Η κατάρρευση ενός αυταρχικού καθεστώτος δεν επέρχεται αυτομάτως όταν επιδεινώνονται οι οικονομικές συνθήκες ή όταν αυξάνεται η κοινωνική οργή. Τα καθεστώτα πέφτουν όταν η κρίση νομιμοποίησης συμπέσει με οργανωμένη κοινωνική κινητοποίηση διαρκείας, με διάρρηξη της κρατικής συνοχής, με απώλεια ελέγχου επί των μηχανισμών καταναγκασμού και με την ανάδυση ενός στοιχειωδώς πειστικού σχήματος εναλλακτικής εξουσίας. Στην περίπτωση του Ιράν, το πρώτο στοιχείο είναι απολύτως παρόν: η κρίση νομιμοποίησης είναι εκτεταμένη και αναπαράγεται διαρκώς μέσα από την οικονομική πίεση, τον θεσμικό αυταρχισμό και τη διάψευση κάθε προσδοκίας ουσιαστικής εσωτερικής μεταρρύθμισης. Όμως τα υπόλοιπα στοιχεία παραμένουν ελλιπή ή αποσπασματικά. Αυτό εξηγεί γιατί η ιρανική κοινωνία εμφανίζει επανειλημμένα υψηλή ενέργεια διαμαρτυρίας, χωρίς αυτή να έχει μετατραπεί ακόμη σε επιτυχή επαναστατική μετάβαση.
Η αφετηρία κάθε σοβαρής ανάλυσης οφείλει να είναι η διάκριση ανάμεσα στην κοινωνική απονομιμοποίηση και στην κρατική αποσύνθεση. Το ιρανικό καθεστώς είναι αναμφίβολα απονομιμοποιημένο σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Η συνεχής πίεση του πληθωρισμού, η φθορά του εισοδήματος, η υποτίμηση του νομίσματος, η αίσθηση θεσμικής ασφυξίας, η κόπωση από την επιτήρηση της καθημερινής ζωής και η πεποίθηση ότι το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να ανανεωθεί ουσιαστικά, έχουν διαμορφώσει ένα υπόστρωμα γενικευμένης δυσαρέσκειας. Η νέα έκρηξη κινητοποιήσεων στα τέλη του 2025 και στις αρχές του 2026, που ξεκίνησε με έντονη οικονομική αφετηρία και εξαπλώθηκε σε πολλές επαρχίες, επιβεβαίωσε ακριβώς αυτό: ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται σε μια στενή αντιπολιτευτική μειοψηφία, αλλά έχει επεκταθεί σε ευρύτερες λαϊκές κατηγορίες και σε γεωγραφικά πολλαπλά κέντρα. Οι κινητοποιήσεις συνδέθηκαν με την κατάρρευση της αγοραστικής δύναμης, τη διογκούμενη ανασφάλεια και τη μετατροπή της οικονομικής δυσπραγίας σε ευρύτερη αμφισβήτηση της κυβερνητικής και συνολικότερης κρατικής επάρκειας.
