Η οικονομική ισχύς δεν εξαρτάται μόνο από το μέγεθος του ΑΕΠ, την τεχνολογική υπεροχή ή το εύρος της χρηματοπιστωτικής αγοράς, αλλά και από την ικανότητα ελέγχου, προστασίας ή αξιόπιστης διακινδύνευσης κρίσιμων ενεργειακών ροών. Η παρούσα κρίση αναδεικνύει με σπάνια καθαρότητα ότι η ενέργεια δεν είναι απλώς εμπορεύσιμο αγαθό υψηλής στρατηγικής σημασίας, αλλά θεμελιώδες μέσο διαμόρφωσης της οικονομικής ιεράρχησης μεταξύ κρατών και περιφερειών. Όταν από τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να περνά περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαϊκών υγρών και πάνω από το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου LNG, η έννοια της ενεργειακής ασφάλειας παύει να αφορά μόνο την επάρκεια αποθεμάτων ή τη διαχείριση λογαριασμών. Αφορά την ίδια τη δομή του διεθνούς καταμερισμού ισχύος. Όποιος είναι λιγότερο εκτεθειμένος στη διαταραχή τέτοιων ροών ή διαθέτει πολλαπλές ασφαλείς εναλλακτικές, κατέχει ουσιαστικό στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι όποιου παραμένει αιχμάλωτος μιας οριακής αρχιτεκτονικής τροφοδοσίας.
Η θεωρία της ενεργειακής ισχύος καταδεικνύει την μη μονοδιάστατη φύση της ισχύος. Δεν έχει αξία μόνο ο παραγωγός ενέργειας, αλλά και ο κάτοχος υποδομών, ο ελεγκτής διαδρομών, ο διαμορφωτής ασφαλίστρων, ο εγγυητής σταθερότητας, ο κατασκευαστής δικτύων και εκείνος που διαθέτει την τεχνολογική δυνατότητα να υποκαθιστά ταχύτερα και αποτελεσματικότερα τις ασταθείς εισροές. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ενεργειακή κυριαρχία μετατρέπεται σε σύνθετο πλέγμα, όπου συνυφαίνονται πρώτες ύλες, θαλάσσιες οδοί, νομισματική αξιοπιστία, στρατηγικά αποθέματα, βιομηχανική πολιτική και τεχνολογική προσαρμοστικότητα. Αυτό σημαίνει ότι οι παραδοσιακές οικονομικές κατηγορίες περί “καθαρών εισαγωγέων” και “καθαρών εξαγωγέων” είναι αναγκαίες αλλά όχι επαρκείς. Μια χώρα μπορεί να μην είναι μεγάλος παραγωγός και παρ’ όλα αυτά να κατέχει υψηλή ενεργειακή ισχύ εάν διαθέτει διαφοροποιημένες υποδομές, πρόσβαση σε ασφαλείς διαδρόμους, ισχυρές αποθηκευτικές δυνατότητες και τεχνολογίες που περιορίζουν τη συνολική ενεργειακή της τρωτότητα.
Συνεπώς, η παρούσα αναταραχή δεν αναδιατάσσει μόνο τις τιμές, αλλά και τις προσδοκίες για τη μελλοντική γεωγραφία της οικονομικής υπεροχής. Οι οικονομίες που μπορούν να εγγυηθούν σταθερή τροφοδοσία για τη βιομηχανία τους, να χρηματοδοτήσουν γρήγορες επενδύσεις υποκατάστασης, να προστατεύσουν κοινωνικά την κατανάλωση και να διατηρήσουν πολιτική συνοχή σε περιόδους πίεσης, θα συγκεντρώσουν μεγαλύτερο μερίδιο επενδύσεων, παραγωγής και οικονομικού κύρους. Οι υπόλοιπες θα βρεθούν σε διαρκή θέση αμυντικής προσαρμογής, αναγκαζόμενες να πληρώνουν ακριβότερη ενέργεια, ακριβότερη ασφάλιση κινδύνου και συχνά ακριβότερο χρήμα. Η ενεργειακή ισχύς, συνεπώς, δεν είναι μόνο ζήτημα φυσικών πόρων. Είναι και ζήτημα θεσμικής προνοητικότητας. Εκείνο που μετρά δεν είναι μόνο ποιος παράγει περισσότερο, αλλά ποιος είναι καλύτερα οργανωμένος ώστε να μετατρέπει διεθνή αστάθεια σε διαχειρίσιμο εσωτερικό κίνδυνο.
