Ο προϋπολογισμός είναι η συμπυκνωμένη υλική έκφραση της πολιτικής εξουσίας: καθορίζει ποιοι φορολογούνται, ποιοι ωφελούνται, ποιες ανάγκες αναγνωρίζονται ως δημόσιες, ποιες ανισότητες διορθώνονται, ποιες επενδύσεις πραγματοποιούνται και ποιο κόστος μεταφέρεται στο μέλλον. Η δυνατότητα μιας εκλεγμένης πλειοψηφίας να μεταβάλλει τη δημοσιονομική πολιτική δεν αποτελεί απλό διαχειριστικό προνόμιο. Αποτελεί ουσιώδες περιεχόμενο της λαϊκής κυριαρχίας, επειδή χωρίς πραγματική εξουσία επί των εσόδων και των δαπανών η πολιτική εναλλαγή κινδυνεύει να περιοριστεί στην αλλαγή διαχειριστών ενός προαποφασισμένου οικονομικού πλαισίου.

Την ίδια στιγμή, η δημοκρατική ελευθερία δεν μπορεί να νοηθεί αποκλειστικά ως ελευθερία της σημερινής πλειοψηφίας. Η ανεξέλεγκτη συσσώρευση χρέους, η δημιουργία μόνιμων υποχρεώσεων χωρίς σταθερή χρηματοδότηση και η κατανάλωση του δημοσιονομικού χώρου περιορίζουν την ελευθερία των επόμενων πλειοψηφιών. Ένα κράτος που διαθέτει το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του για την εξυπηρέτηση παλαιών δεσμεύσεων ή αδυνατεί να χρηματοδοτηθεί με βιώσιμους όρους έχει τυπική, αλλά όχι ουσιαστική, δημοσιονομική κυριαρχία. Επομένως, η συνταγματική δημοσιονομική δέσμευση μπορεί να δικαιολογηθεί ως προστασία της μελλοντικής δημοκρατικής ικανότητας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η προστασία αυτή μετατρέπεται σε δέσμευση συγκεκριμένης οικονομικής ορθοδοξίας και αφαιρεί από τις επόμενες γενεές όχι μόνο την υπέρμετρη επιβάρυνση, αλλά και τη δυνατότητα διαφορετικής πολιτικής επιλογής.

Η επίσημη αναθεωρητική πρόταση για το άρθρο 79 προβλέπει ότι «ο προϋπολογισμός οφείλει να διασφαλίζει τη βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία» και εισάγει υποχρέωση κατάθεσης και δημοσιότητας ετήσιου απολογισμού από φορείς που χρηματοδοτούνται άμεσα ή έμμεσα από τον κρατικό προϋπολογισμό. Η διατύπωση είναι εξαιρετικά σημαντική, όχι επειδή θεσπίζει ήδη συγκεκριμένο αριθμητικό όριο, αλλά ακριβώς επειδή εισάγει μια αόριστη ουσιαστική αρχή στο ανώτατο επίπεδο της έννομης τάξης. Το ισχύον άρθρο 79 οργανώνει κυρίως την κοινοβουλευτική διαδικασία του προϋπολογισμού, του απολογισμού και του γενικού ισολογισμού. Η προτεινόμενη προσθήκη μετακινεί τη διάταξη από τη διαδικαστική νομιμότητα προς την ουσιαστική αξιολόγηση του δημοσιονομικού αποτελέσματος.

Η μεταβολή αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με έναν συνταγματικό κανόνα ισοσκελισμένου προϋπολογισμού. Η έννοια της βιώσιμης δημοσιονομικής λειτουργίας δεν ταυτίζεται ούτε με την ετήσια ισότητα εσόδων και δαπανών ούτε με την απαγόρευση του δανεισμού. Δεν προβλέπει συγκεκριμένο ανώτατο έλλειμμα, ποσοστό χρέους ή όριο αύξησης των δαπανών. Η νομική της φύση είναι εγγύτερη σε συνταγματική αρχή ή πρότυπο παρά σε πλήρη κανόνα. Αυτό επιτρέπει ευελιξία, αλλά δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ερμηνείας: ποιο είναι το χρονικό πεδίο της βιωσιμότητας, ποιοι δείκτες λαμβάνονται υπόψη, ποιο όργανο διαπιστώνει την παραβίαση και ποιες είναι οι έννομες συνέπειες;

