Η ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας χαρακτηρίζεται από τη διαπάλη δύο ηγεμονικών ιδεολογιών: του κεμαλισμού, που αποτέλεσε τη θεμελιώδη ιδεολογική πλατφόρμα του τουρκικού κράτους κατά τον 20ό αιώνα, και του ερντογανισμού, που κυριάρχησε πολιτικά και πολιτισμικά από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 έως σήμερα. Παρά τη φαινομενική τους αντίθεση, οι δύο ιδεολογίες δεν είναι απλώς ανταγωνιστικά πολιτικά προγράμματα: συνιστούν διαφορετικά υποδείγματα εξουσίας, πολιτικής φιλοσοφίας, πολιτιστικής ηγεμονίας και κοινωνικής μηχανικής. Η μεταξύ τους σύγκριση αναδεικνύει θεμελιώδεις αλλαγές στη θεσμική διάρθρωση της Τουρκίας, στην έννοια της ταυτότητας, στον ρόλο της θρησκείας και στην εξωτερική πολιτική στρατηγική της χώρας.
Κοσμικότητα και Θρησκευτική Πολιτική: Από τον εξορθολογισμό στον θρησκευτικό ρεαλισμό
Η κοσμικότητα (laiklik) αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο της κεμαλικής ιδεολογίας. Η εκκοσμίκευση δεν ήταν απλώς θεσμική αναδιάρθρωση αλλά ιδεολογική επιλογή: ένα μέσο εξευρωπαϊσμού και δημιουργίας μιας νέας «εθνικής συνείδησης» απεξαρτημένης από την οθωμανική θρησκευτική-θεοκρατική παράδοση. Ο Ατατούρκ κατήργησε το Χαλιφάτο , περιόρισε τα ισλαμικά δικαστήρια και σχολεία, και ίδρυσε τη Diyanet, έναν κρατικό θεσμό θρησκευτικής διαχείρισης που σκοπός του ήταν να αποπολιτικοποιήσει τη θρησκεία μέσω του κρατικού ελέγχου της.
Αντίθετα, ο ερντογανισμός ανασυγκρότησε την έννοια της θρησκείας ως ζωτικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας και της κρατικής ισχύος. Η Diyanet αναβαθμίστηκε σε μηχανισμό πολιτισμικής ηγεμονίας, χρηματοδοτούμενη πλουσιοπάροχα. Η επιστροφή της θρησκείας στη δημόσια σφαίρα —είτε μέσω της ενίσχυσης των Ιμάμ Χατίπ σχολείων είτε με την απονομιμοποίηση της απαγόρευσης της μαντίλας— δεν είναι απλώς συμβολική: ενσαρκώνει την πολιτισμική μετατόπιση από τον εκσυγχρονιστικό ορθολογισμό προς έναν θρησκευτικό ρεαλισμό, ο οποίος δίνει στην πλειοψηφία τη δύναμη να καθορίσει τα όρια του δημόσιου και του ιδιωτικού.
Πολιτειακή Δομή και Εξουσιαστική Αρχιτεκτονική: Από την κοινοβουλευτική ισορροπία στην υπερπροεδρική συγκέντρωση
Η Τουρκία αποτελεί μια sui generis περίπτωση κρατικής συγκρότησης και πολιτειακής λειτουργίας, που αψηφά τις τυπικές κατηγοριοποιήσεις της σύγχρονης συγκριτικής πολιτειολογίας. Εμφανίζεται θεσμικά ως δημοκρατία, αλλά διαχρονικά υπολείπεται των ποιοτικών κριτηρίων που προσδιορίζουν ένα ουσιαστικά δημοκρατικό πολίτευμα: την ανεξαρτησία των εξουσιών, την εγγύηση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, την εναλλαγή της εξουσίας μέσω πλουραλιστικού ανταγωνισμού και τη λογοδοσία της κυβερνητικής εξουσίας απέναντι στην κοινωνία. Στην τουρκική περίπτωση, οι θεσμοί συχνά λειτουργούν περισσότερο ως εργαλεία κρατικής επιβολής και ιδεολογικής κανονικοποίησης, παρά ως φορείς δημοκρατικής νομιμοποίησης και εγγυητές της λαϊκής κυριαρχίας.
