Στο Ιράν, όπως και σε κάθε σύστημα με απολυταρχική διακυβέρνηση, η κοινωνική αντοχή καθορίζεται τόσο από τις υλικές συνθήκες επιβίωσης όσο και από την ψυχολογική επεξεργασία του φόβου, της απώλειας και της αβεβαιότητας. Όσο το κράτος περιορίζει την πρόσβαση στην καθημερινή διασφάλιση αγαθών, τόσο η αίσθηση της αδυναμίας, της εκμετάλλευσης και της ματαίωσης συσσωρεύεται σε επίπεδο συλλογικής συνείδησης. Η κρατική βία, που συχνά αναπαρίσταται ως απόδειξη ισχύος, στην πραγματικότητα λειτουργεί διττά: εκφοβίζει προσωρινά, αλλά ταυτόχρονα επιβεβαιώνει την αντίληψη ότι η εξουσία δεν διαθέτει κοινωνική νομιμοποίηση και δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια ή τη δικαιοσύνη.
Η ψυχολογία της κοινωνικής αντοχής αναδεικνύει ότι ο φόβος είναι χρήσιμος μόνο όταν είναι προβλέψιμος και μετρήσιμος. Όταν όμως η εφαρμογή της βίας γίνεται αυθαίρετη, χωρίς διαφάνεια και επαναληπτικότητα, η κοινωνία αντιδρά μέσω συνδυασμού αποστασιοποίησης και έμμεσης αντίστασης. Οι πολίτες συσσωρεύουν αίσθημα απώλειας ελέγχου και η αποδοχή της κρατικής εξουσίας μετατρέπεται σε συμβιβασμό επιβίωσης και όχι σε πίστη στο θεσμικό σύστημα. Σε αυτό το σημείο, η πολιτική καταστολή μετατρέπεται σε δείκτη αδυναμίας και όχι δύναμης, καθώς η παραδοσιακή σχέση φόβου και συμμόρφωσης διαρρηγνύεται.
Η κοινωνική αντοχή εκδηλώνεται όχι μόνο μέσα από άμεσες διαμαρτυρίες αλλά και μέσω της δημιουργίας υποδομών αυτοοργάνωσης και αλληλοϋποστήριξης, των οποίων η αποτελεσματικότητα συχνά υπερβαίνει τη δύναμη της κρατικής παρέμβασης. Η αντοχή αυτή βασίζεται σε συλλογικά βιώματα αδικίας και σε κοινά πολιτισμικά, ιστορικά και οικονομικά στοιχεία που συνδέουν γενιές πολιτών. Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή κοινωνικής αλληλεγγύης που δεν υπακούει σε θεσμικά πλαίσια αλλά σε εμπειρικές ανάγκες επιβίωσης και προστασίας, υπονομεύοντας έτσι την παραδοσιακή εμβέλεια της κεντρικής εξουσίας.
Η καταστολή, όταν εφαρμόζεται χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό και περιορίζεται στη βραχυπρόθεσμη αναστολή κινητοποιήσεων, δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: η κοινωνία βιώνει βία, αυξάνει την αίσθηση αδικίας, εντείνει την απονομιμοποίηση και ταυτόχρονα ελέγχει λιγότερο τον δημόσιο χώρο. Η έλλειψη αναλογικότητας ανάμεσα στη χρήση βίας και στους στόχους που επιδιώκονται παράγει αντίθετα αποτελέσματα: ενδυναμώνει τη συλλογική μνήμη τραυματικών γεγονότων, πυροδοτεί νέες μορφές πολιτικής συνείδησης και εδραιώνει μακροχρόνια αμφισβήτηση της εξουσίας. Η κοινωνική αντοχή, σε αυτό το πλαίσιο, δεν περιορίζεται σε επιβίωση· εξελίσσεται σε συνεκτική, μακροπρόθεσμη δομή αντίστασης.
Η ψυχολογία του φόβου και η πολιτική καταστολή αναδεικνύουν και την κρίση της στρατηγικής εξουσίας: ένα σύστημα που εξαρτάται από την επιβολή μέσω φόβου χωρίς τη συνεισφορά θεσμικών ή λειτουργικών κριτηρίων διακυβέρνησης παύει να είναι βιώσιμο. Η βραχυπρόθεσμη συμμόρφωση μετατρέπεται σε μακροχρόνιο κίνδυνο, καθώς η κοινωνία αποκτά εσωτερική αυτονομία και εναλλακτικούς μηχανισμούς προσαρμογής, οι οποίοι μειώνουν δραστικά την αποτελεσματικότητα της επίσημης εξουσίας. Η πολιτική πίεση, έτσι, συνδέεται άμεσα με τη διάβρωση της κρατικής λειτουργικότητας και με τη σταδιακή απώλεια του μονοπωλίου στην εξουσία.
Συνεπώς, η κρίση της κοινωνικής αντοχής συνιστά ένδειξη για την αξιολόγηση της πολιτικής βιωσιμότητας του συστήματος. Το κράτος δεν χάνει την εξουσία άμεσα, αλλά χάνει την ικανότητα να νοηματοδοτεί, να συντονίζει και να εγγυάται κοινωνική συνοχή. Η πολιτική νομιμοποίηση δεν καταρρέει λόγω εξωτερικής πρόκλησης αλλά λόγω εσωτερικής αναντιστοιχίας μεταξύ εξουσίας, φόβου και εμπιστοσύνης. Η πραγματική απειλή για το σύστημα δεν είναι η στιγμιαία κοινωνική διαμαρτυρία, αλλά η συνεχής, υπονομευτική διαδικασία αμφισβήτησης, που μετατρέπει τον φόβο από μέσο ελέγχου σε δείκτη αδυναμίας, καθιστώντας κάθε μελλοντική παρέμβαση ατελέσφορη.
.
Πρόσφατα σχόλια