Η τριμερής σύμπραξη Ελλάδας, Γαλλίας και Κυπριακής Δημοκρατίας αποτυπώνει τη σταδιακή μετάβαση από ένα σχετικά χαλαρό σχήμα διπλωματικού συντονισμού σε ένα περισσότερο συνεκτικό υπόδειγμα στρατηγικής σύγκλισης, το οποίο αφορά όχι μόνο τα άμεσα συμφέροντα των τριών κρατών, αλλά και τη συνολική γεωπολιτική αναδιάρθρωση της νοτιοανατολικής περιμέτρου της Ευρώπης. Η σημασία της δεν περιορίζεται σε επίπεδο συγκυρίας ούτε εξαντλείται στο πεδίο της συμβολικής διπλωματίας. Αντιθέτως, η τριμερής αποκτά αναλυτική αξία ακριβώς επειδή επιτρέπει να παρατηρηθούν σε συμπυκνωμένη μορφή ορισμένες από τις πιο κρίσιμες τάσεις του σημερινού διεθνούς συστήματος: η επιστροφή της γεωπολιτικής ως θεμελιώδους μεταβλητής ερμηνείας της διεθνούς συμπεριφοράς, η αναβίωση της σημασίας των περιφερειακών ισορροπιών ισχύος, η ενίσχυση της ναυτικής διάστασης της στρατηγικής, η ευρωπαϊκή αναζήτηση μεγαλύτερης επιχειρησιακής αυτονομίας και η μετατόπιση της Ανατολικής Μεσογείου από τη θέση της περιφερειακής παρυφής στη θέση ενός κεντρικού χώρου διασταύρωσης ανταγωνιστικών και συνεργατικών δυναμικών.
Η ανατολική Μεσόγειος έχει μετατραπεί σε σύνθετο γεωπολιτικό υποσύστημα, στο οποίο τέμνονται ευρωπαϊκές, μεσογειακές, μεσανατολικές και παγκόσμιες στρατηγικές. Πρόκειται για έναν χώρο στον οποίο η θαλάσσια ισχύς, η πρόσβαση, ο έλεγχος θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, η προστασία κρίσιμων υποδομών, οι ενεργειακές διαδρομές, η διαχείριση κρίσεων και η προβολή επιρροής συνδυάζονται με τέτοια ένταση ώστε να καθιστούν την περιοχή μία από τις πλέον πυκνές σε στρατηγικό περιεχόμενο ζώνες του σύγχρονου διεθνούς συστήματος. Σε αυτό το περιβάλλον, τα κράτη που διαθέτουν γεωγραφική εγγύτητα, πολιτική βούληση και επιχειρησιακές δυνατότητες επιδιώκουν να οικοδομήσουν σχήματα συνεργασίας ικανά να απορροφήσουν μέρος της αβεβαιότητας και να αυξήσουν τη διαπραγματευτική και αποτρεπτική τους ισχύ. Η τριμερής Ελλάδας, Γαλλίας και Κυπριακής Δημοκρατίας αντανακλά ακριβώς αυτή την τάση, δεδομένου ότι αποτελεί μορφή επιλεκτικής αλλά ουσιαστικής στρατηγικής συσπείρωσης ανάμεσα σε τρεις δρώντες οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι πλέον εξωτερική μεταβλητή, αλλά συστατικό στοιχείο της δικής τους εθνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Η τριμερής δεν συγκροτεί, τουλάχιστον με στενά νομικούς όρους, μια κλασική συμμαχία αμοιβαίας αμυντικής υποχρέωσης, ωστόσο φέρει πολλά από τα χαρακτηριστικά των σύγχρονων στρατηγικών συμπράξεων: επαναληπτικό πολιτικό συντονισμό, αυξανόμενη αμυντική συνεργασία, συγκλίνουσα αντίληψη απειλών, έμφαση στη διαλειτουργικότητα και τάση συγκρότησης κοινού πλαισίου ανάγνωσης του περιφερειακού περιβάλλοντος. Από αυτή την άποψη, η τριμερής μπορεί να ιδωθεί ως υπο-συμμαχικό σχήμα στρατηγικής εξισορρόπησης, το οποίο αποσκοπεί όχι μόνο στην άμεση διαχείριση κινδύνων, αλλά και στη μακροπρόθεσμη διαμόρφωση σταθερότερων συνθηκών περιφερειακής τάξης.
