Η Ουάσιγκτον φαίνεται να εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο ανοίγματος ενός νέου μετώπου αντιπαράθεσης σε ένα περιβάλλον όπου η εσωτερική αποσταθεροποίηση του Ιράν, η περιφερειακή αποδυνάμωση της Τεχεράνης και η αναδιάταξη των ισορροπιών ισχύος στη Μέση Ανατολή δημιουργούν ένα σύνθετο, αλλά δυνητικά «παράθυρο ευκαιρίας».
Η αφετηρία της παρούσας κρίσης δεν είναι αποκλειστικά στρατιωτική. Αντιθέτως, εδράζεται στη βίαιη καταστολή μαζικών λαϊκών διαδηλώσεων στο εσωτερικό του Ιράν, οι οποίες αμφισβητούν ευθέως τη νομιμοποίηση του θεοκρατικού καθεστώτος. Οι επανειλημμένες δημόσιες προειδοποιήσεις του Αμερικανού προέδρου, σύμφωνα με τις οποίες η Ουάσιγκτον δεν θα παραμείνει αδρανής απέναντι σε μαζικές εκτελέσεις και συστηματική καταπάτηση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχουν δημιουργήσει τόσο διεθνείς όσο και εσωτερικές προσδοκίες. Η πολιτική ρητορική μετατρέπεται σταδιακά σε ζήτημα αξιοπιστίας ισχύος, καθώς η μη υλοποίηση απειλών ενδέχεται να υπονομεύσει τη στρατηγική αποτροπή των ΗΠΑ.
Από αναλυτική σκοπιά, η περίπτωση του Ιράν επαναφέρει το διαχρονικό δίλημμα μεταξύ ηθικής παρέμβασης και ρεαλιστικής στρατηγικής. Η έννοια της «ευθύνης προστασίας» (Responsibility to Protect – R2P), αν και δεν αναφέρεται ρητά στην αμερικανική ρητορική, λειτουργεί ως υποδόριο νομιμοποιητικό πλαίσιο. Η μαζική βία κατά άμαχου πληθυσμού, η διακοπή του διαδικτύου και η συσκότιση της πραγματικής έκτασης των απωλειών ενισχύουν το ανθρωπιστικό επιχείρημα υπέρ μιας εξωτερικής δράσης. Ταυτόχρονα, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η στρατιωτικοποίηση ανθρωπιστικών κρίσεων σπάνια οδηγεί σε γραμμικά, προβλέψιμα αποτελέσματα.
Η εσωτερική κατάσταση του Ιράν παρουσιάζει πρωτοφανή χαρακτηριστικά αδυναμίας. Η οικονομική εξάντληση, αποτέλεσμα πολυετών κυρώσεων, κακοδιαχείρισης και δομικών στρεβλώσεων, έχει περιορίσει την ικανότητα του κράτους να εκπληρώσει τον στοιχειώδη κοινωνικό του ρόλο. Η αδυναμία παροχής βασικών αγαθών μετατρέπεται σε πολιτικό καταλύτη, ενισχύοντας τη δυναμική των διαδηλώσεων. Παράλληλα, η προχωρημένη ηλικία του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και το ασαφές πλαίσιο διαδοχής δημιουργούν εσωτερικές ρωγμές στην ελίτ εξουσίας, αυξάνοντας τον κίνδυνο ενδοκαθεστωτικής σύγκρουσης.
Σε περιφερειακό επίπεδο, το Ιράν εμφανίζεται στρατηγικά αποδυναμωμένο. Οι απώλειες ανώτατων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των υπηρεσιών ασφαλείας, καθώς και η σταδιακή φθορά του δικτύου πληρεξουσίων του μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, έχουν περιορίσει την ικανότητα της Τεχεράνης να προβάλλει ισχύ. Η ταυτόχρονη εμπλοκή σε πολλαπλά μέτωπα – από τον Λίβανο και τη Συρία έως την Υεμένη – έχει εξαντλήσει στρατιωτικούς και πολιτικούς πόρους. Για την Ουάσιγκτον, αυτό εγείρει το ερώτημα εάν η παρούσα συγκυρία συνιστά την πλέον ευνοϊκή στιγμή για μια αποφασιστική κίνηση.