Το κεμαλικό σύστημα διακυβέρνησης εισήγαγε έναν μορφολογικά κοινοβουλευτικό τύπο, διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο θεσμικής κατανομής αρμοδιοτήτων, όπου ο Πρόεδρος είχε τυπικό και τελετουργικό ρόλο, ενώ το Κοινοβούλιο και η κυβέρνηση ασκούσαν τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία αντίστοιχα. Ωστόσο, πίσω από αυτό το δυτικότροπο θεσμικό περίβλημα, διατηρήθηκε ένα ιδιότυπο μοντέλο κρατικιστικής επιτήρησης, υπό την επιρροή του στρατού και της γραφειοκρατικής ελίτ, που λειτούργησε ως εγγυητής της κεμαλικής ιδεολογίας. Το φαινόμενο της «δημοκρατίας υπό επιτήρηση» (tutelary democracy) έγινε χαρακτηριστικό γνώρισμα του τουρκικού πολιτικού πολιτισμού: οι δημοκρατικοί θεσμοί επιτρέπονταν στον βαθμό που δεν απειλούσαν την ιδεολογική κανονικότητα του κράτους. Κάθε ουσιώδης απόκλιση —είτε θρησκευτική, είτε εθνοτική, είτε πολιτική— αντιμετωπιζόταν ως κίνδυνος που έπρεπε να ελεγχθεί ή να εξοβελιστεί.
Αυτό το de facto θεσμικό έλλειμμα δεν αντιμετωπίστηκε ή διορθώθηκε στην περίοδο του ερντογανισμού· αντίθετα, επανεπινοήθηκε με διαφορετική μορφή αλλά παρόμοια ουσία. Η «συνταγματική επανάσταση» του 2017, που επισημοποίησε τη μετάβαση σε ένα υπερ-προεδρικό σύστημα, κατήργησε την παραδοσιακή αρχιτεκτονική της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και εδραίωσε ένα νέο καθεστώς συγκεντρωτικής, προσωποπαγούς εξουσίας. Ο Πρόεδρος αναδείχθηκε σε υπέρτατο πολιτειακό παράγοντα με εκτεταμένες αρμοδιότητες: διορισμό υπουργών χωρίς κοινοβουλευτική έγκριση, έκδοση διαταγμάτων με ισχύ νόμου, καθορισμό του προϋπολογισμού, παρέμβαση στη δικαιοσύνη μέσω ελέγχου των διορισμών ανώτατων δικαστικών λειτουργών. Το Κοινοβούλιο υποβαθμίστηκε σε θεσμικό παρατηρητή, ενώ η δικαιοσύνη αποστερήθηκε της θεσμικής της αυτονομίας, μετατρεπόμενη σε μηχανισμό επικύρωσης της εκτελεστικής βούλησης.
Πρόκειται, ουσιαστικά, για ένα καθεστώς εκτελεστικού αυταρχισμού με εκλογική νομιμοποίηση (electoral authoritarianism), στο οποίο η θεσμική δημοκρατία υφίσταται περισσότερο ως εξωτερική επιφάνεια παρά ως ουσία. Οι εκλογές διεξάγονται, αλλά δεν διασφαλίζουν ισότιμο ανταγωνισμό. Το Σύνταγμα υπάρχει, αλλά ερμηνεύεται εργαλειακά. Οι θεσμοί λειτουργούν, αλλά δεν αποτελούν φραγμούς στην εκτελεστική αυθαιρεσία. Η διάκριση των εξουσιών έχει απορρυθμιστεί, και η πολιτική ζωή οργανώνεται γύρω από ένα ηγεμονικό υποκείμενο εξουσίας, το οποίο συγχωνεύει πολιτική, κρατική και ιδεολογική κυριαρχία στο πρόσωπο του Προέδρου.