Η Ευρώπη αποτελεί ενδιαφέρουσα περίπτωση ακριβώς επειδή διαθέτει εκτεταμένη ρυθμιστική, νομισματική και τεχνολογική βαρύτητα αλλά παραμένει ενεργειακά ευάλωτη. Αυτό το μείγμα υψηλής θεσμικής ισχύος και σχετικής υλικής εξάρτησης δημιουργεί ένα διαρκές στρατηγικό έλλειμμα. Η Ευρώπη μπορεί να καθορίζει πρότυπα, να επιβάλλει κανονισμούς, να επηρεάζει αγορές, αλλά αδυνατεί ακόμη να εγγυηθεί στον ίδιο βαθμό την απρόσκοπτη και χαμηλού ρίσκου ενεργειακή τροφοδοσία της δικής της παραγωγικής βάσης. Αυτή η αντίφαση είναι πολύ σοβαρότερη απ’ όσο συνήθως αναγνωρίζεται. Διότι σε έναν κόσμο ενεργειακής αστάθειας, το θεσμικό πλεονέκτημα χωρίς υλική ενεργειακή ασφάλεια κινδυνεύει να μετατραπεί σε ημιτελή κυριαρχία. Το ίδιο το γεγονός ότι ένα σοκ στα Στενά του Ορμούζ μπορεί να πυροδοτήσει τόσο έντονες αναταράξεις στις ευρωπαϊκές προσδοκίες ανάπτυξης, πληθωρισμού και επιτοκίων καταδεικνύει πόσο ελλιπής παραμένει η μετατροπή της ευρωπαϊκής ισχύος σε πραγματική οικονομική αυτονομία.
Αυτό ακριβώς επιβάλλει μια νέα οικονομική στρατηγική. Αν η ενέργεια είναι μέσο ισχύος, τότε η πολιτική απέναντί της δεν μπορεί να είναι αμιγώς τεχνοκρατική. Πρέπει να είναι στρατηγική, βιομηχανική, κοινωνική και χρηματοδοτική ταυτόχρονα. Χρειάζεται δηλαδή η μετάβαση από την παθητική προμήθεια στην ενεργητική αρχιτεκτονική ασφάλειας. Αυτό σημαίνει για την Ευρώπη και για κάθε χώρα ξεχωριστά ότι η διαφοροποίηση πηγών, η αποθήκευση, οι διασυνδέσεις, οι στρατηγικές συμφωνίες προμήθειας, οι τεχνολογίες εξοικονόμησης και η ανάπτυξη λιγότερο ενεργοβόρων μορφών παραγωγής δεν είναι περιφερειακές τεχνικές επιλογές, αλλά ο ίδιος ο πυρήνας μιας σύγχρονης θεωρίας οικονομικής κυριαρχίας. Και σημαίνει επίσης ότι το κοινωνικό πρόσημο της ενεργειακής πολιτικής δεν είναι δευτερεύον. Μια κοινωνία που δεν προστατεύεται επαρκώς από τις διακυμάνσεις αυτής της ισχύος γίνεται εύκολα πολιτικά ασταθής και άρα στρατηγικά πιο αδύναμη. Κατά συνέπεια, η πραγματική ενεργειακή ισχύς προϋποθέτει όχι μόνο υποδομές και αγωγούς, αλλά και θεσμούς κοινωνικής ανθεκτικότητας που εμποδίζουν τη μετατροπή του ενεργειακού σοκ σε κρίση κοινωνικής αποσύνθεσης.
Πρόσφατα σχόλια