Η υφαλοκρηπίδα παρουσιάζει μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ιδιομορφίες του σύγχρονου Δικαίου της Θάλασσας: το παράκτιο κράτος δεν χρειάζεται να την «ανακηρύξει» για να αποκτήσει δικαιώματα επ’ αυτής. Τα δικαιώματα γεννώνται αυτοδικαίως από την ίδια την ύπαρξη της χερσαίας κυριαρχίας. Η κλασική διατύπωση του Διεθνούς Δικαστηρίου στις υποθέσεις της Υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας το 1969 ήταν ότι τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους επί της υφαλοκρηπίδας υφίστανται ipso facto και ab initio, δηλαδή εκ του ίδιου του γεγονότος της κυριαρχίας επί της ξηράς και εξαρχής, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη πράξη κατοχής, πραγματικής εκμετάλλευσης ή ρητής διακήρυξης. Η αρχή αυτή ενσωματώθηκε αργότερα στο άρθρο 77 του UNCLOS, το οποίο προβλέπει ότι το παράκτιο κράτος ασκεί αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα για την έρευνα και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της υφαλοκρηπίδας και ότι η ύπαρξή τους δεν εξαρτάται από κατοχή ή ρητή ανακήρυξη.

Η πρώτη συνέπεια είναι θεμελιώδης: πρέπει να διαχωρίζεται αυστηρά η ύπαρξη του δικαιώματος από τον ακριβή γεωγραφικό προσδιορισμό του. Ένα κράτος μπορεί να έχει τίτλο επί υφαλοκρηπίδας χωρίς να έχει ακόμη συμφωνηθεί πού ακριβώς τελειώνει η δική του υφαλοκρηπίδα και πού αρχίζει εκείνη ενός γειτονικού κράτους. Η έννοια του entitlement, δηλαδή της νομικής θεμελίωσης δικαιώματος, προηγείται λογικά της delimitation, της οριοθέτησης. Το πρώτο απαντά στο ερώτημα «υπάρχει δικαίωμα;». Το δεύτερο στο πολύ δυσκολότερο «μέχρι πού εκτείνεται όταν τα δυνητικά δικαιώματα δύο κρατών επικαλύπτονται;». Η σύγχυση αυτών των δύο επιπέδων οδηγεί σε ένα από τα πιο συνηθισμένα σφάλματα της δημόσιας συζήτησης: από το γεγονός ότι ένα κράτος έχει αυτοδικαίως υφαλοκρηπίδα συνάγεται λανθασμένα ότι μπορεί επίσης να καθορίσει μονομερώς το τελικό της σύνορο έναντι κράτους με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές.

Το UNCLOS ακολουθεί διαφορετική λογική. Το άρθρο 83 ορίζει ότι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές πρέπει να πραγματοποιείται με συμφωνία βάσει του διεθνούς δικαίου ώστε να επιτυγχάνεται δίκαιη λύση. Μέχρι να επιτευχθεί αυτή η συμφωνία, τα κράτη οφείλουν να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για προσωρινές πρακτικές διευθετήσεις και να μην ενεργούν κατά τρόπο που θα έθετε σε κίνδυνο ή θα παρεμπόδιζε την τελική συμφωνία. Η αυτοδίκαιη ύπαρξη του δικαιώματος δεν καταργεί επομένως την υποχρέωση συνεργασίας εκεί όπου υπάρχει επικάλυψη δυνητικών τίτλων.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η πρώτη μεγάλη στρατηγική σημασία του ipso facto και ab initio. Η απουσία οριοθέτησης δεν δημιουργεί νομικό κενό. Ο βυθός δεν καθίσταται res nullius ούτε χώρος στον οποίο οποιοσδήποτε τρίτος μπορεί να αναπτύξει ερευνητική ή εκμεταλλευτική δραστηριότητα μέχρι να εμφανιστεί το παράκτιο κράτος και να «δηλώσει» τα δικαιώματά του. Το άρθρο 77 είναι ιδιαίτερα σαφές ως προς την αποκλειστικότητα: αν το παράκτιο κράτος δεν εξερευνά ή δεν εκμεταλλεύεται τους φυσικούς πόρους της υφαλοκρηπίδας του, κανείς άλλος δεν μπορεί να το πράξει χωρίς τη ρητή συγκατάθεσή του. Η αδράνεια δεν ισοδυναμεί με εγκατάλειψη και η μη εκμετάλλευση δεν μετατρέπει το δικαίωμα σε ελεύθερα διαθέσιμο πόρο.