Το βάθος αυτής της κρίσης δεν είναι απλώς θεσμικό, αλλά πολιτισμικό και δομικό. Η Τουρκία, τόσο στην κεμαλική όσο και στην ερντογανική της φάση, δεν κατόρθωσε να συγκροτήσει έναν δημόσιο χώρο πλουραλιστικό, ανεκτικό και θεσμικά ενσυνείδητο. Αντιθέτως, η κρατική ιδεολογία —είτε εκκοσμικευμένη είτε θρησκευτικοποιημένη— επιδίωξε τη δημιουργία ενός ομοιογενούς, ιδεολογικά πειθαρχημένου πολίτη, ακυρώνοντας την αρχή της πολιτικής διαφοροποίησης. Η εξουσία διατηρεί την ίδια πυρηνική δομή, ακόμη και όταν αλλάζει πρόσημο: από τον στρατιωτικο-εθνικιστικό εξορθολογισμό του κεμαλισμού, στον λαϊκιστικό, θεοκεντρικό συγκεντρωτισμό του ερντογανισμού.
Κατά συνέπεια, η Τουρκία δεν μπορεί να ενταχθεί αβίαστα ούτε στον κλασικό ορισμό του αυταρχισμού ούτε σε αυτόν της δημοκρατίας. Αντιθέτως, ενσαρκώνει ένα υβριδικό, μεταβατικό και θεσμικά ετερογενές καθεστώς, όπου η μορφή της δημοκρατίας χρησιμοποιείται για να επικαλύψει την ουσία του κρατισμού και της συγκεντρωτικής κυριαρχίας. Πρόκειται για ένα παράδειγμα όπου το Σύνταγμα υπάρχει, αλλά δεν δεσμεύει· οι θεσμοί λειτουργούν, αλλά δεν αντιστέκονται· και η εκλογική διαδικασία νομιμοποιεί τη μονοκρατορία, αντί να διασφαλίζει τον πλουραλισμό.
Ο Στρατός ως Ιδεολογικός Πυλώνας και ο Μετασχηματισμός του
Στο κεμαλικό σύστημα διακυβέρνησης, ο στρατός δεν λειτούργησε απλώς ως θεσμικός φορέας της εθνικής ασφάλειας, αλλά ως ιδεολογικός μηχανισμός εσωτερικής επιτήρησης και διαφύλαξης της κρατικής κοσμικότητας. Η σχέση πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας δεν ήταν συμμετρική· ο στρατός νοούνταν ως «έσχατος εγγυητής» του κεμαλιστικού δόγματος, απολαμβάνοντας υπέρμετρη αυτονομία και θεσμική ασυλία εντός της πολιτικής δομής. Αυτή η ιδιαίτερη θέση του ενσωματώθηκε θεσμικά μέσα από το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας (MGK) και ιδεολογικά μέσα από τη θεωρία του Kemalist guardianship democracy, δηλαδή της «επιτηρούμενης δημοκρατίας». Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρητική αρχιτεκτονική, η δημοκρατία επιτρέπεται στο μέτρο που δεν απειλεί τις ιδρυτικές αξίες του κεμαλιστικού κράτους — κοσμικότητα, εθνική ενότητα, εδαφική ακεραιότητα.
Η εφαρμογή αυτής της λογικής υλοποιήθηκε δραματικά μέσα από τέσσερις στρατιωτικές επεμβάσεις (1960, 1971, 1980, 1997), κάθε μία από τις οποίες αντανακλούσε τον φόβο της στρατιωτικής ελίτ για την άνοδο μη κεμαλικών ιδεολογικών ρευμάτων — είτε επρόκειτο για την άκρα Αριστερά (1960–1971), είτε για πολιτικό Ισλάμ (1997). Ο στρατός δρούσε ως πατερναλιστικός υπερ-θεσμός, αποδεχόμενος μεν τις εκλογικές διαδικασίες, αλλά όχι τη δυνατότητα του λαού να αποκλίνει από την κρατικά ορισμένη «ορθή γραμμή». Αυτή η ιδιότυπη μορφή ελεγχόμενης δημοκρατίας ενσάρκωσε μια σχιζοειδή συνθήκη κυριαρχίας: τυπική κοινοβουλευτική διακυβέρνηση, ουσιαστική στρατιωτική επιτήρηση.