Η δημοσιονομική βιωσιμότητα πρέπει κατ’ αρχάς να διακριθεί από πέντε συγγενείς αλλά μη ταυτόσημες έννοιες. Δεν ταυτίζεται με τη δημοσιονομική ισορροπία, επειδή ένας προσωρινά ελλειμματικός προϋπολογισμός μπορεί να είναι μακροχρόνια βιώσιμος. Δεν ταυτίζεται με τη βιωσιμότητα του χρέους, επειδή η κρατική λειτουργία μπορεί να υπονομεύεται και από υποχρηματοδότηση βασικών υπηρεσιών ή από συστηματική υποεπένδυση. Δεν ταυτίζεται με τη φερεγγυότητα, η οποία αναφέρεται στενότερα στην ικανότητα εκπλήρωσης οικονομικών υποχρεώσεων. Δεν ταυτίζεται με τη δημοσιονομική πειθαρχία, η οποία περιγράφει περισσότερο ένα σύνολο κανόνων και συμπεριφορών. Και, κυρίως, δεν ταυτίζεται με τη λιτότητα, δηλαδή με μια συγκεκριμένη στρατηγική προσαρμογής που δίνει έμφαση στον περιορισμό των δαπανών.

Η σύγχυση αυτών των εννοιών δεν είναι απλώς θεωρητικό σφάλμα. Έχει σοβαρές συνταγματικές συνέπειες. Εάν η βιωσιμότητα θεωρηθεί συνώνυμη της διαρκούς περικοπής δαπανών, το Σύνταγμα θα αποκτήσει συγκεκριμένο ιδεολογικό πρόσημο. Θα προνομιοποιεί τη συρρίκνωση του κράτους έναντι της αύξησης των εσόδων, τη μείωση των κοινωνικών παροχών έναντι της προοδευτικής φορολογίας και τη βραχυπρόθεσμη λογιστική εξοικονόμηση έναντι των μακροχρόνιων επενδύσεων. Μια τέτοια ερμηνεία θα υπερέβαινε τη θεμιτή συνταγματική αυτοδέσμευση και θα περιόριζε την ουσία της δημοκρατικής διαφωνίας.

Ο δημοσιονομικός συνταγματισμός δικαιολογείται συνήθως με βάση το πρόβλημα του πολιτικού βραχυπροθεσμισμού. Οι σημερινές πλειοψηφίες έχουν κίνητρο να χρηματοδοτούν άμεσα οφέλη μέσω δανεισμού, μεταθέτοντας το κόστος στους μελλοντικούς φορολογουμένους. Οι οργανωμένες ομάδες μπορούν να διεκδικούν ειδικές παροχές, ενώ το συνολικό κόστος διαχέεται στην κοινωνία και στον χρόνο. Επειδή οι μελλοντικές γενεές δεν συμμετέχουν στην παρούσα εκλογική διαδικασία, το Σύνταγμα μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός προστασίας τους. Με αυτή τη λογική, η δημοσιονομική πειθαρχία αποτελεί ανάλογο της προστασίας των μειονοτήτων: περιορίζει τη σημερινή πλειοψηφία προς όφελος προσώπων που δεν μπορούν να υπερασπιστούν άμεσα τα συμφέροντά τους.

Η αναλογία έχει, όμως, όρια. Οι μελλοντικές γενεές δεν κληρονομούν μόνο χρέος. Κληρονομούν υποδομές, ανθρώπινο κεφάλαιο, τεχνολογία, δημόσια περιουσία, θεσμούς και φυσικό περιβάλλον. Η αύξηση του χρέους για την κατασκευή ανθεκτικών υποδομών, την ενεργειακή μετάβαση, την εκπαίδευση ή την έρευνα δεν έχει το ίδιο διαγενεακό αποτέλεσμα με τον δανεισμό για την κάλυψη μόνιμων καταναλωτικών δαπανών χωρίς μελλοντική απόδοση. Αντίστροφα, η αποφυγή δανεισμού μέσω της εγκατάλειψης των υποδομών ή της αναβολής κλιματικών παρεμβάσεων μπορεί να εμφανίζεται δημοσιονομικά συνετή και να μεταφέρει πολύ μεγαλύτερο πραγματικό κόστος στο μέλλον.