Η Κύπρος βρίσκεται σε ένα σημείο εξαιρετικής γεωγραφικής συμπύκνωσης, στο όριο μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής, σε εγγύτητα με θαλάσσιες οδούς μεγάλης σημασίας και σε απόσταση που της επιτρέπει να λειτουργεί τόσο ως σημείο προβολής όσο και ως σημείο επιτήρησης ευρύτερων περιφερειακών εξελίξεων. Στη γεωπολιτική ανάλυση, η αξία ενός χώρου δεν προκύπτει μόνο από το εσωτερικό του μέγεθος ή από τους φυσικούς του πόρους, αλλά από τη θέση του σε δίκτυα πρόσβασης, μεταφοράς, επικοινωνίας και ελέγχου. Υπό αυτή την έννοια, η Κύπρος διαθέτει στρατηγική υπεραξία δυσανάλογη προς τη χωρική της κλίμακα. Η αξία αυτή εντείνεται περαιτέρω όταν το περιφερειακό περιβάλλον καθίσταται πιο ασταθές, καθώς η νήσος μετατρέπεται σε προκεχωρημένο σημείο για επιτήρηση, διοικητική μέριμνα, υποδοχή, διασύνδεση και επιχειρησιακή υποστήριξη. Δεν πρόκειται επομένως για περιφερειακή νησίδα περιορισμένης σημασίας, αλλά για γεωπολιτικό κόμβο ο οποίος, υπό συνθήκες αναταραχής, μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής επιρροής για όποιον κατορθώσει να τον εντάξει σε ευρύτερη στρατηγική αρχιτεκτονική.
Από τη στιγμή που το κυπριακό έδαφος αποτελεί έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ζήτημα της ασφάλειάς του δεν μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένο σε στενά εθνική ή τοπική ανάγνωση. Αφορά άμεσα το ερώτημα του κατά πόσον η Ευρώπη αντιλαμβάνεται τα σύνορά της ως γεωπολιτικά υπαρκτές γραμμές ευθύνης ή ως απλή νομική επικράτεια χωρίς αντίστοιχη στρατηγική βούληση υπεράσπισης. Η τριμερής Ελλάδας, Γαλλίας και Κυπριακής Δημοκρατίας αποκτά, συνεπώς, ευρύτερη σημασία, διότι μεταφέρει την ασφάλεια της Κύπρου από το περιθώριο της ευρωπαϊκής ατζέντας πιο κοντά στον πυρήνα της συζήτησης για τη στρατηγική αυτονομία, την περιφερειακή αποτροπή και τη συνοχή της ευρωπαϊκής περιμέτρου. Με άλλα λόγια, η τριμερής λειτουργεί και ως πρακτική μορφή ευρωπαϊκοποίησης της κυπριακής ασφάλειας. Δεν υποκαθιστά τους θεσμούς της Ένωσης ούτε ισοδυναμεί με πλήρη ευρωπαϊκή αμυντική ενοποίηση. Εντούτοις, καθιστά ορατό ότι η ασφάλεια της Κύπρου δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως υπόθεση απομονωμένη από την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτοσυνείδηση.
Η ελληνική διάσταση του σχήματος είναι εξίσου κρίσιμη. Η ελληνική στρατηγική σκέψη, τουλάχιστον ως προς τον θαλάσσιο και νησιωτικό της προσανατολισμό, βασίζεται διαχρονικά στην αντίληψη ότι ο χώρος του Αιγαίου και ο χώρος της Ανατολικής Μεσογείου συνιστούν αλληλοσυνδεόμενο γεωστρατηγικό συνεχές. Η Κρήτη, τα νησιωτικά συμπλέγματα του νοτιοανατολικού Αιγαίου, οι θαλάσσιοι διάδρομοι που οδηγούν στην Κύπρο και η ίδια η νήσος συγκροτούν ένα πλέγμα θέσεων το οποίο δεν μπορεί να κατανοηθεί με αποσπασματικούς όρους. Στη στρατηγική ανάλυση, η ασφάλεια ενός θαλάσσιου χώρου εξαρτάται όχι μόνο από την άμεση υπεράσπιση των επιμέρους σημείων του, αλλά από τη συνοχή των γραμμών που τα συνδέουν και από την ικανότητα του δρώντος να αποτρέπει την απομόνωση ενός κρίκου από το ευρύτερο σύστημα. Η τριμερής συνεργασία εξυπηρετεί ακριβώς αυτή τη λογική, καθώς επιτρέπει στην Ελλάδα να ενισχύσει τη στρατηγική σύνδεση του ελληνικού και του κυπριακού χώρου μέσα από ένα πλαίσιο που δεν εμφανίζεται ως αποκλειστικά διμερές ή αμυντικά εσωστρεφές, αλλά ως τμήμα μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής και μεσογειακής δομής ασφάλειας.