Παρά ταύτα, ένα απονομιμοποιημένο καθεστώς δεν είναι κατ’ ανάγκην αδύναμο κράτος. Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη παρεξήγηση σε πολλές δημόσιες συζητήσεις για το Ιράν. Η Ισλαμική Δημοκρατία δεν διατηρείται επειδή πείθει, αλλά επειδή εξακολουθεί να ελέγχει αποτελεσματικά τον σκληρό πυρήνα του κράτους. Η αντοχή της εδράζεται στη συνδυασμένη λειτουργία πολλών επιπέδων ισχύος: ιδεολογικής, διοικητικής, κατασταλτικής, δικαστικής, οικονομικής και πληροφοριακής. Το ιρανικό κράτος δεν είναι ένας απλός κατακόρυφος μηχανισμός εντολών, αλλά ένα πλέγμα θεσμών και παραθεσμών, επίσημων και ημιεπίσημων κέντρων εξουσίας, σωμάτων ασφαλείας, δικαστικών δομών, ελεγκτικών αρχών, μηχανισμών επιτήρησης και οικονομικών δικτύων που διαπλέκονται με την αναπαραγωγή του καθεστώτος. Η δύναμή του δεν προκύπτει μόνο από τη βία, αλλά από την ικανότητά του να συνδυάζει την τιμωρία με τη διάχυση φόβου, τη διάσπαση της αντιπολίτευσης, τον έλεγχο της πληροφορίας και την αποτροπή σταθερής συλλογικής οργάνωσης. Ακόμη και όταν εμφανίζονται εκτεταμένες διαμαρτυρίες, το κράτος κατορθώνει συχνά να τις απομονώνει, να τις τεμαχίζει τοπικά, να εξουδετερώνει τους δυνητικούς οργανωτές τους και να αποτρέπει τη μετατροπή τους σε διαρκές πανεθνικό κέντρο αμφισβήτησης.
Το γεγονός ότι οι δυνάμεις ασφαλείας παρέμειναν πιστές στον πυρήνα του καθεστώτος κατά τις κινητοποιήσεις του 2026 είναι αποκαλυπτικό. Σε ιστορικές επαναστάσεις, το κρίσιμο σημείο καμπής δεν είναι απλώς η μαζικότητα της διαμαρτυρίας, αλλά η στιγμή κατά την οποία το κράτος παύει να είναι βέβαιο ότι μπορεί να επιβάλει πειθαρχία στα ίδια του τα όργανα. Στο Ιράν δεν έχει επέλθει ακόμη τέτοιο ρήγμα. Αντιθέτως, παρά το κόστος νομιμοποίησης, ο μηχανισμός καταστολής αποδείχθηκε ικανός να ενεργήσει συντονισμένα, γρήγορα και χωρίς στρατηγική αποδιάρθρωση. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άτρωτος· σημαίνει, όμως, ότι δεν έχει εισέλθει στο στάδιο εκείνο της αποσύνθεσης που θα καθιστούσε μια επανάσταση όχι μόνο επιθυμητή κοινωνικά, αλλά και εφικτή πολιτικά. Η διαφορά ανάμεσα στην κοινωνική εξέγερση και στην επανάσταση είναι ακριβώς αυτή: η πρώτη αμφισβητεί το καθεστώς, η δεύτερη αχρηστεύει τους μηχανισμούς που το διατηρούν. Μέχρι στιγμής, το Ιράν βρίσκεται περιοδικά στην πρώτη κατάσταση, όχι όμως ακόμη στη δεύτερη.
Υπάρχει, επιπλέον, ένας δεύτερος παράγοντας που συχνά υποεκτιμάται: η κοινωνική κόπωση. Οι επαναλαμβανόμενες κινητοποιήσεις δημιουργούν μια εικόνα συνεχούς πολιτικής εγρήγορσης, αλλά στην πραγματικότητα η μακροχρόνια αντιπαράθεση με ένα ισχυρά κατασταλτικό κράτος παράγει και φαινόμενα εξάντλησης. Οι άνθρωποι που βγαίνουν στους δρόμους δεν είναι αφηρημένες ιστορικές μονάδες· είναι υποκείμενα που εργάζονται, επιβιώνουν, πενθούν, φοβούνται, προστατεύουν οικογένειες, υπολογίζουν το κόστος συλλήψεων, τραυματισμών, απώλειας εισοδήματος και διαρκούς παρακολούθησης. Σε τέτοιες συνθήκες, ακόμη και μαζικές εκρήξεις οργής μπορούν να ακολουθηθούν από φάσεις αναδίπλωσης, όχι επειδή η κοινωνία συμφιλιώνεται με την εξουσία, αλλά επειδή η παρατεταμένη σύγκρουση έχει τεράστιο ανθρώπινο και υλικό τίμημα. Η κόπωση αυτή εντείνεται όταν οι κινητοποιήσεις δεν οδηγούν σε ορατά πολιτικά κέρδη, όταν οι θυσίες δεν μετατρέπονται σε θεσμική μεταβολή και όταν το αίσθημα ηθικής δικαίωσης δεν συνοδεύεται από απτό στρατηγικό αποτέλεσμα. Το καθεστώς επιβιώνει, λοιπόν, όχι μόνο επειδή καταστέλλει, αλλά και επειδή γνωρίζει πώς να μετατρέπει τον χρόνο σε σύμμαχό του, εξαντλώντας σταδιακά την ένταση της κοινωνικής έκρηξης.
