Η κρίση που πυροδοτήθηκε από την επιμονή του Ντόναλντ Τραμπ στην απόκτηση της Γροιλανδίας αποκαλύπτει με ιδιαίτερη σαφήνεια τη βαθύτερη και ίσως σοβαρότερη πρόκληση που έχει αντιμετωπίσει η Δύση από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου: τη διάβρωση της εσωτερικής συνοχής του ΝΑΤΟ και, κατ’ επέκταση, του ίδιου του δυτικού στρατηγικού και κανονιστικού οικοδομήματος.
Για πρώτη φορά από την ίδρυση της Συμμαχίας, η κύρια απειλή για τη συνοχή της δεν προέρχεται από εξωτερικό ανταγωνιστή, αλλά από το ισχυρότερο και καθοριστικότερο μέλος της. Η αμερικανική στάση έναντι της Γροιλανδίας, όπως εκφράζεται από τον Τραμπ, δεν αμφισβητεί απλώς επιμέρους πολιτικές ή κατανομές βαρών, αλλά εισάγει ένα προηγούμενο ευθείας σύγκρουσης μεταξύ της αρχής της εθνικής κυριαρχίας συμμάχου και της αναθεωρητικής λογικής ισχύος ενός άλλου συμμάχου. Το γεγονός αυτό πλήττει τον πυρήνα της συλλογικής άμυνας, ο οποίος δεν εδράζεται μόνο στη στρατιωτική ισχύ, αλλά πρωτίστως στην πολιτική εμπιστοσύνη και στην αμοιβαία αποδοχή κανόνων.
Η συνοχή του ΝΑΤΟ ιστορικά υπήρξε αποτέλεσμα μιας θεσμικής συμφωνίας που μετέτρεψε την ασύμμετρη αμερικανική ισχύ σε συλλογικό αγαθό. Η Ουάσινγκτον παρείχε εγγυήσεις ασφάλειας, ενώ οι Ευρωπαίοι αποδέχονταν την αμερικανική ηγεσία στο πλαίσιο ενός σαφούς κανονιστικού πλαισίου. Η τρέχουσα κρίση καταδεικνύει ότι αυτό το άτυπο κεκτημένο τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση.
Η επιμονή στην απόκτηση της Γροιλανδίας, συνοδευόμενη από απειλές δασμών και έμμεσες νύξεις περί αποδυνάμωσης των εγγυήσεων ασφαλείας, υπονομεύει την αρχή ότι το Άρθρο 5 λειτουργεί ανεξάρτητα από διμερείς πολιτικές διαφωνίες. Η ίδια η ιδέα ότι ένα κράτος-μέλος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει οικονομικά ή στρατηγικά εργαλεία εξαναγκασμού απέναντι σε άλλο κράτος-μέλος για την απόσπαση εδάφους εισάγει ένα θεσμικό παράδοξο που το ΝΑΤΟ δεν έχει ποτέ κληθεί να διαχειριστεί.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι δεν αντιμετωπίζουν πλέον το ζήτημα ως μεμονωμένη κρίση, αλλά ως συστημικό ρήγμα. Η συνοχή της Συμμαχίας δεν εξαρτάται μόνο από την ικανότητα στρατιωτικής αποτροπής έναντι της Ρωσίας ή της Κίνας, αλλά από τη βεβαιότητα ότι τα μέλη της δεν θα στραφούν το ένα εναντίον του άλλου με όρους ισχύος. Όταν αυτή η βεβαιότητα κλονίζεται, το ΝΑΤΟ μετατρέπεται από συμμαχία ασφάλειας σε χαλαρό φόρουμ συντονισμού, με περιορισμένη αξιοπιστία.
Η κρίση της Γροιλανδίας αναδεικνύει επίσης ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο πρόβλημα: τη σταδιακή αποσύνδεση μεταξύ της στρατηγικής λογικής του ΝΑΤΟ και της πολιτικής βούλησης των Ηνωμένων Πολιτειών. Ενώ η Συμμαχία επιχειρεί να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού στην Αρκτική, η αμερικανική προσέγγιση δεν εντάσσεται σε συλλογικό σχέδιο αποτροπής, αλλά σε μονομερή λογική κυριαρχίας. Αυτό δημιουργεί ένα κενό στρατηγικής συνοχής, καθώς οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αδυνατούν να ενσωματώσουν την αμερικανική στάση σε ένα κοινό αφήγημα ασφάλειας.