Η συμμετοχή της Γαλλίας μεταβάλλει καθοριστικά το ειδικό βάρος της τριμερούς, διότι προσθέτει στο σχήμα τον παράγοντα μιας μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης με ικανότητα στρατιωτικής προβολής, ισχυρή διπλωματική παράδοση και σαφή πρόθεση να επηρεάσει ενεργά τις εξελίξεις στη Μεσόγειο. Η γαλλική πολιτική στην περιοχή δεν μπορεί να θεωρηθεί παροδική ή συγκυριακή. Αντιθέτως, εντάσσεται σε μια πιο μακρόπνοη επιδίωξη του Παρισιού να διαμορφώσει τον εαυτό του ως τον κατεξοχήν ευρωπαϊκό φορέα στρατηγικής παρουσίας στις μεσογειακές και νότιες παρυφές της Ένωσης. Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί προνομιακό χώρο για αυτή την επιδίωξη, επειδή συμπυκνώνει όλα εκείνα τα ζητήματα στα οποία η γαλλική στρατηγική σκέψη αποδίδει μεγάλη σημασία: θαλάσσια ισχύς, επιρροή σε γειτονικές περιοχές αστάθειας, ικανότητα αυτόνομης ευρωπαϊκής δράσης, σύνδεση διπλωματίας και αποτροπής, καθώς και προστασία ενός πλαισίου περιφερειακής τάξης συμβατού με τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Η τριμερής, συνεπώς, δεν είναι μόνο σχήμα αλληλοϋποστήριξης μεταξύ τριών κρατών. Είναι και το σημείο συνάντησης τριών διαφορετικών αλλά συγκλινουσών στρατηγικών λογικών: της ελληνικής ανάγκης γεωστρατηγικής συνέχειας, της κυπριακής ανάγκης θεσμικής και αποτρεπτικής θωράκισης και της γαλλικής επιδίωξης ευρωπαϊκής προβολής ισχύος.
Η ανάλυση της τριμερούς αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα εάν ενταχθεί στο γενικότερο πλαίσιο επανεμφάνισης της σκληρής ισχύος ως κεντρικής κατηγορίας της διεθνούς πολιτικής. Κατά την περίοδο που ακολούθησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, σημαντικό μέρος του ευρωπαϊκού πολιτικού στοχασμού κινήθηκε στη λογική ότι οι κλασικές γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις υποχωρούν σταδιακά υπέρ ενός περισσότερο κανονιστικού, οικονομικού και θεσμικού τρόπου οργάνωσης των διεθνών σχέσεων. Ωστόσο, οι εξελίξεις των τελευταίων ετών ανέδειξαν τα όρια αυτής της υπόθεσης. Ο πόλεμος, η αναθεωρητική συμπεριφορά, η εργαλειοποίηση εξαρτήσεων, η απειλή κατά των θαλάσσιων δικτύων και η αστάθεια στη γειτονία της Ευρώπης επανέφεραν με ένταση τη σημασία της αποτροπής, της αμυντικής προετοιμασίας, της επιμελητείας, της στρατηγικής πρόσβασης και της δυνατότητας ταχείας αντίδρασης. Η Ανατολική Μεσόγειος, ως χώρος στον οποίο όλα αυτά τα στοιχεία συνυπάρχουν, αναδεικνύεται σε φυσικό πεδίο εφαρμογής αυτής της νέας συνθήκης. Η τριμερής σύμπραξη εντάσσεται ακριβώς σε αυτή την ιστορική μεταστροφή: εκφράζει τη μετάβαση από μια πιο παθητική ή διακηρυκτική προσέγγιση της ασφάλειας σε μια αντίληψη όπου η ισχύς, η παρουσία και η προετοιμασία επανέρχονται ως απαραίτητα συστατικά της πολιτικής αξιοπιστίας.