Η οικονομική κρίση, παρότι βαθαίνει την απονομιμοποίηση, παράγει επίσης αντιφατικά αποτελέσματα. Από τη μία πλευρά, η κατακρήμνιση της αγοραστικής δύναμης και η αίσθηση διαρκούς επισφάλειας ωθούν ολοένα και περισσότερους πολίτες σε αντικαθεστωτικές διαθέσεις. Από την άλλη, η οικονομική επισφάλεια περιορίζει τους διαθέσιμους πόρους για διαρκή πολιτική στράτευση. Οι εργαζόμενοι που ζουν υπό την απειλή ανεργίας ή εξάντλησης, οι μικροεπαγγελματίες που αγωνίζονται να διατηρήσουν στοιχειώδη ρευστότητα, οι οικογένειες που βλέπουν το καθημερινό κόστος να διογκώνεται, δεν διαθέτουν πάντοτε τη δυνατότητα μακρόπνοης συμμετοχής σε ένα συνεχές κίνημα ανατροπής. Η ίδια η φτώχεια που τροφοδοτεί την οργή μπορεί να στερήσει οργανωτικές δυνατότητες από αυτήν την οργή. Εδώ συναντούμε μια από τις κλασικές αντιφάσεις της πολιτικής κοινωνιολογίας: οι κοινωνικές τάξεις που πλήττονται περισσότερο από μια κρίση δεν είναι πάντοτε εκείνες που μπορούν πιο εύκολα να παραγάγουν σταθερούς μηχανισμούς πολιτικής συντονισμένης σύγκρουσης.
Εξίσου κρίσιμο είναι το γεγονός ότι η ιρανική διαμαρτυρία έχει αποκτήσει πολυκεντρικό και πολυταξικό χαρακτήρα. Αυτό συνιστά ισχύ από τη σκοπιά της κοινωνικής εμβέλειας, αλλά δυσκολία από τη σκοπιά της πολιτικής ενοποίησης. Οι φοιτητές, οι γυναίκες, οι μισθωτοί, οι δάσκαλοι, οι συνταξιούχοι, οι περιφερειακές κοινότητες, οι υποβαθμισμένες επαρχίες και τα αστικά μεσαία στρώματα δεν βιώνουν την κρίση με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ούτε ιεραρχούν τα ίδια αιτήματα με την ίδια ένταση. Για ορισμένους, η κύρια αντίθεση εστιάζεται στην οικονομική επιβίωση. Για άλλους, στο ζήτημα των πολιτικών και ατομικών ελευθεριών. Για άλλους, στην άνιση περιφερειακή ανάπτυξη, στις πολιτισμικές διακρίσεις ή στη διεκδίκηση ουσιαστικής συμμετοχής. Αυτή η πολυφωνία είναι δείγμα κοινωνικού πλούτου, αλλά ταυτόχρονα καταδεικνύει γιατί η οργή δεν αρκεί. Η επανάσταση προϋποθέτει μετασχηματισμό της ετερογένειας σε ελάχιστο κοινό στρατηγικό πρόγραμμα. Και ακριβώς αυτό το βήμα παραμένει ανεπίτευκτο.