Η άνοδος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) σηματοδότησε τη συστηματική αποδόμηση αυτής της στρατοκρατικής ηγεμονίας. Με σημείο καμπής τις δίκες Ergenekon και Balyoz (2008–2012), το παλιό στρατιωτικό κατεστημένο κατηγορήθηκε για απόπειρα συνωμοσίας και υπονόμευσης της εκλεγμένης κυβέρνησης. Εκατοντάδες ανώτατοι αξιωματικοί αποπέμφθηκαν ή φυλακίστηκαν, απονευρώνοντας την παραδοσιακή ανεξαρτησία των ενόπλων δυνάμεων. Το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 αποτέλεσε καταλύτη πλήρους αναδιάρθρωσης: χιλιάδες στελέχη εκκαθαρίστηκαν, στρατιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα καταργήθηκαν ή κρατικοποιήθηκαν, ενώ το Γενικό Επιτελείο και το Υπουργείο Άμυνας υπήχθησαν άμεσα στον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας και του ίδιου του Προέδρου.
Το αποτέλεσμα ήταν η αντιστροφή του παλαιού συσχετισμού εξουσίας: ο στρατός μετατράπηκε από ηγεμονικός ρυθμιστής του πολιτικού παιχνιδιού σε εξαρτημένο και ιεραρχικά υποταγμένο όργανο του προεδρικού συγκεντρωτισμού. Η πολιτικοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων δεν εξαφανίστηκε· απλώς μετατοπίστηκε: από την επιβολή του κεμαλικού δόγματος, στην υπηρεσία της ερντογανικής raison d’état. Ο στρατός σήμερα καλείται να ενσαρκώσει τη νέα ιδεολογική ηγεμονία, συμμετέχοντας σε στρατιωτικές αποστολές υψηλού πολιτικού συμβολισμού (Λιβύη, Συρία, Ναγκόρνο Καραμπάχ) και να λειτουργεί ως φορέας της τουρκικής ισχύος στο εξωτερικό, όχι ως εσωτερικός θεματοφύλακας.
Η μετάβαση αυτή δεν συνεπάγεται αποστρατιωτικοποίηση του κράτους, αλλά επανανοηματοδότηση της στρατιωτικής λειτουργίας: από εργαλείο επιτήρησης της κοσμικής-κεμαλικής ορθοδοξίας, σε μηχανισμό επιβεβαίωσης της ερντογανικής κρατικής κυριαρχίας. Η εξουσία δεν εκχωρείται πλέον στον στρατό ως υπεράνω θεσμικό φρουρό, αλλά υποτάσσεται στην εκτελεστική βούληση ενός μονοπρόσωπου προεδρικού συστήματος, εγκλωβισμένου σε μια νέα μορφή αυταρχικού συγκεντρωτισμού με θρησκευτικό και εθνικιστικό πρόσημο.
Εκπαίδευση και Πολιτισμική Ταυτότητα: Από τον Διαφωτισμό στον Θρησκευτικό Λαϊκισμό
Η κεμαλική εκπαιδευτική πολιτική στόχευε στην εκκοσμίκευση και εκλογίκευση του κοινωνικού συνόλου. Το εκπαιδευτικό σύστημα εθνικοποιήθηκε, τα θρησκευτικά μαθήματα καταργήθηκαν και προωθήθηκε η ορθολογική επιστήμη και η ιστορική αφήγηση του τουρκικού εθνισμού. Η παιδεία έγινε το βασικό εργαλείο της κρατικής ιδεολογίας: ένα εργοτάξιο παραγωγής «κοσμικών πολιτών».
