Το πλέον κρίσιμο χαρακτηριστικό της τρέχουσας διεθνούς συγκυρίας είναι ότι η άνοδος του ενεργειακού κόστους δεν συμπίπτει με περίοδο ισχυρής ανάπτυξης, υπερβάλλουσας ζήτησης ή εκτεταμένων επενδυτικών υπερθερμάνσεων, αλλά με ένα ήδη εύθραυστο και βραδύ περιβάλλον οικονομικής μεγέθυνσης. Αυτό ακριβώς επαναφέρει στο προσκήνιο το φάσμα του στασιμοπληθωρισμού, όχι υπό την ιστορική του μορφή ως θεαματική και απόλυτη κατάρρευση των ισορροπιών, αλλά ως πιο διάχυτη, ύπουλη και πολιτικά διαβρωτική συνθήκη, στην οποία η ανάπτυξη παραμένει τυπικά θετική αλλά ανεπαρκής, ενώ ο πληθωρισμός παραμένει αρκετά επίμονος ώστε να απομειώνει το πραγματικό εισόδημα, να φθείρει τις προσδοκίες και να περιορίζει δραστικά την ελευθερία κινήσεων της οικονομικής πολιτικής. Όταν το ΔΝΤ εξακολουθεί να προβλέπει μόλις 1,3% ανάπτυξη για την Ευρωζώνη το 2026, καθίσταται σαφές ότι η διεθνής οικονομία δεν διαθέτει εκείνα τα ισχυρά εσωτερικά αποθέματα που θα της επέτρεπαν να απορροφήσει ένα νέο ενεργειακό σοκ χωρίς βαθύτερη κοινωνική και παραγωγική φθορά.

Η έννοια του στασιμοπληθωρισμού αποκτά σήμερα ξανά αναλυτική επικαιρότητα διότι περιγράφει με ακρίβεια το θεμελιώδες δίλημμα των σύγχρονων οικονομιών: από τη μία πλευρά, η ενέργεια και οι συναφείς δαπάνες τροφοδοτούν πληθωρισμό κόστους, αυξάνοντας τις τιμές όχι λόγω υπερβάλλουσας ζήτησης αλλά λόγω ακριβότερων και πιο αβέβαιων εισροών· από την άλλη, η ίδια αυτή επιβάρυνση περιορίζει την κατανάλωση, συμπιέζει τα περιθώρια επένδυσης και μειώνει τη συνολική αναπτυξιακή δυναμική. Σε αντίθεση με έναν κλασικό πληθωρισμό ζήτησης, όπου η νομισματική αυστηρότητα μπορεί σχετικά καθαρά να μειώσει την υπερθέρμανση, ο πληθωρισμός που πυροδοτείται από την ενέργεια έχει σκληρότερο, πιο εξωγενές και πιο πολιτικά αδιάλλακτο χαρακτήρα. Οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να καταστήσουν φθηνότερη την ενέργεια μέσω των επιτοκίων, μπορούν όμως να προσπαθήσουν να εμποδίσουν την ενσωμάτωση αυτής της ανατίμησης σε μισθολογικές απαιτήσεις, δευτερογενείς τιμολογιακές αλυσίδες και μακροπρόθεσμες προσδοκίες. Εδώ ακριβώς αναδύεται το πρόβλημα: η αντιπληθωριστική πειθαρχία καθίσταται αναγκαία σε μια περίοδο όπου η οικονομία θα χρειαζόταν στην πραγματικότητα περισσότερο χώρο για ανάσα και ανασυγκρότηση.

Το κοινωνικό κόστος αυτής της συνθήκης είναι συχνά υποτιμημένο, επειδή η δημόσια συζήτηση παραμένει υπερβολικά προσηλωμένη στους αθροιστικούς δείκτες. Όμως μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει χαμηλή αλλά θετική μεγέθυνση και ταυτόχρονα να παράγει κοινωνική εμπειρία παρατεταμένης φτωχοποίησης. Αυτό συμβαίνει διότι ο στασιμοπληθωρισμός είναι πρωτίστως κρίση της καθημερινότητας και λιγότερο των στατιστικών. Όταν αυξάνεται το κόστος ενέργειας, ακριβαίνουν η μετακίνηση, η κατοικία, τα τρόφιμα, οι υπηρεσίες, οι μικρές τοπικές λειτουργίες της αγοράς. Τα χαμηλά και μεσαία στρώματα, τα οποία ξοδεύουν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε αναγκαία αγαθά, υφίστανται πολύ μεγαλύτερη απομείωση ευημερίας από εκείνη που αποτυπώνει ο μέσος δείκτης. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία στην οποία η κοινωνική κόπωση αυξάνεται γρηγορότερα από ό,τι το ονομαστικό προϊόν. Αυτή είναι η αληθινή πολιτική οικονομία του στασιμοπληθωρισμού: η κοινωνία νιώθει ότι εργάζεται περισσότερο για να αγοράζει λιγότερα, ενώ η οικονομική πολιτική της ζητά υπομονή στο όνομα της σταθερότητας των τιμών.