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο αν εξετάσει κανείς τη σχέση ανάμεσα στην κοινωνική διαμαρτυρία στο εσωτερικό και στο πολιτικό προσωπικό της αντιπολίτευσης εκτός συνόρων. Εδώ εμφανίζεται μια δομική δυσαρμονία. Η κοινωνία εντός Ιράν είναι φορέας πραγματικής εμπειρίας καταπίεσης και υλικής πίεσης, αλλά η δυνατότητά της να παραγάγει νόμιμες, ανοιχτές και σταθερές πολιτικές οργανώσεις είναι περιορισμένη. Αντιστρόφως, η διασπορά διαθέτει μεγαλύτερη ελευθερία λόγου, μεγαλύτερη πρόσβαση σε μέσα, διεθνή δίκτυα και δυνατότητα παραγωγής πολιτικού προγράμματος, αλλά συχνά στερείται οργανικής σχέσης με τα βιώματα και τις ανάγκες του εσωτερικού. Αυτό δημιουργεί μια διαρκή κρίση αντιπροσώπευσης: ποιος μιλά εξ ονόματος ποίου, με ποια νομιμοποίηση και με ποια δυνατότητα πραγματικής καθοδήγησης; Όσο το χάσμα αυτό δεν γεφυρώνεται, η αντιπολίτευση θα κινείται ανάμεσα σε δύο ατελείς κόσμους: έναν κοινωνικά αυθεντικό αλλά οργανωτικά ευάλωτο εσωτερικό κόσμο, και έναν πολιτικά ορατό αλλά κοινωνικά απομακρυσμένο εξωτερικό κόσμο.
Η κατάσταση αυτή επηρεάζει βαθιά και την ψυχολογία της κοινωνικής προσδοκίας. Για να ρισκάρει μια κοινωνία την οριστική ρήξη με ένα κατασταλτικό καθεστώς, δεν αρκεί να επιθυμεί την ανατροπή του. Πρέπει να πιστεύει ότι μετά την πτώση του θα υπάρξει βιώσιμη πολιτική τάξη, όχι παρατεταμένο κενό, όχι χαοτική μετάβαση, όχι ανακύκλωση άλλης μορφής αυταρχισμού. Στο Ιράν, αυτή η προσδοκία παραμένει θολή. Η εξόριστη αντιπολίτευση εμφανίζει σοβαρά ελλείμματα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, στρατηγικής σύγκλισης και κοινής συνταγματικής φαντασίας. Δεν έχει καταφέρει να πείσει ότι διαθέτει συνεννόηση ως προς τη μορφή του μεταβατικού κράτους, τη θέση των μειονοτήτων, την κατανομή εξουσιών, τον ρόλο της δικαιοσύνης, τη σχέση κέντρου και περιφέρειας και, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο θα διασφαλιστεί ότι μια μελλοντική τάξη δεν θα αναπαράγει τα νοσήματα του παρελθόντος. Η απουσία αυτής της σαφήνειας τροφοδοτεί κοινωνικό δισταγμό ακόμη και εκεί όπου η δυσαρέσκεια είναι έντονη.
Η ιρανική περίπτωση πρέπει, συνεπώς, να ιδωθεί και ως πρόβλημα μη συγκροτημένης μετακαθεστωτικής φαντασίας. Οι πολίτες ξέρουν πολύ καλά τι δεν θέλουν. Δεν έχει αποσαφηνιστεί επαρκώς, όμως, τι ακριβώς θέλουν να οικοδομήσουν και μέσω ποιας μεταβατικής μεθοδολογίας. Αυτό δεν είναι δευτερεύον. Η ιστορία των επαναστάσεων διδάσκει ότι η πτώση ενός καθεστώτος είναι μόνο το πρώτο βήμα· ακολουθεί πάντοτε η σκληρότερη φάση, δηλαδή η συγκρότηση νέας θεσμικής ισορροπίας. Όταν οι κοινωνίες αμφιβάλλουν αν αυτή η δεύτερη φάση θα είναι ασφαλής, συμπεριληπτική και λειτουργική, είναι πιο πιθανό να ταλαντεύονται ανάμεσα στη ριζοσπαστική ελπίδα και στον υπαρξιακό φόβο.