Η εποχή του Ερντογάν επέφερε μια ριζική αλλαγή στον πολιτισμικό προσανατολισμό. Η ενίσχυση των Imam Hatip σχολών (θρησκευτικών λυκείων), η εισαγωγή μαθημάτων Κορανίου ακόμη και στη στοιχειώδη εκπαίδευση και η χρηματοδότηση ισλαμικών φοιτητικών ενώσεων επέτρεψαν την εμφάνιση μιας νέας θρησκευτικής ελίτ. Η εκπαίδευση δεν είναι πλέον χώρος ουδετερότητας αλλά πολιτισμικής διαπραγμάτευσης, με στόχο τη διαμόρφωση ευσεβών, εθνικά υπερήφανων και πολιτικά υπάκουων πολιτών. Ο ερντογανισμός αναπαράγει ένα μετανεωτερικό μοντέλο πολιτισμικής ηγεμονίας: όχι μέσω καταστολής αλλά μέσω παραγωγής νοήματος.
Εθνική Ταυτότητα και Πολιτισμικός Εθνικισμός
Ο κεμαλιστικός εθνικισμός (Türkçülük) υπήρξε μονοδιάστατος και αφομοιωτικός. Όλοι οι πολίτες θεωρούνταν «Τούρκοι» ανεξαρτήτως εθνοτικής ή θρησκευτικής ταυτότητας — μια προσέγγιση που οδήγησε σε συστηματικό αποκλεισμό και καταπίεση των Κούρδων, Αλεβιτών και άλλων μειονοτήτων.
Ο ερντογανισμός εισάγει έναν υβριδικό εθνικισμό: ενσωματώνει την ισλαμική ταυτότητα στο έθνος, προωθεί τη «νέα Οθωμανική» (Neo-Ottomanist) πολιτισμική αφήγηση και επιχειρεί να γεφυρώσει τον τουρκικό εθνικισμό με τον σουνιτικό ισλαμισμό. Η κουλτούρα της ταυτότητας δεν δομείται πια αποκλειστικά γύρω από την εθνογλωσσική ενότητα, αλλά γύρω από τον ισλαμικό συντηρητισμό ως ενοποιητικό ιδεολογικό πυλώνα. Αυτό οδηγεί όμως και σε νέες μορφές αποκλεισμού —ιδίως για όσους δεν ενστερνίζονται τη συντηρητική θρησκευτική ηθική.
Εξωτερική Πολιτική: Από τον Ρεαλισμό του Ισοζυγίου στον Ιδεολογικό Αναθεωρητισμό
Παρά τις εκ πρώτης όψεως ιδεολογικές και ρητορικές αποκλίσεις μεταξύ κεμαλισμού και ερντογανισμού, η τουρκική εξωτερική πολιτική διακρίνεται από μια υποκείμενη στρατηγική συνέχεια, ιδίως ως προς τη διαχρονική επιδίωξη περιφερειακής ισχύος μέσω επιλεκτικής επιθετικότητας και τον ρόλο της χώρας ως «επιτήδειου ουδέτερου» στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα. Επί κεμαλιστών, η Τουρκία προσανατολίστηκε μεν θεσμικά προς τη Δύση (ένταξη στο ΝΑΤΟ, ΕΟΚ), αλλά διατήρησε μια πολιτική προσεκτικής αποστασιοποίησης, επιλέγοντας ρόλο θεματοφύλακα της περιφερειακής σταθερότητας χωρίς ενεργή συμμετοχή σε συγκρούσεις. Εντούτοις, η στάση της στο Κυπριακό, η άρνηση αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων, καθώς και η διαχρονική αμφισβήτηση θαλάσσιων και εναέριων συνόρων στο Αιγαίο, καταδεικνύουν ότι η επιφυλακτική ουδετερότητα του κεμαλισμού δεν απέκλειε την επιθετικότητα.
