Η πολιτική κουλτούρα της Τουρκίας χαρακτηρίζεται από μια σταθερή παράδοση κρατικοκεντρισμού που διατρέχει όλες τις περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Αυτή η παράδοση εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η Τουρκία δεν υπήρξε ποτέ κανονική δυτική δημοκρατία και γιατί η προσέγγισή της με τα ευρωπαϊκά πρότυπα έμεινε πάντα επιφανειακή. Ο κρατικοκεντρισμός, ως θεμελιακό στοιχείο του τουρκικού πολιτικού συστήματος, προϋποθέτει ότι η πολιτική εξουσία προηγείται της κοινωνίας και ότι οι θεσμοί λειτουργούν όχι ως ανεξάρτητα κέντρα ισχύος αλλά ως μηχανισμοί διατήρησης της κρατικής συνοχής.

Η κεμαλική περίοδος θεμελίωσε μια εκδοχή εκσυγχρονισμού όπου το κράτος προωθούσε μεταρρυθμίσεις από τα πάνω, χωρίς να επιδιώκει την ανάπτυξη πλουραλιστικών κοινωνικών δομών. Παρότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές συγκρότησαν την εικόνα ενός εκκοσμικευμένου κράτους, δεν μετέτρεψαν την Τουρκία σε φιλελεύθερη δημοκρατία· αντίθετα, εδραίωσαν την αντίληψη ότι η εκσυγχρονιστική αποστολή του κράτους υπερτερεί των πολιτικών δικαιωμάτων και του θεσμικού ανταγωνισμού. Η δυτικού τύπου δημοκρατία στηρίζεται στην ισότιμη λειτουργία των θεσμών και στην κοινωνική αυτονομία, κάτι που δεν αναπτύχθηκε ποτέ στο τουρκικό πολιτικό περιβάλλον.

Η μεταπολιτευτική περίοδος, ιδίως μετά το 1980, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή τη λογική, καθώς το κράτος διατήρησε την εξουσία του πάνω από τον πολιτικό ανταγωνισμό και την κοινωνική οργάνωση. Τα πολιτικά κόμματα παρέμειναν εξαρτημένα από ισχυρές ηγεσίες και όχι από συλλογικές διαδικασίες, ενώ οι θεσμοί ελέγχου δεν λειτουργούσαν ως ανεξάρτητοι μηχανισμοί αλλά ως προεκτάσεις του κρατικού μηχανισμού. Αυτές οι δομές δεν συνιστούν συγκυριακή δυσλειτουργία αλλά θεμελιώδη χαρακτηριστικό ενός συστήματος που αντιλαμβάνεται την εξουσία ως κεντρική, όχι κατανεμημένη.

Η άνοδος του Ερντογάν δεν ανέτρεψε αλλά εξέλιξε αυτή την παράδοση. Το προεδρικό σύστημα που οικοδομήθηκε μετά το 2017 ενίσχυσε την ήδη υπάρχουσα τάση συγκέντρωσης εξουσιών, αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο τα θεσμικά αντίβαρα. Αυτό που συχνά ερμηνεύεται στη Δύση ως “αυταρχική παλινδρόμηση” είναι στην πραγματικότητα μια συνέχιση της ιστορικής κανονικότητας της Τουρκίας. Η χώρα δεν είχε εδραιωμένη φιλελεύθερη δημοκρατική κουλτούρα από την οποία να παλινδρομήσει.

Αυτό που διακρίνει την Τουρκία από τις δυτικές δημοκρατίες δεν είναι μόνο η λειτουργία των θεσμών, αλλά και η αντίληψη περί πολιτικής νομιμοποίησης. Στο τουρκικό μοντέλο η νομιμοποίηση δεν προκύπτει από τη διάκριση των εξουσιών, τον θεσμικό έλεγχο ή τη διασφάλιση των δικαιωμάτων· προκύπτει από την ικανότητα του κράτους να διατηρεί την τάξη, την ασφάλεια και τη συνοχή. Η κοινωνία δεν αποτελεί πηγή θεσμικής αυτονομίας, αλλά τμήμα ενός συστήματος όπου το κράτος κατευθύνει και ρυθμίζει.

Η πολιτική κουλτούρα της Τουρκίας αποδεικνύει ότι η χώρα δεν είχε ποτέ τις προϋποθέσεις να λειτουργήσει ως δυτική δημοκρατία. Το κράτος παρέμεινε πάντοτε η κεντρική μονάδα οργάνωσης, και οι θεσμοί λειτούργησαν ως μηχανισμοί εφαρμογής της κρατικής λογικής και όχι ως αυτόνομα όργανα ελέγχου. Η Τουρκία αποτελεί έτσι μια sui generis περίπτωση, όπου οι δυτικές θεσμικές μορφές συνυπάρχουν με μια πολιτική αντίληψη που δίνει προτεραιότητα στην κρατική ενότητα και όχι στην πλουραλιστική λειτουργία των θεσμών.