Στην ανθεκτικότητα του καθεστώτος συμβάλλει, επίσης, ο τρόπος με τον οποίο αυτό εκμεταλλεύεται την πολυμορφία της ίδιας της ιρανικής κοινωνίας. Το Ιράν είναι χώρος πολλαπλών περιφερειακών, γλωσσικών, εθνοτικών και κοινωνικών διαφοροποιήσεων. Η πολυμορφία αυτή θα μπορούσε, υπό διαφορετικές συνθήκες, να αποτελέσει βάση για ένα πιο πλουραλιστικό και αποκεντρωμένο πολιτικό μέλλον. Υπό αυταρχικό όμως πλαίσιο, μετατρέπεται εύκολα σε πεδίο χειραγώγησης και αλληλοκαχυποψίας. Το κέντρο φοβίζει την περιφέρεια με το ενδεχόμενο αποσταθεροποίησης, η περιφέρεια δυσπιστεί ότι η κεντρική αντιπολίτευση μπορεί να αναπαράγει αποκλεισμούς, ενώ κοινωνικές ομάδες με διαφορετικές μνήμες και διαφορετικό βαθμό ένταξης στο κράτος δεν συγκροτούν εύκολα ενιαία πολιτική γλώσσα. Το αποτέλεσμα είναι ότι το καθεστώς, παρότι ιδεολογικά φθαρμένο, κατορθώνει να εκμεταλλεύεται τη διάσπαση του κοινωνικού σώματος ως μηχανισμό πολιτικής επιβίωσης.
Η απουσία νέας επανάστασης δεν σημαίνει, επομένως, κοινωνική ακινησία. Αντιθέτως, το Ιράν βρίσκεται μέσα σε μια παρατεταμένη κατάσταση κρίσης χαμηλής και μέσης έντασης, η οποία διακόπτεται περιοδικά από οξείες φάσεις εξέγερσης. Οι κινητοποιήσεις του 2025-2026 έδειξαν ότι το καθεστώς δεν έχει επιλύσει κανένα από τα βαθύτερα προβλήματά του. Η οικονομική δυσαρέσκεια συνδέθηκε γρήγορα με ευρύτερη πολιτική αγανάκτηση, ενώ η κρατική βία δεν αποκατέστησε ουσιαστική νομιμοποίηση· απλώς επέβαλε προσωρινή πολιτική καθήλωση. Με άλλα λόγια, το ιρανικό σύστημα δεν ξεπέρασε την κρίση του. Την περιόρισε, την ανέστειλε και τη μετέθεσε χρονικά. Αυτή είναι μια σημαντική διάκριση: άλλο πράγμα η επίλυση μιας κρίσης και άλλο η προσωρινή της αναχαίτιση. Οι περισσότερες ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι η Ισλαμική Δημοκρατία παραμένει βυθισμένη σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο αναταραχής, καταστολής, σχετικής ύφεσης και εκ νέου αναζωπύρωσης.
Γι’ αυτό ακριβώς θα ήταν λανθασμένο να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η απουσία επανάστασης σημαίνει επιτυχία του καθεστώτος με όρους ιστορικής σταθερότητας. Η επιβίωση δεν ταυτίζεται με τη σταθερότητα. Ένα καθεστώς μπορεί να επιβιώνει και ταυτόχρονα να φθείρεται διαρκώς, να χάνει κοινωνικές γέφυρες, να διογκώνει τη δυσπιστία και να συσσωρεύει όρους μελλοντικής απορρύθμισης. Το Ιράν μοιάζει ακριβώς με τέτοια περίπτωση: με ένα καθεστώς που εξακολουθεί να ελέγχει τους μηχανισμούς επιβολής, αλλά αδυνατεί να αποκαταστήσει συνεκτικό κοινωνικό συμβόλαιο. Η κρίση του δεν είναι συγκυριακή, αλλά δομική. Γι’ αυτό και οι εξεγερσιακές εξάρσεις επιστρέφουν. Δεν επιστρέφουν επειδή υπαγορεύονται έξωθεν, ούτε επειδή αποτελούν παροδικές εκρήξεις συναισθηματικής φόρτισης, αλλά επειδή τα θεμέλια της κοινωνικής συναίνεσης έχουν διαβρωθεί συστηματικά.