Ο ερντογανισμός, αν και μετατόπισε την πολιτισμική και ιδεολογική βάση της εξωτερικής πολιτικής προς έναν νεο-οθωμανικό και ισλαμικό ηγεμονισμό, διατηρεί το ίδιο στρατηγικό υπόβαθρο: επιδιώκει αυξημένο περιφερειακό ρόλο χωρίς πλήρη προσχώρηση ούτε στη Δύση ούτε στην Ανατολή. Η χρήση της Συμφωνίας Τουρκίας–Λιβύης, η στρατιωτική παρουσία στη Συρία, τα UAV στη Λιβύη και στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, αλλά και οι ταυτόχρονες εμπορικές σχέσεις με Ρωσία και ΝΑΤΟ, επιβεβαιώνουν την τακτική του επιλεκτικού τακτικισμού. Είτε με κοσμικό είτε με ισλαμικό πρόσημο, η Τουρκία ιστορικά ακολουθεί μια πραγματιστική, επιθετική και πολυκεντρική στρατηγική, που αποσκοπεί στη διατήρηση περιθωρίου ελιγμών ανάμεσα σε ανταγωνιστικά γεωπολιτικά κέντρα εξουσίας — ενσαρκώνοντας πλήρως το πρότυπο του «επιτήδειου ουδέτερου», όπως αυτό αναδείχθηκε ήδη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και διατηρείται μέχρι σήμερα με διαφορετικά μέσα αλλά ανάλογες επιδιώξεις.
Συμπέρασμα: Μια Αναμέτρηση Κοσμοθεωριών
Ο κεμαλισμός και ο ερντογανισμός συνιστούν δύο ανταγωνιστικά αλλά δομικά συγγενή παραδείγματα συγκρότησης πολιτικής ηγεμονίας στην Τουρκία. Αποτελούν αντιθετικές κοσμοαντιλήψεις ως προς τη φυσιογνωμία του κράτους, τη φύση της εξουσίας και τον προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας, εκφράζοντας εκ διαμέτρου αντίθετα νοηματοδοτικά συστήματα για το τι σημαίνει να είσαι Τουρκία στον 21ο αιώνα. Ο κεμαλισμός θεμελιώνεται στον ορθολογισμό, τον εκσυγχρονισμό δυτικού τύπου και την κοσμική κρατική λογική, φιλοδοξώντας να ανασυστήσει ένα κράτος εθνικής ομοιογένειας απαλλαγμένο από τη θρησκευτική κληρονομιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο ερντογανισμός, αντιθέτως, αναδεικνύει τη λαϊκή νομιμοποίηση, τη θρησκευτική πολιτισμικότητα και την ενίσχυση μιας προσωποπαγούς ηγεσίας ως βασικούς πυλώνες κρατικής νομιμοποίησης. Στην πράξη, οι δύο ιδεολογίες εκκινούν από διαφορετικά αξιακά σημεία αλλά καταλήγουν να διαμορφώνουν παραπλήσιους τύπους εξουσιαστικής δομής, με έμφαση στον κρατισμό, τη συγκεντρωτική διακυβέρνηση και τον πολιτισμικό αποκλεισμό.
Η συγκριτική τους προσέγγιση αναδεικνύει μια διαλεκτική ρήξης και συνέχειας: ο ερντογανισμός δεν υπήρξε απλώς ανατροπή του κεμαλικού παρελθόντος, αλλά αναπροσανατολισμός των ίδιων μηχανισμών εξουσίας με νέα ιδεολογικά πρόσημα. Ο κεμαλιστικός συγκεντρωτισμός, η αυστηρή θεσμική ιεραρχία, η κρατικά επιβαλλόμενη πολιτισμική ομοιομορφία και η εκκοσμίκευση μέσω ελέγχου της κοινωνίας, βρήκαν την αντεστραμμένη αντανάκλασή τους στον ερντογανικό κρατισμό: έναν μηχανισμό εξίσου συγκεντρωτικό και ηγεμονικό, αλλά στηριγμένο στη θρησκευτική παράδοση, τον λαϊκιστικό εθνικισμό και την ηγεμονία της πλειοψηφίας. Οι συμβολικές ανατροπές —όπως η μαντίλα, η Αγία Σοφία, ή η υποβάθμιση των κεμαλικών ελίτ— δεν συνοδεύονται από θεσμική αποδόμηση του αυταρχικού πυρήνα του τουρκικού κράτους. Αντίθετα, αναπαράγουν την ίδια λογική της κρατικής επιβολής επί της κοινωνίας, με νέα εργαλεία και ερείσματα.
Στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής, παρά τις ιδεολογικές διαφοροποιήσεις, διατηρείται στρατηγική συνέχεια στον ρεαλισμό και στον καιροσκοπικό επεκτατισμό. Ο κεμαλιστικός απομονωτισμός, υπό το δόγμα «Ειρήνη στο εσωτερικό, ειρήνη στον κόσμο», έκρυβε στην πράξη μια στάση «επιτήδειας ουδετερότητας» που επέτρεπε στην Τουρκία να διατηρεί στρατηγικά περιθώρια ελιγμών μεταξύ ανταγωνιστικών δυνάμεων. Ο ερντογανισμός εντείνει αυτό το πρότυπο, επενδύοντας σε έναν πολυδιάστατο αναθεωρητισμό που συνδυάζει στρατιωτική παρέμβαση, ήπια ισχύ, και ιδεολογική διπλωματία με αναφορές στην οθωμανική κληρονομιά. Και στις δύο περιπτώσεις, η στρατηγική αυτονομία —όχι η ιδεολογική συνέπεια— αποτελεί τον σταθερό άξονα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, επιτρέποντας την ανάληψη επιθετικών πρωτοβουλιών με μεταβλητές συμμαχίες και επιλεκτική προσκόλληση σε γεωπολιτικούς σχηματισμούς.
Το πιο ανησυχητικό χαρακτηριστικό της τουρκικής πολιτικής πραγματικότητας, ωστόσο, δεν είναι οι ιδεολογικές μεταβολές, αλλά η διαχρονική αποτυχία θεσμικής εμβάθυνσης της δημοκρατίας. Η εργαλειακή χρήση της θρησκείας, της εθνικής ιστορίας και της ταυτότητας από το κράτος —είτε για εκσυγχρονιστικούς είτε για λαϊκιστικούς σκοπούς— συνιστά ένδειξη ενός βαθιά πατερναλιστικού πολιτικού πολιτισμού, όπου το κράτος λειτουργεί ως αρχιτέκτονας της κοινωνίας, όχι ως έκφραση των πολιτών της. Η τουρκική πολιτειακή δομή μετασχηματίζεται εύκολα στην επιφάνεια, αλλά παραμένει στον πυρήνα της ιδεολογικά μονοσήμαντη, συγκεντρωτική και μη πλουραλιστική, ανεξαρτήτως πολιτικού περιεχομένου.
Συνεπώς, η μετάβαση από τον κεμαλισμό στον ερντογανισμό δεν αποτελεί επανάσταση ή ανατροπή, αλλά μετασχηματισμό εντός του ίδιου κρατικού παραδείγματος: από την εκκοσμικευμένη πειθαρχία στον θεολογικό λαϊκισμό. Και στις δύο περιπτώσεις, ο πολίτης παραμένει αντικείμενο διαμόρφωσης, όχι υποκείμενο δημοκρατικής συμμετοχής. Αν η Τουρκία επιθυμεί πραγματικά να εξελιχθεί σε ώριμη δημοκρατία, η υπέρβαση δεν θα έρθει με την εναλλαγή ιδεολογιών, αλλά με την αναδόμηση της σχέσης μεταξύ εξουσίας, κοινωνίας και ατομικής ελευθερίας
Πρόσφατα σχόλια