Ωστόσο, η στρατηγική λογική της εκμετάλλευσης της αδυναμίας ενός αντιπάλου συγκρούεται με τα διδάγματα της πρόσφατης ιστορίας. Από το Βιετνάμ έως το Ιράκ και από το Αφγανιστάν έως τη Λιβύη, οι αμερικανικές επεμβάσεις ξεκίνησαν με σαφή στόχευση και υψηλές προσδοκίες, αλλά κατέληξαν σε παρατεταμένη αστάθεια, απώλεια νομιμοποίησης και γεωπολιτικό κόστος. Η περίπτωση του Ιράν διαφέρει ως προς το μέγεθος, την κοινωνική συνοχή και την ιστορική του συνέχεια, γεγονός που καθιστά απίθανη την επιβολή μιας εξωτερικά σχεδιασμένης πολιτικής τάξης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το ερώτημα κατά πόσον μια αμερικανική στρατιωτική ενέργεια θα ενίσχυε ή θα υπονόμευε τους ίδιους τους διαδηλωτές. Η θεωρία της «συσπείρωσης γύρω από τη σημαία» υποδεικνύει ότι η εξωτερική απειλή μπορεί να ενδυναμώσει αυταρχικά καθεστώτα, προσφέροντάς τους το αφήγημα της εθνικής άμυνας. Το ιρανικό καθεστώς έχει αποδείξει διαχρονικά την ικανότητά του να εργαλειοποιεί τον αντιαμερικανισμό, μετατρέποντας την εξωτερική πίεση σε εργαλείο εσωτερικής καταστολής.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, οι διαθέσιμες επιλογές των ΗΠΑ κινούνται σε ένα φάσμα που εκτείνεται από μη κινητικές ενέργειες έως περιορισμένη στρατιωτική ισχύ. Ο κυβερνοπόλεμος εμφανίζεται ως το πλέον πιθανό πρώτο στάδιο, με στόχο την παράλυση των συστημάτων διοίκησης και ελέγχου του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης. Παρότι τέτοιες ενέργειες μπορούν να μειώσουν τη λειτουργική ικανότητα του καθεστώτος, σπάνια αρκούν για την ανατροπή του. Τα στοχευμένα αεροπορικά πλήγματα εναντίον στρατιωτικών ή πυρηνικών εγκαταστάσεων ενέχουν υψηλό ρίσκο κλιμάκωσης, ιδίως εάν προκαλέσουν μαζικές απώλειες ή απρόβλεπτες αντιδράσεις.
Η γεωπολιτική διάσταση της κρίσης υπερβαίνει τα όρια της Μέσης Ανατολής. Το Ιράν αποτελεί κρίσιμο κόμβο ενός ευρύτερου άξονα αυταρχικών δυνάμεων, ο οποίος περιλαμβάνει τη Ρωσία και την Κίνα. Η στήριξη της Τεχεράνης προς τη Μόσχα στον πόλεμο της Ουκρανίας ενισχύει τη στρατηγική σημασία της ιρανικής αποδυνάμωσης για τη Δύση. Παράλληλα, μια επιτυχής αμερικανική παρέμβαση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μήνυμα αποτροπής προς άλλα αναθεωρητικά καθεστώτα. Ωστόσο, το αντίστροφο ενδεχόμενο – μια αποτυχημένη ή παρατεταμένη σύγκρουση – θα ενίσχυε την αφήγηση περί αμερικανικής υπερεπέκτασης.
Η στρατιωτική ικανότητα των ΗΠΑ δεν είναι απεριόριστη. Η ταυτόχρονη παρουσία αμερικανικών δυνάμεων σε πολλαπλές γεωγραφικές ζώνες, από την Ανατολική Ασία έως τη Λατινική Αμερική, περιορίζει τη δυνατότητα ταχείας συγκέντρωσης ισχύος. Η ανάγκη προστασίας περιφερειακών συμμάχων και βάσεων από πιθανά ιρανικά αντίποινα αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε επιχείρησης. Επιπλέον, οι περιφερειακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, αν και επιθυμούν την αποδυνάμωση της Τεχεράνης, αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη το ενδεχόμενο ανεξέλεγκτης αποσταθεροποίησης.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο Πρόεδρος Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με εσωτερικές αντιφάσεις. Από τη μία πλευρά, έχει οικοδομήσει την πολιτική του ταυτότητα πάνω στην απόρριψη των «ατέρμονων πολέμων». Από την άλλη, προβάλλει την εικόνα ενός ηγέτη που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ισχύ για να επιβάλει την αξιοπιστία των ΗΠΑ. Η εξισορρόπηση μεταξύ αυτών των δύο αφηγήσεων συνιστά κρίσιμο παράγοντα για τη συνοχή της προεδρικής του στρατηγικής.
Συμπερασματικά, η κρίση Ιράν–ΗΠΑ αποτελεί ένα σύνθετο παράδειγμα όπου η ηθική, η στρατηγική και η πολιτική συγκρούονται. Οι ευκαιρίες που διαφαίνονται είναι σημαντικές, αλλά οι κίνδυνοι είναι εξίσου μεγάλοι. Μια στρατιωτική παρέμβαση, ακόμη και περιορισμένη, ενδέχεται να μεταβάλει ριζικά τον γεωπολιτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής, χωρίς εγγυήσεις θετικής έκβασης. Αντιθέτως, η αδράνεια μπορεί να υπονομεύσει την αξιοπιστία της αμερικανικής ισχύος και να αποθαρρύνει δημοκρατικά κινήματα.
Η τελική απόφαση δεν θα καθορίσει μόνο την πορεία της προεδρίας Τραμπ, αλλά και τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών σε ένα διεθνές σύστημα που μεταβαίνει από τη μονοπολική στην πολυπολική τάξη. Το Ιράν λειτουργεί ως δοκιμασία στρατηγικής ωριμότητας: μεταξύ της επιθυμίας για αποφασιστική δράση και της ανάγκης για αυτοσυγκράτηση σε έναν κόσμο αυξανόμενης αβεβαιότητας.
Πρόσφατα σχόλια