Η διαγενεακή δικαιοσύνη δεν απαιτεί, συνεπώς, ελαχιστοποίηση του δημόσιου χρέους ανεξαρτήτως συνθηκών. Απαιτεί δίκαιη αντιστοίχιση του κόστους με τους ωφελουμένους και διατήρηση της συνολικής κρατικής ικανότητας. Ένα έργο που θα χρησιμοποιείται επί δεκαετίες μπορεί θεμιτά να χρηματοδοτείται εν μέρει από τις γενεές που θα επωφεληθούν από αυτό. Μια συνταγματική αρχή η οποία εξετάζει μόνο τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις και αγνοεί την αξία των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, του περιβάλλοντος και της κοινωνικής συνοχής παρέχει ελλιπή εικόνα της πραγματικής βιωσιμότητας.

Η πρόταση πρέπει επίσης να ενταχθεί στο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1263 οργανώνει την οικονομική εποπτεία γύρω από εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά και διαρθρωτικά σχέδια και συνδέει τα υγιή δημόσια οικονομικά με τη βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, την ανθεκτικότητα, τις μεταρρυθμίσεις και τις επενδύσεις. Η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1265 ενισχύει τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια, τον μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό και τον ρόλο των ανεξάρτητων δημοσιονομικών θεσμών, ενώ απαιτεί να συνεκτιμώνται και οι δημοσιονομικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Η ύπαρξη αυτού του πλαισίου σημαίνει ότι η συνταγματική προσθήκη δεν δημιουργεί δημοσιονομική πειθαρχία από το μηδέν. Οι εθνικές αρχές δεσμεύονται ήδη από ενωσιακούς κανόνες, μεσοπρόθεσμα σχέδια, διαδικασίες εποπτείας και υποχρεώσεις δημοσιονομικής πληροφόρησης. Η συνταγματοποίηση επιτελεί διαφορετική λειτουργία: μετατρέπει τη βιωσιμότητα από ενωσιακή και νομοθετική υποχρέωση σε αυτοτελή εθνική συνταγματική αρχή. Με τον τρόπο αυτόν ενισχύει τη σταθερότητα του κανόνα, αλλά και διευρύνει το πεδίο στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί εσωτερικός δικαστικός έλεγχος.

Η πολυεπίπεδη αυτή δέσμευση δημιουργεί ένα ζήτημα δημοκρατικής απόστασης. Οι δημοσιονομικές αποφάσεις λαμβάνονται πλέον μέσα σε ένα σύνθετο δίκτυο κανόνων, τεχνικών υπολογισμών, ευρωπαϊκών συστάσεων, ανεξάρτητων αξιολογήσεων και εθνικών διαδικασιών. Η κοινοβουλευτική ψήφιση του προϋπολογισμού παραμένει τυπικά κυρίαρχη, αλλά το πραγματικό πεδίο επιλογής έχει ήδη περιοριστεί. Η περαιτέρω συνταγματική δέσμευση πρέπει, συνεπώς, να αιτιολογείται όχι απλώς με επίκληση των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων, αλλά με την απόδειξη ότι προσφέρει πρόσθετη δημοκρατική λογοδοσία και όχι απλή διπλή θωράκιση των ίδιων περιορισμών.

