Η ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων, διαρθρωμένη γύρω από αιώνιες συγκρούσεις, συμφωνίες και στρατηγικές ανατροπές, είναι συνυφασμένη με την πιο σύνθετη γεωπολιτική αντιπαράθεση στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων. Η ιστορική διαδρομή αυτών των δύο λαών είναι γεμάτη στιγμές συνύπαρξης, αλλά και εντάσεων, ενώ οι σύγχρονες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν επηρεάζονται έντονα από αυτά τα ιστορικά υποκείμενα. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν περιορίζονται στο επίπεδο των διμερών αντιπαραθέσεων· αναπτύσσονται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό και γεωπολιτικό πλαίσιο, που επηρεάζει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και τη νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η στρατηγική της Τουρκίας, έχει έναν αναθεωρητικό χαρακτήρα απέναντι στα εδαφικά και κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, επιδιώκει να διατηρήσει τη θέση της ως ισχυρού κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και ως παράγοντα σταθερότητας στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, ενώ η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της ως περιφερειακή δύναμη, με ταυτόχρονη αύξηση της στρατηγικής της επιρροής στον ευρύτερο χώρο.

Η απόσταση ανάμεσα στις δύο χώρες δεν είναι μόνο γεωγραφική, αλλά και ιδεολογική. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι βαρύτατα επηρεασμένες από τις διαφορετικές πολιτικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές παραδόσεις, οι οποίες καταλήγουν να αναπαράγουν μια συνεχιζόμενη στρατηγική αντιπαλότητα. Οι διαφορές δεν περιορίζονται μόνο στο εδαφικό ζήτημα της Κύπρου ή στη διαχείριση της ΑΟΖ, αλλά επεκτείνονται στις αντιφάσεις που πηγάζουν από τη γεωπολιτική στρατηγική της Τουρκίας στην περιοχή.

Αυτή η στρατηγική αναθεωρητισμού που ασκεί η Τουρκία στοχεύει σε μια ανατροπή της μεταπολεμικής τάξης και σε μια επανεκτίμηση της περιφερειακής της ισχύος, παρακάμπτοντας διεθνείς συνθήκες και αμφισβητώντας θεσμούς που η ίδια έχει αποδεχτεί, όπως είναι οι αρχές της σύμβασης του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου. Η Τουρκία επιδιώκει να αναδείξει τον εαυτό της ως αναγκαίο παράγοντα σταθερότητας, χωρίς όμως να τηρεί τις δεσμεύσεις που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, όπως συμβαίνει σε πολλά θέματα, μεταξύ των οποίων η Κύπρος, η ΑΟΖ και η Συρία. Η στάση της Τουρκίας επηρεάζεται και από τις στρατηγικές συμμαχίες της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία, γεγονός που τη θέτει σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη θέση, καθώς προσπαθεί να ισχυροποιήσει την περιφερειακή της επιρροή ενώ ταυτόχρονα διατηρεί την ισχυρή της παρουσία στο ΝΑΤΟ και στο διεθνές σύστημα.

Η Ελλάδα, από την άλλη, προσπαθεί να ισχυροποιήσει τη θέση της, αξιοποιώντας τη γεωπολιτική της σημασία και την ιδιότητά της ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Η ελληνική στρατηγική επικεντρώνεται στην ενίσχυση των σχέσεων με τη Δύση, ενώ επιδιώκει να διατηρήσει τη σταθερότητα στην περιοχή μέσω της πολιτικής των συμμαχιών. Παρά την υποστήριξη που προσφέρει η ΕΕ, η Ελλάδα αντιμετωπίζει την προκλητική στάση της Τουρκίας με περιορισμένες δυνατότητες επιβολής διεθνούς πίεσης και κυρώσεων. Η Ελλάδα προσπαθεί να διατηρήσει την πολιτική ισχύος που της παρέχει η ένταξή της στην ΕΕ, ενώ παράλληλα προσπαθεί να αναπτύξει στρατηγικές συμμαχίες με άλλες δυνάμεις της περιοχής, όπως η Αίγυπτος και η Κύπρος, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις τουρκικές απειλές στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η σύγκρουση γύρω από την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η Τουρκία αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία, παρά τις διεθνείς καταδίκες και τις προσπάθειες επίλυσης μέσω του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, εξακολουθεί να αμφισβητεί τις συμφωνίες που ρυθμίζουν τα θαλάσσια σύνορα και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της περιοχής, προβάλλοντας τις διεκδικήσεις της για εδάφη που ανήκουν στις γειτονικές χώρες. Η στρατηγική αυτή καθιστά τη θέση της Τουρκίας εξαιρετικά ασταθή, καθώς η ένταση γύρω από τις ΑΟΖ καθίσταται σημείο αναφοράς όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για άλλες περιφερειακές δυνάμεις που έχουν συμφέροντα στην περιοχή.

Η χώρα μας αντιμετωπίζει το πρόβλημα της τουρκικής επιθετικότητας χωρίς πλήρη στρατηγική κάλυψη από την ΕΕ. Η ΕΕ, αν και έχει καταδικάσει τις τουρκικές ενέργειες, δεν έχει τη δυνατότητα να παρέμβει αποφασιστικά στη διαδικασία επιβολής κυρώσεων ή στην επίλυση του προβλήματος της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Η πολυδιάστατη πολιτική της ΕΕ για τα συμφέροντα της Τουρκίας καθιστά τη στάση της πιο διπλωματική παρά δραστική, ενώ το μεγάλο δίλημμα για την Ελλάδα παραμένει το πώς να ισχυροποιήσει τη θέση της και να διατηρήσει την ακεραιότητα της περιοχής απέναντι στην τουρκική στρατηγική.

Η γεωπολιτική στρατηγική της Τουρκίας, παρά τις διακυμάνσεις στην εξωτερική της πολιτική, ενδυναμώνεται συνεχώς με την υιοθέτηση στρατηγικών συνεργασιών με τρίτους παράγοντες στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων κρατών όπως η Ρωσία και το Ιράν. Αυτή η στρατηγική συμμαχιών επιτρέπει στην Τουρκία να επηρεάσει τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή, ενισχύοντας τη θέση της σε αντίθεση με τις παραδοσιακές στρατηγικές συμμαχίες της Ελλάδας. Η Ελλάδα, αν και επιδιώκει μια στρατηγική διακρατικών συμμαχιών, παραμένει συχνά εγκλωβισμένη σε περιφερειακές διαμάχες και στις πολιτικές αντιφάσεις της ΕΕ, η οποία δεν έχει καταφέρει να προσφέρει μια συνεκτική και μακροπρόθεσμη στρατηγική απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα.