική. Η συνταγματική αρχιτεκτονική που προέκυψε επιχείρησε να μεταφέρει το κέντρο βάρους του πολιτεύματος από ένα κοινοβούλιο ικανό να ανατρέπει εύκολα κυβερνήσεις προς μια εκτελεστική εξουσία προστατευμένη από τις διακυμάνσεις των κομματικών συνασπισμών. Ο εξορθολογισμένος κοινοβουλευτισμός, η αυστηρή ρύθμιση της πρότασης μομφής, η οριοθέτηση του πεδίου του νόμου, η ενίσχυση της κυβερνητικής πρωτοβουλίας, η προεδρική δυνατότητα διάλυσης της Εθνοσυνέλευσης και, αργότερα, η άμεση εκλογή του Προέδρου συγκρότησαν ένα σύστημα σχεδιασμένο πρωτίστως για να εμποδίζει την επιστροφή της κυβερνητικής αστάθειας. Η ιστορική του επιτυχία υπήρξε εντυπωσιακή. Το ερώτημα που θέτει η σημερινή Γαλλία είναι αν αυτή η επιτυχία εξακολουθεί να αναπαράγεται υπό συνθήκες ριζικά διαφορετικού κομματικού και κοινωνικού περιβάλλοντος.

Η απάντηση απαιτεί πρώτα να οριστεί με ακρίβεια η κυβερνησιμότητα. Η έννοια δεν ταυτίζεται με την απλή επιβίωση μιας κυβέρνησης. Ένα πολιτικό σύστημα μπορεί να αποτρέπει την πτώση της κυβέρνησης και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται να παράγει νομοθεσία, να διαμορφώνει μακροχρόνιες μεταρρυθμίσεις, να εξασφαλίζει κοινωνική συναίνεση και να συνδέει τη δημόσια πολιτική με καθαρή δημοκρατική εντολή. Η κυβερνησιμότητα περιλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερις διαστάσεις: διάρκεια της εκτελεστικής εξουσίας, δυνατότητα λήψης αποφάσεων, προβλεψιμότητα πολιτικής κατεύθυνσης και επαρκή κοινωνική και κοινοβουλευτική νομιμοποίηση των αποφάσεων. Η Πέμπτη Δημοκρατία εξακολουθεί να αποδίδει σχετικά καλά στην πρώτη διάσταση, πολύ λιγότερο καθαρά στις υπόλοιπες.

Η σημερινή Εθνοσυνέλευση αποτυπώνει αυτή τη μεταβολή με εξαιρετική καθαρότητα. Το μεγαλύτερο κοινοβουλευτικό κόμμα, η Εθνική Συσπείρωση, διαθέτει 121 βουλευτές, ενώ το Ensemble pour la République 90, η Ανυπότακτη Γαλλία 70 και οι Σοσιαλιστές 68. Συνολικά λειτουργούν έντεκα οργανωμένες κοινοβουλευτικές ομάδες, χωρίς καμία δύναμη να πλησιάζει μόνη της την απόλυτη πλειοψηφία των 289 εδρών. Η σημερινή κατανομή έχει μετατρέψει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία από σχετικά σταθερό θεσμικό δεδομένο σε αντικείμενο συνεχούς διαπραγμάτευσης ανά νομοσχέδιο και ανά πολιτικό ζήτημα.

Η διαφορά σε σχέση με το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της Πέμπτης Δημοκρατίας είναι ουσιώδης. Από τη δεκαετία του 1960 και μετά, το Σύνταγμα του 1958 συνδέθηκε στην πράξη με το λεγόμενο «πλειοψηφικό γεγονός»: την ύπαρξη συνεκτικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ικανής να στηρίζει την κυβέρνηση. Η άμεση εκλογή του Προέδρου από το 1962, το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα δύο γύρων και η σταδιακή διπολική οργάνωση του κομματικού ανταγωνισμού δημιούργησαν συνθήκες τις οποίες το αρχικό κείμενο δεν μπορούσε να εγγυηθεί μόνο του. Η σταθερότητα της Πέμπτης Δημοκρατίας υπήρξε έτσι αποτέλεσμα συνδυασμού συνταγματικών μηχανισμών και κομματικής δομής. Το Σύνταγμα περιόριζε τη δυνατότητα κοινοβουλευτικής αποσταθεροποίησης· το κομματικό σύστημα παρήγε τις πλειοψηφίες που επέτρεπαν στην κυβέρνηση να κυβερνά ενεργητικά.

Η μεταρρύθμιση του 2000 και η αλλαγή της σειράς των εκλογών μετά το 2002 ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο αυτή τη λογική. Η πενταετής προεδρική θητεία ευθυγραμμίστηκε με τη βουλευτική, ενώ οι βουλευτικές εκλογές τοποθετήθηκαν αμέσως μετά την προεδρική. Η θεσμική επιδίωξη ήταν σαφής: να μετατρέπονται οι βουλευτικές εκλογές σε μηχανισμό παραγωγής πλειοψηφίας συμβατής με τον νέο Πρόεδρο και να μειώνεται η πιθανότητα συγκατοίκησης. Επίσημες γαλλικές αναλύσεις έχουν επισημάνει ότι η διάταξη αυτή επέτεινε την προεδρικοποίηση του πολιτεύματος και μετέτρεψε τις βουλευτικές εκλογές σε μεγάλο βαθμό σε επιβεβαίωση της προηγούμενης προεδρικής επιλογής.

Η πολιτική εξέλιξη μετά το 2017 και ιδίως μετά το 2022 υπονόμευσε σταδιακά αυτή τη συνθήκη. Η κατάρρευση του παραδοσιακού διπολισμού Σοσιαλιστών–Ρεπουμπλικανών, η άνοδος του μακρονικού κέντρου, η εδραίωση της Εθνικής Συσπείρωσης και η ενίσχυση της ριζοσπαστικής Αριστεράς δημιούργησαν ένα σύστημα στο οποίο η πλειοψηφική μηχανική των προηγούμενων δεκαετιών παράγει πλέον πολύ πιο αβέβαια αποτελέσματα. Η διάλυση του 2024 επιδείνωσε αυτή τη μεταβολή, όχι επειδή δημιούργησε από μόνη της τον κατακερματισμό, αλλά επειδή αποκάλυψε ότι το προεδρικό εργαλείο που ιστορικά λειτουργούσε ως μηχανισμός εκλογικής αποσαφήνισης μπορούσε πλέον να καταλήξει σε ακόμη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική αμφισημία.

Αυτή είναι η σημαντικότερη μεταμόρφωση του προβλήματος κυβερνησιμότητας. Το 1958 η συνταγματική μηχανική σχεδιάστηκε για να προστατεύσει την κυβέρνηση απέναντι σε ένα ασταθές Κοινοβούλιο. Σήμερα οι ίδιοι μηχανισμοί καλούνται να επιτρέψουν τη διακυβέρνηση όταν δεν υπάρχει θετική κοινοβουλευτική πλειοψηφία υπέρ μιας συγκεκριμένης πολιτικής κατεύθυνσης. Η Πέμπτη Δημοκρατία μετακινείται έτσι από ένα μοντέλο παραγωγής σταθερής πλειοψηφικής κυβέρνησης προς ένα μοντέλο διαχείρισης μόνιμης κοινοβουλευτικής μειοψηφίας.

Το άρθρο 49 παράγραφος 3 αποτελεί την καθαρότερη έκφραση αυτής της μεταβολής. Η λογική του είναι χαρακτηριστική του εξορθολογισμένου κοινοβουλευτισμού: ένα νομοσχέδιο θεωρείται εγκριθέν όταν η κυβέρνηση αναλάβει την ευθύνη της επ’ αυτού, εκτός εάν η Εθνοσυνέλευση συγκεντρώσει απόλυτη πλειοψηφία για να ανατρέψει την κυβέρνηση. Το θεσμικό βάρος μεταφέρεται έτσι από την ανάγκη θετικής πλειοψηφίας υπέρ ενός νομοσχεδίου στην ανάγκη αρνητικής πλειοψηφίας ικανής να ανατρέψει την κυβέρνηση. Το 2026 ο προϋπολογισμός εγκρίθηκε τελικά μέσω αυτής της διαδικασίας, μετά την απόρριψη προτάσεων μομφής.

Από την άποψη της θεσμικής επιβίωσης, ο μηχανισμός λειτουργεί ακριβώς όπως είχε σχεδιαστεί. Η απουσία πλειοψηφίας δεν οδηγεί αυτομάτως σε κυβερνητική κατάρρευση. Από την άποψη όμως της δημοκρατικής κυβερνησιμότητας, το αποτέλεσμα είναι περισσότερο αμφίσημο. Όσο συχνότερα η κυβέρνηση επιβιώνει επειδή οι αντίπαλές της δεν μπορούν να συγκροτήσουν κοινή απόλυτη πλειοψηφία για να την ανατρέψουν, τόσο περισσότερο η διακυβέρνηση στηρίζεται σε μια «αρνητική» κοινοβουλευτική λογική: δεν υπάρχει πλειοψηφία υπέρ της κυβέρνησης, υπάρχει όμως ανεπαρκής πλειοψηφία εναντίον της. Το καθεστώς μπορεί να διατηρεί την κυβερνητική συνέχεια χωρίς να δημιουργεί αντίστοιχη πολιτική εντολή για ενεργητική μεταρρύθμιση.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο σημαντικό σε μια περίοδο κατά την οποία η Γαλλία χρειάζεται δύσκολες δημοσιονομικές αποφάσεις. Η κυβέρνηση Sébastien Lecornu επιχειρεί να περιορίσει το δημόσιο έλλειμμα μέσω σημαντικών περικοπών και φορολογικών παρεμβάσεων, ενώ η ίδια δεν διαθέτει σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ήδη οι βουλευτές έχουν απορρίψει επιμέρους κυβερνητικές επιλογές για τις συντάξεις, ενώ οι αγορές αντιμετωπίζουν τον πολιτικό κατακερματισμό ως πρόβλημα για τη δυνατότητα μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής προσαρμογής. Η Moody’s έχει συνδέσει ρητά την αξιολόγηση της Γαλλίας με τη θεσμική της ικανότητα να αντιμετωπίσει βασικές πολιτικές προκλήσεις μέσα στο σημερινό κατακερματισμένο Κοινοβούλιο.

Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η κυβερνησιμότητα του 21ου αιώνα έχει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο του 1958. Τότε το κύριο πρόβλημα ήταν η διάρκεια της κυβέρνησης. Σήμερα η διάρκεια από μόνη της δεν επαρκεί. Η κυβέρνηση πρέπει να μπορεί να οικοδομήσει κοινωνικά και κοινοβουλευτικά αποδεκτούς συμβιβασμούς σε ζητήματα στα οποία το δημοσιονομικό περιθώριο έχει στενέψει. Η σημερινή κοινωνική αναταραχή γύρω από την κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών είναι χαρακτηριστική: η παραδοσιακή γαλλική δυνατότητα επίλυσης κοινωνικών συγκρούσεων μέσω πρόσθετης δημόσιας δαπάνης περιορίζεται από το υψηλό χρέος και την πίεση των αγορών.

Η Πέμπτη Δημοκρατία εξακολουθεί επομένως να είναι εξαιρετικά αποτελεσματική ως σύστημα αποφυγής πλήρους θεσμικής παράλυσης. Η κυβέρνηση μπορεί να σχηματιστεί χωρίς τυπική επενδυτική ψηφοφορία. Η πρόταση μομφής απαιτεί απόλυτη πλειοψηφία. Το άρθρο 49 §3 επιτρέπει την υιοθέτηση κρίσιμων δημοσιονομικών κειμένων. Ο Πρόεδρος διαθέτει σημαντικές αρμοδιότητες για τη συνέχεια του κράτους. Η διοίκηση παραμένει ισχυρή και συγκεντρωτική. Η Γαλλία δεν έχει επιστρέψει στη βραχύβια κυβερνητική εναλλαγή της Τέταρτης Δημοκρατίας ούτε έχει περιέλθει σε κατάσταση θεσμικής αποσύνθεσης.

Αυτό όμως συνιστά χαμηλότερη μορφή κυβερνησιμότητας από εκείνη που χαρακτήρισε τις καλύτερες δεκαετίες λειτουργίας του συστήματος. Η Πέμπτη Δημοκρατία είχε κατορθώσει να συνδυάσει θεσμική σταθερότητα, σαφή πλειοψηφία και μεγάλη εκτελεστική ικανότητα. Σήμερα διατηρεί πρωτίστως το πρώτο στοιχείο. Η σταθερότητα της κορυφής μπορεί να συνυπάρχει με αδύναμη νομοθετική παραγωγή, συνεχείς διαπραγματεύσεις, εξάρτηση από συγκυριακές αποχές κομμάτων, επαναλαμβανόμενες προτάσεις μομφής και δυσκολία υιοθέτησης πολιτικά επώδυνων μεταρρυθμίσεων.

Η μεταβολή αυτή μπορεί να περιγραφεί ως μετάβαση από την «κυβερνησιμότητα μέσω πλειοψηφίας» στην «κυβερνησιμότητα μέσω θεσμικής επιβίωσης». Στην πρώτη, η κυβέρνηση κυβερνά επειδή διαθέτει σαφή κοινοβουλευτική εντολή. Στη δεύτερη, κυβερνά επειδή το Σύνταγμα καθιστά δύσκολη την ανατροπή της και επειδή οι αντιπολιτευτικές δυνάμεις δεν μπορούν να συνεργαστούν αρκετά ώστε να συγκροτήσουν απόλυτη πλειοψηφία εναντίον της. Η δεύτερη μορφή μπορεί να είναι θεσμικά σταθερή, αλλά παράγει περισσότερο εύθραυστη πολιτική νομιμοποίηση.