Η αρχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για κράτη που για οικονομικούς, τεχνικούς, περιβαλλοντικούς ή πολιτικούς λόγους δεν έχουν προχωρήσει σε συστηματική εκμετάλλευση του θαλάσσιου βυθού. Το δικαίωμα δεν εξαρτάται από την ικανότητα του κράτους να εξορύξει υδρογονάνθρακες ή άλλα ορυκτά σήμερα. Ούτε μειώνεται επειδή δεν έχει παραχωρηθεί συγκεκριμένο θαλάσσιο οικόπεδο σε εταιρεία. Το διεθνές δίκαιο διαχωρίζει την ύπαρξη του τίτλου από την οικονομική αξιοποίησή του. Αυτό προσδίδει στην υφαλοκρηπίδα χαρακτήρα μακράς διάρκειας: ένα κράτος μπορεί να απέχει από την εκμετάλλευση επί δεκαετίες χωρίς, μόνο για αυτό τον λόγο, να χάνει την υποκείμενη νομική βάση των δικαιωμάτων του.

Η δεύτερη στρατηγική σημασία αφορά την ίδια τη σχέση μεταξύ νομικού τίτλου και πολιτικού χρόνου. Αν τα δικαιώματα απαιτούσαν προηγούμενη ανακήρυξη, η χρονική στιγμή της ανακήρυξης θα αποκτούσε σχεδόν συστατικό χαρακτήρα. Τα κράτη θα είχαν κίνητρο να επιδίδονται σε ανταγωνισμό πρώτης δήλωσης, ώστε να προλάβουν το γειτονικό κράτος. Η αρχή ipso facto και ab initio λειτουργεί αντιθέτως ως σταθεροποιητικός μηχανισμός: αποσυνδέει τη νομική ύπαρξη του δικαιώματος από τον χρονισμό μιας πολιτικής ανακοίνωσης. Ένα παράκτιο κράτος δεν χρειάζεται να δημιουργήσει τετελεσμένο με διακήρυξη προκειμένου να αποτρέψει την απώλεια του τίτλου.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο χρόνος είναι στρατηγικά αδιάφορος. Η μη ανάγκη ανακήρυξης προστατεύει τον νομικό τίτλο, όχι κατ’ ανάγκην τη στρατηγική θέση. Μια μη οριοθετημένη περιοχή μπορεί να παραμένει επί δεκαετίες πεδίο αβεβαιότητας για επενδύσεις, ερευνητικές δραστηριότητες, καλώδια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και πολιτικές σχέσεις. Η νομική ασφάλεια του «έχω δικαίωμα» δεν είναι το ίδιο πράγμα με την επιχειρησιακή ασφάλεια του «γνωρίζω ακριβώς μέχρι πού εκτείνεται το αποκλειστικό πεδίο άσκησής του». Η αυτοδίκαιη υφαλοκρηπίδα επομένως αφαιρεί το άγχος της συστατικής ανακήρυξης αλλά όχι το κόστος της μη οριοθέτησης.