Το ελληνικό Σύνταγμα δεν είναι δημοσιονομικά ουδέτερο με την έννοια της αδιαφορίας απέναντι στο κοινωνικό αποτέλεσμα. Η λαϊκή κυριαρχία, η ισότητα, η αναλογικότητα και το κοινωνικό κράτος δικαίου αποτελούν δεσμευτικές αρχές. Η δημοσιονομική βιωσιμότητα πρέπει να ερμηνεύεται συστηματικά μαζί τους και όχι ως υπέρτερη αξία που ακυρώνει τις υπόλοιπες. Η μακροχρόνια χρηματοδότηση των δικαιωμάτων προϋποθέτει σταθερά δημόσια οικονομικά. Ταυτόχρονα, η δημοσιονομική προσαρμογή δεν μπορεί να εξουδετερώνει τον πυρήνα των δικαιωμάτων ή να κατανέμει τα βάρη με τρόπο προδήλως άνισο.

Η σχέση αυτή αποκλείει τόσο τον δημοσιονομικό βολονταρισμό όσο και τον δημοσιονομικό απολυταρχισμό. Ο πρώτος υποθέτει ότι η πολιτική βούληση μπορεί να δημιουργήσει απεριόριστους πόρους και αγνοεί τη διαχρονική οικονομική ικανότητα του κράτους. Ο δεύτερος παρουσιάζει κάθε περιορισμό δαπανών ως αναπόφευκτη τεχνική αναγκαιότητα και εξαλείφει τη διανεμητική διάσταση των αποφάσεων. Στην πραγματικότητα, η επίτευξη ενός δημοσιονομικού στόχου μπορεί να γίνει με διαφορετικούς συνδυασμούς φορολογίας, δαπανών, ανάπτυξης, δημόσιας περιουσίας και διοικητικής αποτελεσματικότητας. Η επιλογή του συνδυασμού είναι πολιτική και πρέπει να παραμένει κατά βάση δημοκρατικά ανοιχτή.

Η αοριστία της έννοιας «βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία» είναι το κεντρικό νομικό ζήτημα. Σε αντίθεση με έναν αριθμητικό κανόνα, η αρχή δεν μπορεί να εφαρμοστεί μέσω απλής σύγκρισης ενός δείκτη με προκαθορισμένο όριο. Απαιτεί αξιολογήσεις για τη μελλοντική ανάπτυξη, τα επιτόκια, τη δημογραφία, τις συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις, τις περιβαλλοντικές ανάγκες και την παραγωγική επίδραση των δημόσιων δαπανών. Πολλά από αυτά τα μεγέθη δεν είναι βέβαια ούτε αμιγώς πραγματικά. Εξαρτώνται από οικονομικά μοντέλα και υποθέσεις.

Η νομική συνέπεια είναι σημαντική. Όσο αοριστότερη είναι η αρχή, τόσο μεγαλύτερη εξουσία αποκτά ο ερμηνευτής της. Η Βουλή μπορεί να υποστηρίζει ότι η μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή απόδοση δικαιολογεί ένα προσωρινό έλλειμμα. Ένας ανεξάρτητος δημοσιονομικός θεσμός μπορεί να θεωρεί τις προβλέψεις υπεραισιόδοξες. Ένα δικαστήριο μπορεί να κληθεί να αποφασίσει εάν η απόκλιση είναι συνταγματικά ανεκτή. Έτσι, μια διάταξη που εμφανίζεται ως τεχνική αρχή χρηστής διαχείρισης μπορεί να ανακατανείμει ουσιωδώς την εξουσία μεταξύ κοινοβουλίου, εμπειρογνωμόνων και δικαστών.

Ο δικαστικός έλεγχος πρέπει για τον λόγο αυτόν να σχεδιαστεί με μεγάλη αυτοσυγκράτηση. Τα δικαστήρια μπορούν να ελέγχουν αν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, αν τα δημοσιονομικά δεδομένα είναι επαρκώς δημοσιοποιημένα, αν η νομοθετική απόφαση στηρίζεται σε αιτιολογία και αν η κατανομή των βαρών παραβιάζει δικαιώματα ή την αρχή της αναλογικότητας. Μπορούν επίσης να παρεμβαίνουν σε περίπτωση πρόδηλης απόκρυψης υποχρεώσεων ή καταφανώς αυθαίρετης δημοσιονομικής συμπεριφοράς.

Δεν είναι, όμως, θεσμικά κατάλληλα για να καθορίζουν τον βέλτιστο ρυθμό προσαρμογής, τον δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή μιας επένδυσης ή την ορθότητα μιας μακροοικονομικής πρόβλεψης. Η μετατροπή τους σε τελικό κριτή της οικονομικής στρατηγικής θα οδηγούσε σε δικαστικοποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής και θα παρείχε σε μη εκλεγμένα όργανα εξουσία επί αποφάσεων με έντονο κοινωνικό και διανεμητικό περιεχόμενο. Η ορθότερη μορφή ελέγχου είναι κυρίως διαδικαστική: έλεγχος διαφάνειας, αιτιολογίας, συνέπειας και πρόδηλης αυθαιρεσίας.

Παρόμοια πρέπει να είναι η θέση των ανεξάρτητων δημοσιονομικών θεσμών. Η αναλυτική τους ανεξαρτησία είναι πολύτιμη, επειδή περιορίζει την υπεραισιόδοξη πρόβλεψη, τον λογιστικό εξωραϊσμό και την απόκρυψη μελλοντικών υποχρεώσεων. Δεν πρέπει, όμως, να διαθέτουν εξουσία τελικής έγκρισης του προϋπολογισμού. Η δημοκρατικά προσφορότερη μέθοδος είναι η αρχή «συμμόρφωση ή ειδική αιτιολόγηση»: η ανεξάρτητη αξιολόγηση δημοσιοποιείται και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να αποκλίνει, φέροντας όμως το βάρος μιας πλήρους δημόσιας εξήγησης. Με αυτόν τον τρόπο η τεχνογνωσία βελτιώνει την ποιότητα της πολιτικής ευθύνης χωρίς να την υποκαθιστά.

Κρίσιμο είναι επίσης το ζήτημα του χρονικού ορίζοντα. Η ετήσια ισορροπία μπορεί να είναι μακροοικονομικά επιζήμια, επειδή επιβάλλει προκυκλική προσαρμογή. Σε περίοδο ύφεσης, η μείωση των φορολογικών εσόδων και η αύξηση των κοινωνικών δαπανών αποτελούν εν μέρει αυτόματη λειτουργία σταθεροποίησης. Η υποχρέωση άμεσης αντιστάθμισής τους με περικοπές ή φόρους μπορεί να βαθύνει την ύφεση και να χειροτερεύσει τελικά τη δυναμική του χρέους. Η έννοια της βιωσιμότητας πρέπει, επομένως, να είναι μεσοπρόθεσμη και να επιτρέπει τη λειτουργία των αυτόματων σταθεροποιητών.

Η μεσοπρόθεσμη ευελιξία δεν πρέπει, βεβαίως, να γίνεται πρόσχημα διαρκούς αναβολής. Χρειάζεται ένα πλαίσιο στο οποίο οι αποκλίσεις είναι προσωρινές, αιτιολογημένες και συνοδεύονται από σχέδιο επιστροφής σε βιώσιμη πορεία. Η επιστροφή δεν πρέπει να επιβάλλεται με μηχανιστικό χρονοδιάγραμμα ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνθήκες, αλλά ούτε να αφήνεται στην απεριόριστη διακριτική ευχέρεια της πλειοψηφίας. Η συνταγματική αρχή μπορεί να δεσμεύει ως προς την υποχρέωση σχεδίου και διαφάνειας, αφήνοντας την ακριβή ταχύτητα προσαρμογής στην πολιτική κρίση.