Η σημερινή γαλλική πόλωση εντείνει το πρόβλημα. Δημοσκόπηση της 12ης Οκτωβρίου 2026 δείχνει ότι Marine Le Pen και Jean-Luc Mélenchon προηγούνται σε σενάρια πρώτου γύρου για τις προεδρικές εκλογές του 2027, αποτυπώνοντας περαιτέρω αποδυνάμωση του κεντρώου άξονα γύρω από τον οποίο οργανώθηκε η μακρονική περίοδος. Η θεσμική πρόκληση επομένως δεν περιορίζεται στη σημερινή κυβέρνηση. Υπάρχει πραγματική πιθανότητα η επόμενη προεδρία να βρεθεί αντιμέτωπη με εξίσου κατακερματισμένη ή ακόμη περισσότερο πολωμένη Εθνοσυνέλευση.

Αυτό επιβάλλει διάκριση ανάμεσα στην εξάντληση του Συντάγματος και στην εξάντληση του ιστορικού τρόπου λειτουργίας του. Το κείμενο του 1958 εξακολουθεί να διαθέτει εντυπωσιακή προσαρμοστικότητα. Έχει αντέξει συγκατοικήσεις, εναλλαγές, μειοψηφικές κυβερνήσεις, ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, δημοψηφίσματα και βαθιά μεταβολή του κομματικού συστήματος. Η τρέχουσα κρίση δεν αποδεικνύει ότι οι θεσμοί έχουν καταρρεύσει. Αποδεικνύει ότι η πολιτική οικολογία η οποία επί δεκαετίες μεγιστοποιούσε την αποτελεσματικότητά τους έχει εξαφανιστεί.

Το αρχικό σύστημα του 1958 αναζητούσε σταθερότητα απέναντι στην αστάθεια των κομμάτων. Το σύστημα που αναπτύχθηκε μετά το 1962 πρόσθεσε κάτι περισσότερο: προεδρική ηγεσία υποστηριζόμενη από συνεκτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η μεταρρύθμιση του 2000 προσπάθησε να παγιώσει αυτή τη σχέση μέσω της χρονικής ευθυγράμμισης των εκλογικών εντολών. Η σημερινή πολυκομματική Γαλλία έχει αποσυνδέσει ξανά τα δύο επίπεδα. Ο Πρόεδρος παραμένει ισχυρός θεσμικά, αλλά η προεδρική εκλογή δεν εγγυάται πλέον την παραγωγή λειτουργικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Η πιθανή απάντηση σε αυτή τη μεταβολή δεν βρίσκεται αναγκαστικά σε μια Έκτη Δημοκρατία. Υπάρχει μεγάλο φάσμα ενδιάμεσων επιλογών: μεγαλύτερη θεσμική ενθάρρυνση προγραμματικών συνασπισμών, διαφορετική σχέση προεδρικών και βουλευτικών εκλογών, ενίσχυση των κοινοβουλευτικών διαπραγματεύσεων, αναθεώρηση της ψήφου εμπιστοσύνης ή ακόμη υιοθέτηση στοιχείων εποικοδομητικής πρότασης μομφής. Κάθε επιλογή όμως προϋποθέτει σαφή αντίληψη του προβλήματος. Η σημερινή δυσλειτουργία δεν προέρχεται από υπερβολικά αδύναμη εκτελεστική εξουσία. Προέρχεται από την αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα σε μια πολύ ισχυρή θεσμικά εκτελεστική κορυφή και σε μια κοινωνία της οποίας η πολιτική βούληση εκφράζεται σε πολλαπλά, αλληλοαποκλειόμενα κομματικά μπλοκ.

Η Πέμπτη Δημοκρατία λοιπόν δεν έχει εξαντλήσει την ικανότητά της να διατηρεί το κράτος λειτουργικό. Έχει όμως εξαντλήσει σε μεγάλο βαθμό την παλαιά βεβαιότητα ότι οι ίδιοι θεσμικοί μηχανισμοί θα παράγουν αυτομάτως σταθερή, συνεκτική και πολιτικά ισχυρή πλειοψηφία. Η διάκριση αυτή είναι αποφασιστική. Οι θεσμοί εξακολουθούν να αποτρέπουν την αστάθεια τύπου Τέταρτης Δημοκρατίας, αλλά δυσκολεύονται να μετατρέψουν τον σύγχρονο πολιτικό πλουραλισμό σε θετική κυβερνητική εντολή.

Υπό αυτή την έννοια, η κρίση της Πέμπτης Δημοκρατίας είναι περισσότερο κρίση του ιστορικού της υποδείγματος κυβερνησιμότητας παρά κρίση επιβίωσης του ίδιου του Συντάγματος. Το Σύνταγμα του 1958 εξακολουθεί να λειτουργεί. Λειτουργεί όμως πλέον περισσότερο ως μηχανισμός συγκράτησης της πολιτικής αστάθειας παρά ως μηχανισμός παραγωγής ισχυρής πλειοψηφικής διακυβέρνησης.