Η διαφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη αξία στις σχέσεις κρατών των οποίων οι ακτές βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των 400 ναυτικών μιλίων. Σε αυτή την περίπτωση, τα δυνητικά δικαιώματα που απορρέουν από την απόσταση μέχρι τα 200 ναυτικά μίλια επικαλύπτονται και απαιτείται οριοθέτηση. Το σύγχρονο δίκαιο δεν αντιμετωπίζει την περιοχή επικάλυψης σαν να ανήκει ήδη οριστικά στο ένα ή στο άλλο κράτος μέχρι το τελευταίο σημείο που εκείνο σχεδιάζει μονομερώς σε εθνικό χάρτη. Αντιθέτως, υπάρχει ένα πεδίο ανταγωνιστικών entitlements που πρέπει να μετατραπούν μέσω συμφωνίας ή διεθνούς δικαιοδοτικής κρίσης σε οριστικό σύνορο.

Αυτή η διάκριση είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή το άρθρο 77 χρησιμοποιεί τον όρο «κυριαρχικά δικαιώματα» και όχι «κυριαρχία». Η υφαλοκρηπίδα δεν αποτελεί τμήμα της εθνικής επικράτειας με την έννοια της αιγιαλίτιδας ζώνης. Τα δικαιώματα είναι λειτουργικά και αποκλειστικά: αφορούν την έρευνα και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους. Το άρθρο 78 προβλέπει ρητά ότι τα δικαιώματα αυτά δεν μεταβάλλουν το νομικό καθεστώς των υπερκείμενων υδάτων ή του εναέριου χώρου και δεν μπορούν να ασκούνται με αδικαιολόγητη παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας και των νόμιμων ελευθεριών άλλων κρατών. Η υφαλοκρηπίδα επομένως αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα «λειτουργικής κυριαρχίας»: ισχυρό αποκλειστικό δικαίωμα ως προς συγκεκριμένους πόρους, χωρίς μετατροπή της θάλασσας πάνω από τον βυθό σε κρατική επικράτεια.

Από αυτή την άποψη, η αυτοδίκαιη φύση της είναι ισχυρότερη νομικά αλλά στενότερη λειτουργικά από όσο συχνά υπονοείται πολιτικά. Το παράκτιο κράτος δεν χρειάζεται να δημιουργήσει το δικαίωμα, αλλά ούτε αποκτά εξ αυτού πλήρη έλεγχο κάθε δραστηριότητας πάνω από τον βυθό. Ένα ξένο πλοίο μπορεί να πλέει στα υπερκείμενα ύδατα υπό το εφαρμοστέο καθεστώς, ακόμη και αν από κάτω εκτείνεται η υφαλοκρηπίδα άλλου κράτους. Η υφαλοκρηπίδα δεν μετατρέπει το θαλάσσιο νερό σε «εθνική θάλασσα».

Η τρίτη στρατηγική συνέπεια αφορά την έρευνα και την εκμετάλλευση φυσικών πόρων. Επειδή τα δικαιώματα είναι αποκλειστικά, δραστηριότητες που αφορούν άμεσα τον βυθό ή το υπέδαφος —ιδίως γεωτρήσεις και εκμετάλλευση— αγγίζουν τον πυρήνα του άρθρου 77. Ωστόσο, όταν η περιοχή είναι μη οριοθετημένη και τα δικαιώματα δύο γειτονικών κρατών επικαλύπτονται, το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν να έχει ήδη χαραχθεί οριστικό σύνορο. Η υποχρέωση των κρατών να μην υπονομεύουν την τελική συμφωνία επιβάλλει αυξημένη αυτοσυγκράτηση και ενθαρρύνει προσωρινές πρακτικές ρυθμίσεις.