Σημαντικό στοιχείο της τριμερούς είναι επίσης ότι δημιουργεί μια μορφή περιφερειακής αποτροπής πολυεπίπεδου χαρακτήρα. Η αποτροπή στη σύγχρονη στρατηγική θεωρία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την υπεροχή σε μέσα, αλλά από τη συνάρθρωση υλικής ικανότητας, πολιτικής αποφασιστικότητας, θεσμικής αξιοπιστίας και καθαρής επικοινωνίας προθέσεων. Ένα κράτος ή μια ομάδα κρατών αποτρέπει αποτελεσματικά όταν καθιστά σαφές ότι διαθέτει τόσο τη δυνατότητα όσο και τη βούληση να αντιδράσει, και όταν μετατρέπει κάθε πιθανή επιθετική ενέργεια σε απόφαση υψηλού ρίσκου για τον δυνητικό αντίπαλο. Η τριμερής λειτουργεί σε όλα αυτά τα επίπεδα. Παρέχει υλική διάσταση μέσω της αμυντικής συνεργασίας και της δυνατότητας συντονισμένης παρουσίας. Παρέχει πολιτική διάσταση μέσω της εμφανής σύμπνοιας σε ζητήματα περιφερειακής σταθερότητας. Παρέχει θεσμική διάσταση μέσω της σύνδεσης της Κύπρου με την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Και παρέχει επικοινωνιακή διάσταση μέσω της καλλιέργειας μιας σαφούς εικόνας ότι ο κυπριακός και ο ευρύτερος ανατολικομεσογειακός χώρος δεν αποτελούν πεδίο στρατηγικού κενού. Αυτή η πολυεπίπεδη αποτροπή είναι ίσως η ουσιαστικότερη απόδοση της τριμερούς, διότι αυξάνει το κόστος αμφισβήτησης της περιφερειακής σταθερότητας χωρίς να απαιτεί απαραίτητα μια διαρκή κατάσταση ανοικτής αντιπαράθεσης.
Από την άλλη πλευρά, μια αυστηρά ακαδημαϊκή αποτίμηση οφείλει να αποφύγει την υπερεκτίμηση. Η τριμερής, παρά τη σημασία της, δεν μπορεί από μόνη της να ανασυστήσει την περιφερειακή τάξη ούτε να επιλύσει τις δομικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής άμυνας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από ανομοιογένεια στρατηγικών αντιλήψεων, ασύμμετρες απειλητικές ιεραρχήσεις μεταξύ των κρατών-μελών και σημαντικές διαφορές ως προς την προθυμία ανάληψης κόστους σε περιοχές που δεν θεωρούν όλες οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εξίσου κρίσιμες. Επίσης, τα τριμερή σχήματα, όσο λειτουργικά και αν είναι, υπόκεινται πάντοτε στον κίνδυνο της συγκυριακότητας, ιδίως όταν δεν συνοδεύονται από επαρκή θεσμική μονιμοποίηση, διαρκή επιχειρησιακή εμβάθυνση և πολιτική συνέχεια. Η ανθεκτικότητα της τριμερούς θα εξαρτηθεί επομένως από το αν θα μετασχηματιστεί σε σταθερό μηχανισμό στρατηγικού σχεδιασμού, κοινής αξιολόγησης κινδύνων, συντονισμένης διπλωματίας και πρακτικής διαλειτουργικότητας. Μόνον υπό αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί να υπερβεί το επίπεδο της ισχυρής αλλά πρόσκαιρης πολιτικής σύμπραξης και να αποκτήσει χαρακτηριστικά δομικού άξονα ασφάλειας.
Ένα επιπλέον επίπεδο ανάλυσης αφορά τη σχέση της τριμερούς με τη ναυτική γεωπολιτική. Η Ανατολική Μεσόγειος είναι κατεξοχήν θαλάσσιος χώρος, και κάθε σοβαρή στρατηγική προσέγγιση της περιοχής οφείλει να αναγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο της ναυτικής ισχύος, της θαλάσσιας επίγνωσης, της προστασίας των γραμμών επικοινωνίας και της δυνατότητας προβολής παρουσίας σε κρίσιμους θαλάσσιους διαδρόμους. Η Ελλάδα διαθέτει παραδοσιακά ισχυρή ναυτική στρατηγική κουλτούρα, η Γαλλία είναι μία από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές δυνάμεις με ολοκληρωμένη ναυτική και εκστρατευτική ικανότητα, ενώ η Κύπρος παρέχει λόγω θέσης ένα εξαιρετικά σημαντικό σημείο υποστήριξης, επιτήρησης και σύνδεσης μεταξύ ηπειρωτικής Ευρώπης και νοτιοανατολικών ζωνών κρίσης. Συνεπώς, η τριμερής μπορεί να ιδωθεί και ως πυρήνας μιας νέας μορφής μεσογειακής θαλάσσιας στρατηγικής, η οποία βασίζεται όχι μόνο στην υπεράσπιση επικρατειών, αλλά και στη διατήρηση ανοιχτών θαλάσσιων διαύλων, στην προστασία των ζωτικών ροών και στη δυνατότητα ταχείας συγκέντρωσης μέσων σε περιόδους κλιμάκωσης. Η θαλάσσια διάσταση είναι κρίσιμη, διότι προσδίδει στην τριμερή χαρακτήρα που υπερβαίνει το συμβατικό σχήμα πολιτικής συνεργασίας και την εισάγει στη σφαίρα της εφαρμοσμένης γεωστρατηγικής.