Η αποδυνάμωση της συνοχής του ΝΑΤΟ έχει άμεσες συνέπειες και για τη συνοχή της Δύσης ως πολιτικού μπλοκ. Η Δύση δεν ορίζεται αποκλειστικά από τη γεωγραφία ή τις στρατιωτικές συμμαχίες, αλλά από ένα πλέγμα κοινών αρχών: σεβασμό της κυριαρχίας, προβλεψιμότητα συμπεριφοράς, θεσμική επίλυση διαφορών. Όταν ο βασικός εγγυητής αυτών των αρχών εμφανίζεται διατεθειμένος να τις παρακάμψει, το κανονιστικό κεφάλαιο της Δύσης διαβρώνεται.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ευρωπαϊκή συζήτηση περί στρατηγικής αυτονομίας αποκτά νέα διάσταση. Δεν αφορά πλέον μόνο την ανάγκη κατανομής βαρών ή ενίσχυσης αμυντικών δυνατοτήτων, αλλά τη διασφάλιση της θεσμικής επιβίωσης της δυτικής ασφάλειας σε περίπτωση αμερικανικής αποστασιοποίησης ή αναθεωρητικής συμπεριφοράς. Η ανάδυση άτυπων σχημάτων συντονισμού, όπως ο συνασπισμός για την Ουκρανία και το λεγόμενο Washington Group, λειτουργεί ως μηχανισμός αντιστάθμισης της θεσμικής αβεβαιότητας εντός του ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, αυτά τα σχήματα, όσο αποτελεσματικά και αν είναι σε επιχειρησιακό επίπεδο, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη συνοχή μιας επίσημης συμμαχίας συλλογικής άμυνας. Αντιθέτως, αποτελούν ένδειξη ότι τα κράτη-μέλη προετοιμάζονται για ένα περιβάλλον στο οποίο η δυτική ενότητα δεν θα είναι πλέον αυτονόητη. Η συμμετοχή της Ουκρανίας σε αυτές τις δομές προσδίδει επιπλέον πολυπλοκότητα, καθώς εισάγει μια χώρα με υψηλό επίπεδο στρατιωτικοποίησης και εμπειρίας πολέμου σε έναν δυτικό χώρο που αναζητά νέα ισορροπία.
Η κρίση της συνοχής του ΝΑΤΟ αντανακλάται και στην ανησυχία των κρατών της ανατολικής πτέρυγας. Για αυτές τις χώρες, η αξιοπιστία της Συμμαχίας δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά υπαρξιακή ανάγκη. Οποιαδήποτε ένδειξη ότι οι εγγυήσεις ασφαλείας μπορούν να εργαλειοποιηθούν για πολιτικούς ή οικονομικούς σκοπούς δημιουργεί στρατηγική ανασφάλεια, ενισχύοντας τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης.
Παράλληλα, η Ρωσία και η Κίνα παρακολουθούν στενά τη δυτική εσωτερική κρίση. Ανεξαρτήτως της ρητορικής τους, το ουσιαστικό αποτέλεσμα είναι ότι η Δύση εμφανίζεται λιγότερο συνεκτική και λιγότερο προβλέψιμη. Η αποτρεπτική ισχύς δεν εξαρτάται μόνο από στρατεύματα και εξοπλισμούς, αλλά από την πεποίθηση του αντιπάλου ότι η συμμαχία θα λειτουργήσει ενιαία σε περίπτωση κρίσης.
Η εμμονή του Τραμπ στη «ιδιοκτησία» της Γροιλανδίας, ακόμη και όταν υπάρχουν θεσμικά εργαλεία που θα του επέτρεπαν να επιτύχει τους διακηρυγμένους στόχους ασφάλειας χωρίς σύγκρουση, αποκαλύπτει μια βαθύτερη μετατόπιση στην αμερικανική στρατηγική κουλτούρα. Πρόκειται για μετάβαση από τη λογική της ηγεμονικής συναίνεσης στη λογική της κυριαρχικής επιβολής. Αυτή η μετάβαση είναι ασύμβατη με τη λειτουργία μιας συμμαχίας όπως το ΝΑΤΟ.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν το ΝΑΤΟ θα επιβιώσει τυπικά, αλλά εάν μπορεί να διατηρήσει την ουσιαστική του συνοχή. Μια Συμμαχία που υπάρχει μόνο θεσμικά, χωρίς βαθιά πολιτική εμπιστοσύνη, μετατρέπεται σε δομή περιορισμένης αξίας. Η Δύση βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη επαναθεμελίωσης της συλλογικής της ασφάλειας, είτε μέσω ανανέωσης του διατλαντικού συμβολαίου είτε μέσω σταδιακής προσαρμογής σε ένα πολυκεντρικό, λιγότερο αμερικανοκεντρικό μοντέλο.
Η κρίση της Γροιλανδίας δεν είναι το τέλος της Δύσης, αλλά αποτελεί σαφές προειδοποιητικό σήμα. Η συνοχή δεν είναι δεδομένη· είναι πολιτικό επίτευγμα που απαιτεί κοινή αντίληψη απειλών, σεβασμό κανόνων και περιορισμό της ισχύος μέσω θεσμών. Αν αυτά τα στοιχεία χαθούν, το ΝΑΤΟ και η Δύση θα συνεχίσουν να υπάρχουν ως ονόματα, αλλά όχι ως λειτουργικά συστήματα συλλογικής ασφάλειας.
Πρόσφατα σχόλια