Αναγκαίες είναι και σαφείς ρήτρες διαφυγής. Μια βαριά ύφεση, μια υγειονομική κρίση, μια μεγάλη φυσική καταστροφή, μια σοβαρή απειλή ασφάλειας ή μια έκτακτη περιβαλλοντική ανάγκη μπορεί να απαιτούν γρήγορη αύξηση των δαπανών και προσωρινό δανεισμό. Ένα Σύνταγμα που εμποδίζει το κράτος να αντιδράσει δεν προστατεύει τη βιωσιμότητα· καταστρέφει τη θεσμική ανθεκτικότητα. Οι εξαιρέσεις, όμως, πρέπει να καθορίζονται με αντικειμενικά κριτήρια, ειδική κοινοβουλευτική αιτιολογία, χρονικό περιορισμό και περιοδική επανεξέταση.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η διάκριση ανάμεσα στην τρέχουσα δαπάνη και στη δημόσια επένδυση. Η λεγόμενη «χρυσή αρχή» επιτρέπει κατ’ αρχήν τον δανεισμό για επενδύσεις που ωφελούν τις επόμενες γενεές, ενώ επιδιώκει την κάλυψη των τρεχουσών δαπανών από τα τρέχοντα έσοδα. Η αρχή διαθέτει ισχυρή λογική διαγενεακής δικαιοσύνης, αλλά παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες ταξινόμησης. Πολλές δαπάνες για εκπαίδευση, πρόληψη υγείας, έρευνα ή παιδική φροντίδα έχουν μακροχρόνια απόδοση χωρίς να χαρακτηρίζονται λογιστικά επενδύσεις. Αντίστροφα, ένα τυπικά επενδυτικό έργο μπορεί να είναι οικονομικά αναποτελεσματικό.

Για τον λόγο αυτόν, μια επενδυτική εξαίρεση δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στη λογιστική κατηγορία. Χρειάζεται αξιολόγηση της αναμενόμενης κοινωνικής και παραγωγικής απόδοσης, του συνολικού κόστους κύκλου ζωής και της συμβολής στη μελλοντική κρατική ικανότητα. Απαιτείται επίσης ανεξάρτητη τεκμηρίωση, ώστε να μην χαρακτηρίζεται αυθαίρετα κάθε πολιτικά επιθυμητή δαπάνη ως «επένδυση». Η διάκριση πρέπει να αυξάνει την ποιότητα των αποφάσεων, όχι να δημιουργεί νέο πεδίο λογιστικής καταστρατήγησης.

Η υποχρέωση ετήσιου απολογισμού των χρηματοδοτούμενων φορέων είναι κατ’ αρχήν λιγότερο περιοριστική για τη δημοκρατική επιλογή και περισσότερο συνδεδεμένη με τη διαφάνεια. Ωστόσο, η απλή κατάθεση ενός οικονομικού εγγράφου δεν ισοδυναμεί με λογοδοσία. Ο απολογισμός πρέπει να είναι συγκρίσιμος, προσβάσιμος, ελεγμένος και συνδεδεμένος με τα αποτελέσματα της χρηματοδότησης. Πρέπει να εμφανίζει όχι μόνο πόσα χρήματα δαπανήθηκαν αλλά για ποιον σκοπό, με ποια διαδικασία και με ποιο μετρήσιμο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, η συνταγματική υποχρέωση θα παράγει διοικητική γραφειοκρατία χωρίς ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο.

Μια ισορροπημένη συνταγματική ρύθμιση θα έπρεπε να αποφύγει τόσο την αριθμητική ακαμψία όσο και την πλήρη αοριστία. Δεν θα ήταν σκόπιμο να ενσωματωθούν στο Σύνταγμα συγκεκριμένα ποσοτικά όρια τα οποία εξαρτώνται από μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες και ευρωπαϊκές μεθοδολογίες. Θα ήταν προτιμότερο να κατοχυρωθεί η μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα, με ρητή συνεκτίμηση του οικονομικού κύκλου, των εξαιρετικών περιστάσεων, της επάρκειας των δημόσιων επενδύσεων, του κοινωνικού κράτους και της διαγενεακής δικαιοσύνης.

Η εφαρμοστική νομοθεσία θα μπορούσε να προσδιορίζει τη μεθοδολογία, τις διαδικασίες, τον ρόλο των ανεξάρτητων θεσμών και τους μηχανισμούς διόρθωσης. Θα έπρεπε να απαιτεί από κάθε προϋπολογισμό όχι μόνο ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, αλλά και αποτίμηση των κοινωνικών, διανεμητικών, επενδυτικών και διαγενεακών συνεπειών. Δύο μέτρα με το ίδιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα μπορεί να έχουν ριζικά διαφορετικές επιπτώσεις στην ισότητα, στην ανάπτυξη και στην άσκηση των δικαιωμάτων. Η συνταγματική αξιολόγηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο τελικό αριθμητικό υπόλοιπο.