Η ενεργειακή διάσταση, αν και συχνά υπερπροβάλλεται στον δημόσιο λόγο, παραμένει ουσιώδης για την ερμηνεία της συνεργασίας. Η Ανατολική Μεσόγειος έχει εξελιχθεί σε περιοχή όπου οι ενεργειακές προσδοκίες, οι θαλάσσιες δικαιοδοσίες, οι ανάγκες διαφοροποίησης εφοδιασμού και η προστασία υποδομών συνδέονται στενά με την κρατική στρατηγική. Ακόμη και όταν οι επιμέρους σχεδιασμοί μεταβάλλονται, η σημασία του χώρου ως κόμβου δυνητικής ενεργειακής διασύνδεσης και ως ζώνης κρίσιμων υποθαλάσσιων και θαλάσσιων εγκαταστάσεων παραμένει υψηλή. Η τριμερής συνεργασία δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά ως ενεργειακός συνασπισμός· όμως η ενεργειακή ασφάλεια προσθέτει ένα επιπλέον κίνητρο στρατηγικής σύγκλισης. Η προστασία δικτύων, η επιτήρηση θαλάσσιων περιοχών και η σταθεροποίηση του περιβάλλοντος γύρω από ζωτικής σημασίας υποδομές αποτελούν τμήμα της ευρύτερης λογικής μέσω της οποίας η συνεργασία αυτή αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο.
Εξίσου κρίσιμη είναι η διάσταση της περιφερειακής τάξης. Στις διεθνείς σχέσεις, η σταθερότητα δεν ταυτίζεται απλώς με την απουσία πολέμου, αλλά με την ύπαρξη ενός αποδεκτού και λειτουργικού συνόλου κανόνων, ισορροπιών και προβλέψιμων συμπεριφορών. Η τριμερής Ελλάδας, Γαλλίας και Κυπριακής Δημοκρατίας μπορεί να ιδωθεί ως προσπάθεια συγκρότησης ενός ελάχιστου πυρήνα περιφερειακής τάξης βασισμένου στη νομιμότητα, στον σεβασμό της κυριαρχίας, στη θεσμική ένταξη της Κύπρου στην ευρωπαϊκή οικογένεια και στη διατήρηση ενός θαλάσσιου περιβάλλοντος όπου η ισχύς δεν ακυρώνει πλήρως τους κανόνες. Αυτή η κανονιστική διάσταση δεν είναι δευτερεύουσα. Οι στρατηγικές συνεργασίες που στερούνται κοινού αντιληπτικού πλαισίου περί τάξης είναι συνήθως λιγότερο ανθεκτικές και περισσότερο εργαλειακές. Στην προκειμένη περίπτωση, η συνεργασία στηρίζεται όχι μόνο σε κοινές ανησυχίες, αλλά και σε μια συγκλίνουσα κατανόηση του είδους της περιφερειακής τάξης που θεωρείται επιθυμητή. Αυτό αυξάνει τη συνοχή της, διότι η σύγκλιση δεν αφορά μόνο τα μέσα, αλλά και τους επιδιωκόμενους κανόνες του παιχνιδιού.