Από τη σκοπιά της συγκριτικής πολιτικής, η ιρανική εμπειρία θυμίζει ότι τα αυταρχικά συστήματα δεν καταρρέουν πάντα στο αποκορύφωμα της κοινωνικής έντασης. Συχνά καταρρέουν όταν συμπληρωθούν αργά, σταδιακά και σωρευτικά οι όροι αποσύνδεσης ανάμεσα στην κρατική κορυφή, στη γραφειοκρατική μεσαία ζώνη, στους μηχανισμούς ασφαλείας και στις κοινωνικές βάσεις. Σήμερα, αυτό που παρατηρείται στο Ιράν είναι μεγάλη κοινωνική αποσύνδεση, αλλά όχι ακόμη καθοριστική διάρρηξη του κρατικού συμπλέγματος. Γι’ αυτό και η πιο ακριβής διατύπωση ίσως δεν είναι ότι «δεν υπάρχει επανάσταση», αλλά ότι υπάρχει παρατεταμένη προεπαναστατική ρευστότητα χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις μετάβασης. Η φράση αυτή αποδίδει καλύτερα την πραγματικότητα: η κοινωνία βράζει, το καθεστώς φθείρεται, αλλά ο ιστορικός μηχανισμός που θα μετέτρεπε τη φθορά σε ανατροπή δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Αν αναζητήσει κανείς το βαθύτερο συμπέρασμα, αυτό βρίσκεται στην έννοια του πολιτικού κενού. Το Ιράν δεν πάσχει μόνο από αυταρχισμό. Πάσχει και από έλλειμμα συγκροτημένης μεταβατικής εναλλακτικής. Όσο αυτό το κενό παραμένει, κάθε νέα έκρηξη θα είναι πιθανώς ισχυρή, ηθικά επιβλητική και κοινωνικά αποκαλυπτική, αλλά όχι κατ’ ανάγκην νικηφόρα. Για να αλλάξει αυτή η εξίσωση απαιτείται κάτι πολύ περισσότερο από διαμαρτυρία: απαιτείται η συνάντηση κοινωνικής αντοχής, πολιτικής ενοποίησης, θεσμικού οράματος, εγγυήσεων προς τις μειονότητες, πειστικής μετακαθεστωτικής αφήγησης και, κυρίως, ρήγματος στο εσωτερικό της ίδιας της κρατικής μηχανής. Μέχρι να εμφανιστούν αυτά τα στοιχεία μαζί, η ιρανική πραγματικότητα θα συνεχίσει να παράγει το ίδιο παράδοξο: ένα καθεστώς βαθιά τραυματισμένο ως προς τη νομιμοποίησή του, αλλά ακόμη αρκετά συμπαγές ώστε να αποτρέπει την οριστική του ανατροπή.
Το ουσιώδες, επομένως, δεν είναι να αναρωτηθούμε απλώς γιατί δεν έχει έρθει ακόμη η νέα επανάσταση, αλλά να κατανοήσουμε ότι το Ιράν βρίσκεται σε ιστορική ενδιάμεση ζώνη. Δεν είναι μια κοινωνία ενσωματωμένη στο καθεστώς, ούτε όμως μια κοινωνία που έχει ήδη παραγάγει τα εργαλεία της μετακαθεστωτικής της ανασυγκρότησης. Είναι μια κοινωνία που έχει υπερβεί πολιτικά το στάδιο της σιωπηρής αποδοχής, αλλά δεν έχει ακόμη διαμορφώσει ενιαία τα μέσα της αποτελεσματικής μετάβασης.
Πρόσφατα σχόλια