Αυτό ανοίγει μια ευρύτερη στρατηγική δυνατότητα που συχνά υποτιμάται: η μη οριοθέτηση δεν επιβάλλει αναγκαστικά πλήρη αδράνεια. Το διεθνές δίκαιο επιτρέπει και ενθαρρύνει provisional arrangements, προσωρινές πρακτικές διευθετήσεις που δεν προκαταλαμβάνουν την τελική οριοθέτηση. Θεωρητικά, αυτές μπορούν να λάβουν μορφή συμφωνιών κοινής ανάπτυξης, προσωρινής αναστολής συγκεκριμένων δραστηριοτήτων, τεχνικών ζωνών συνεργασίας ή άλλων ρυθμίσεων χωρίς παραίτηση από τις νομικές θέσεις των μερών. Η δυνατότητα αυτή είναι σημαντική επειδή διαχωρίζει την απόλυτη επίλυση κυριαρχικών δικαιωμάτων από τη λειτουργική διαχείριση μιας διαφοράς. Ένα κράτος δεν χρειάζεται να εγκαταλείψει την αξίωσή του για να συμφωνήσει ότι, μέχρι την τελική λύση, συγκεκριμένες δραστηριότητες θα πραγματοποιούνται με τρόπο που δεν δημιουργεί μη αναστρέψιμα τετελεσμένα.

Στην ελληνική περίπτωση, η σημασία της διάκρισης τίτλου και οριοθέτησης είναι άμεση. Η σημερινή επίσημη ελληνική θέση εξακολουθεί να ορίζει ως αντικείμενο που μπορεί να επιλυθεί με την Τουρκία την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ και όχι την ίδια την ύπαρξη ελληνικού δικαιώματος επί υφαλοκρηπίδας. Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών επαναλαμβάνει επίσης ότι τα νησιά διαθέτουν, υπό τους κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας, τίτλο σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, ενώ η ακριβής οριοθέτηση παραμένει διαφορετικό ζήτημα. Αυτό είναι σημαντικό αναλυτικά: μια διαπραγμάτευση οριοθέτησης δεν ξεκινά από το ερώτημα αν υπάρχουν θαλάσσια δικαιώματα, αλλά από το πώς αλληλεπιδρούν επικαλυπτόμενα δικαιώματα και ποια γραμμή παράγει δίκαιη λύση.

Η αρχή ipso facto και ab initio έχει επομένως διττή στρατηγική λειτουργία. Από τη μία πλευρά, ενισχύει τη νομική συνέχεια. Το κράτος δεν χρειάζεται να αποδεικνύει διαρκώς ενεργή κατοχή του βυθού ούτε να φοβάται ότι η μη εκμετάλλευση ισοδυναμεί με εγκατάλειψη. Από την άλλη, επιβάλλει πειθαρχία στη χρήση του ίδιου του επιχειρήματος. Το γεγονός ότι το δικαίωμα υφίσταται αυτοδικαίως δεν παρέχει απάντηση στο πού ακριβώς βρίσκεται η τελική γραμμή έναντι άλλου κράτους με δικό του αυτοδικαίως υφιστάμενο τίτλο.

Αυτή είναι ίσως η ουσιαστικότερη θεωρητική αρετή του καθεστώτος της υφαλοκρηπίδας. Προστατεύει τον τίτλο χωρίς να νομιμοποιεί μονομερή ολοκλήρωση της οριοθέτησης. Αναγνωρίζει στο παράκτιο κράτος ισχυρά αποκλειστικά δικαιώματα, αλλά όταν δύο τίτλοι συναντώνται μεταφέρει το πρόβλημα από τη μονομερή αξίωση στη διαπραγμάτευση, στην προσωρινή συνεργασία ή στη διεθνή δικαιοδοσία.

Γι’ αυτό η στρατηγική αξία της υφαλοκρηπίδας χωρίς προηγούμενη ανακήρυξη δεν βρίσκεται στο ότι επιτρέπει σε ένα κράτος να λειτουργεί σαν το σύνορο να έχει ήδη καθοριστεί.

Βρίσκεται στο ακριβώς αντίθετο.

Το κράτος δεν χρειάζεται να δημιουργήσει το δικαίωμά του επειδή το διεθνές δίκαιο το έχει ήδη αναγνωρίσει ως συνέπεια της χερσαίας κυριαρχίας. Αυτό του επιτρέπει να διαχωρίσει τη διατήρηση του τίτλου από τον χρονισμό της διπλωματικής επίλυσης.