Η ιστορική διάσταση δεν μπορεί να παραλειφθεί. Η Ανατολική Μεσόγειος υπήρξε διαχρονικά χώρος αλληλεπίδρασης ναυτικών δυνάμεων, αυτοκρατορικών στρατηγικών, εμπορικών δικτύων και πολιτισμικών-πολιτικών μεταβάσεων. Η σημερινή συγκυρία δεν αναπαράγει μηχανικά το παρελθόν, αλλά παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη δομική ομοιότητα: κάθε φορά που η περιοχή εισέρχεται σε φάση γενικευμένης ρευστότητας, τα κομβικά νησιωτικά και παράκτια σημεία της ανακτούν αυξημένο στρατηγικό βάρος. Η Κύπρος αποτελεί κλασικό παράδειγμα αυτής της λογικής. Η σύγχρονη τριμερής, επομένως, πρέπει να ιδωθεί και ως έκφραση μιας ιστορικά επαναλαμβανόμενης γεωπολιτικής αρχής: ότι σε περιόδους κρίσης, οι χώροι που ελέγχουν ή διευκολύνουν τη σύνδεση ανάμεσα σε διαφορετικά περιφερειακά συστήματα μετατρέπονται σε επίκεντρα ισχύος. Αυτό δεν καθιστά την Κύπρο απλώς αντικείμενο εξωτερικού ενδιαφέροντος, αλλά την αναδεικνύει σε ενεργό μεταβλητή της ευρύτερης αρχιτεκτονικής ασφαλείας.
Υπό αυτό το πρίσμα, η τριμερής σύμπραξη δεν είναι μόνο ένα εργαλείο διαχείρισης παρόντων προκλήσεων, αλλά και μια πιθανή βάση για τη μελλοντική ανασύνθεση της ευρωπαϊκής στρατηγικής στον νότο. Εάν η Ευρώπη επιθυμεί να καταστεί περισσότερο συνεκτικός γεωπολιτικός δρων, θα πρέπει να αναπτύξει όχι μόνο θεσμικά κείμενα και διακηρύξεις, αλλά και συγκεκριμένους περιφερειακούς πυρήνες μέσω των οποίων η στρατηγική της βούληση θα μπορεί να λαμβάνει υλική μορφή. Η τριμερής Ελλάδας, Γαλλίας και Κυπριακής Δημοκρατίας μπορεί να λειτουργήσει ως τέτοιος πυρήνας. Όχι επειδή επαρκεί από μόνη της για την οικοδόμηση μιας ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής άμυνας, αλλά επειδή προσφέρει ένα ρεαλιστικό μοντέλο συνεργασίας ανάμεσα σε κράτη που συνδέουν τη γεωγραφική θέση, τα συγκλίνοντα συμφέροντα και την επιχειρησιακή δυνατότητα. Ως εκ τούτου, η αξία της είναι και παραδειγματική: δείχνει πώς η ευρωπαϊκή στρατηγική μπορεί να ξεκινήσει όχι αφηρημένα και ομοιόμορφα, αλλά μέσα από συγκεκριμένες ζώνες αυξημένης σημασίας και μέσω κρατών πρόθυμων να αναλάβουν αυξημένο ρόλο.
Συμπερασματικά, η τριμερής πρόκειται για σχήμα που συνδυάζει στοιχεία εξισορρόπησης ισχύος, θεσμικής πυκνότητας, θαλάσσιας στρατηγικής, ευρωπαϊκοποίησης της ασφάλειας και κανονιστικής συγκρότησης περιφερειακής τάξης. Η αξία της έγκειται στο ότι επιτρέπει τη μετατροπή της γεωγραφίας σε στρατηγικό πλεονέκτημα και της κοινής ανησυχίας σε διαρθρωμένη συνεργασία. Η Κύπρος αναδεικνύεται ως ευρωπαϊκό γεωπολιτικό προγεφύρωμα και όχι ως απομονωμένη περιφερειακή περίπτωση. Η Ελλάδα ενισχύει τη δυνατότητά της να συνδέει την εθνική της στρατηγική με ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό και μεσογειακό πεδίο. Η Γαλλία παγιώνει τον ρόλο της ως κατεξοχήν ευρωπαϊκής δύναμης στρατηγικής παρουσίας στην περιοχή. Το κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον είναι εάν αυτή η σύγκλιση θα αποκτήσει αρκετή διάρκεια, θεσμική συνοχή και επιχειρησιακή εμβάθυνση ώστε να εξελιχθεί από σημαντική συνεργασία σε σταθερό άξονα περιφερειακής ασφάλειας. Εάν αυτό συμβεί, τότε η τριμερής δεν θα αποτελεί απλώς χρήσιμο διπλωματικό σχήμα, αλλά έναν από τους πυρήνες πάνω στους οποίους θα διαμορφωθεί η νέα γεωπολιτική φυσιογνωμία της Ανατολικής Μεσογείου και, κατ’ επέκταση, η ίδια η διάσταση της ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Πρόσφατα σχόλια