Η ουσιαστική δημοκρατική ελευθερία διατηρείται όταν οι πολίτες μπορούν να επιλέγουν διαφορετικές στρατηγικές βιωσιμότητας. Μια πλειοψηφία μπορεί να προτιμά υψηλότερη φορολογία και εκτεταμένες δημόσιες υπηρεσίες. Μια άλλη μπορεί να επιλέγει μικρότερο δημόσιο τομέα και διαφορετική κατανομή των δαπανών. Και οι δύο επιλογές μπορούν θεωρητικά να είναι δημοσιονομικά βιώσιμες. Εκείνο που το Σύνταγμα μπορεί θεμιτά να απαγορεύει είναι η απόκρυψη του κόστους, η προδήλως ανεξέλεγκτη μεταφορά του στο μέλλον και η καταστροφή της μακροχρόνιας ικανότητας του κράτους.

Αντίθετα, δεν πρέπει να αποκλείει εκ των προτέρων την πολιτική διαφωνία για το μέγεθος του κράτους, το επίπεδο της αναδιανομής, την προοδευτικότητα της φορολογίας ή την έκταση της κοινωνικής προστασίας. Εάν το πράξει, θα μετατρέψει μια συγκεκριμένη οικονομική θεωρία σε υπερνομοθετική ορθοδοξία. Οι εκλογές θα εξακολουθούν να πραγματοποιούνται, αλλά το βασικό τους οικονομικό περιεχόμενο θα έχει σημαντικά περιοριστεί.

Η συνταγματοποίηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας είναι, επομένως, θεμιτή μόνο ως συνταγματοποίηση της διαχρονικής ευθύνης. Το Σύνταγμα μπορεί να απαιτεί ειλικρινή στοιχεία, αξιόπιστες προβλέψεις, μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό, πλήρη λογοδοσία, συνεκτίμηση των μελλοντικών υποχρεώσεων και ειδική αιτιολόγηση των αποκλίσεων. Δεν πρέπει να επιβάλλει μία μοναδική σύνθεση φόρων και δαπανών ούτε να εξομοιώνει κάθε έλλειμμα με ανευθυνότητα.

Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι δημόσιο αγαθό, αλλά δεν είναι το μοναδικό. Η κοινωνική συνοχή, η ισότητα, η περιβαλλοντική προστασία, η ανθεκτικότητα των υποδομών, η παιδεία και η δημόσια υγεία αποτελούν επίσης προϋποθέσεις μακροχρόνιας κρατικής βιωσιμότητας. Μια πολιτική που βελτιώνει προσωρινά έναν δημοσιονομικό δείκτη και ταυτόχρονα υποβαθμίζει αυτές τις υποδομές μπορεί να είναι λογιστικά αυστηρή αλλά ουσιαστικά μη βιώσιμη.

Το τελικό συνταγματικό όριο βρίσκεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικές μορφές αφαίρεσης της δημοκρατικής ελευθερίας. Η πρώτη προκαλείται όταν η σημερινή πλειοψηφία συσσωρεύει υποχρεώσεις που δεσμεύουν υπέρμετρα τις επόμενες. Η δεύτερη όταν η σημερινή γενιά συνταγματοποιεί τόσο αυστηρούς κανόνες, ώστε οι επόμενες να μην μπορούν να επιλέξουν διαφορετικό οικονομικό και κοινωνικό πρότυπο. Η ορθή ρύθμιση πρέπει να προστατεύει συγχρόνως τη δημοσιονομική δυνατότητα και την πολιτική αυτονομία του μέλλοντος.

Η συνταγματική βιωσιμότητα δεν σημαίνει δημοσιονομική ακινησία. Σημαίνει διατήρηση της ικανότητας του κράτους να δρα, να προστατεύει τα δικαιώματα, να επενδύει, να ανταποκρίνεται στις κρίσεις και να μεταβάλλει δημοκρατικά τις προτεραιότητές του χωρίς να οδηγείται σε οικονομική αδυναμία.