Η Ευρώπη βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση επειδή το φαινόμενο αυτό συμπίπτει με μια ευρύτερη κρίση παραγωγικής και βιομηχανικής αδυναμίας. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες δεν διαθέτουν σήμερα εκείνη τη βιομηχανική επιθετικότητα ή τη δημοσιονομική άνεση που θα επέτρεπαν ταυτόχρονα ισχυρή κοινωνική προστασία, μεγάλη επενδυτική ώθηση και γρήγορη απορρόφηση εξωτερικών σοκ. Η νέα πτώση του οικονομικού κλίματος στη Γερμανία είναι ενδεικτική όχι μόνο της επιδείνωσης προσδοκιών, αλλά και της βαθύτερης ανησυχίας ότι η ευρωπαϊκή παραγωγική μηχανή παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητη στην αναζωπύρωση του ενεργειακού κόστους. Εδώ ακριβώς ο στασιμοπληθωρισμός παύει να είναι αφηρημένο μακροοικονομικό σενάριο και μετατρέπεται σε στρατηγική πρόκληση για το ευρωπαϊκό μοντέλο. Αν η Ευρώπη επιλέξει απλώς να υπομείνει τη νέα πίεση, διατηρώντας αυστηρή νομισματική στάση και περιορισμένες δημοσιονομικές παρεμβάσεις, κινδυνεύει να παγιδευτεί σε μακρά περίοδο χαμηλής μεγέθυνσης και κοινωνικής φθοράς. Αν, αντιθέτως, επιχειρήσει ανεξέλεγκτη δημοσιονομική εκτόνωση χωρίς στρατηγική στόχευση, κινδυνεύει να ενισχύσει την αστάθεια των προσδοκιών και την αμφισβήτηση των δημόσιων οικονομικών της.

Η μόνη συνεκτική απάντηση σε αυτή τη νέα μορφή στασιμοπληθωρισμού είναι ένα οικονομικό μείγμα που δεν θα περιορίζεται ούτε στον κλασικό νομισματισμό ούτε στον άμορφο δημοσιονομικό παρεμβατισμό. Χρειάζεται, πρώτον, στοχευμένη εισοδηματική προστασία των στρωμάτων που υφίστανται τη μεγαλύτερη αναλογική επιβάρυνση, ώστε να αποτραπεί η κοινωνική εξάντληση και η κατάρρευση της βασικής κατανάλωσης. Χρειάζεται, δεύτερον, επιθετική επένδυση σε ενεργειακή αποδοτικότητα, δίκτυα, αποθήκευση και υποδομές, ώστε το επόμενο ενεργειακό σοκ να μεταφράζεται σε μικρότερο κοινωνικό κόστος. Χρειάζεται, τρίτον, μια νέα λογική μισθολογικής και φορολογικής πολιτικής, όπου η στήριξη του πραγματικού εισοδήματος δεν θα βασίζεται αποκλειστικά σε οριζόντιες αυξήσεις ή ανεξέλεγκτες παροχές, αλλά σε μείωση δομικών βαρών πάνω στην εργασία και στην καθημερινή κατανάλωση. Και χρειάζεται, τέλος, πολιτική ειλικρίνεια: οι κοινωνίες πρέπει να ενημερωθούν ότι ο στασιμοπληθωρισμός δεν αντιμετωπίζεται ούτε με απλές τεχνικές συνταγές ούτε με επικοινωνιακές διαχειρίσεις, αλλά με βαθιά αλλαγή του τρόπου που οργανώνεται η σχέση ανάμεσα στην ενέργεια, στην ανάπτυξη και στην κοινωνική προστασία. Η επιτυχία μιας τέτοιας στρατηγικής δεν θα κριθεί μόνο από το αν ο δείκτης τιμών αποκλιμακώνεται, αλλά από το αν η καθημερινή οικονομική ζωή παύει να λειτουργεί ως μηχανισμός μόνιμης ανασφάλειας.