Η πολιτική σταθερότητα των αυταρχικών καθεστώτων δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη φυσική καταστολή ή τον θεσμικό έλεγχο, αλλά σε μεγάλο βαθμό από τη διαμόρφωση συγκεκριμένων ψυχοκοινωνικών συνθηκών εντός της κοινωνίας. Στην περίπτωση του Ιράν, η πλέον καθοριστική από αυτές τις συνθήκες είναι η παγίωση μιας συλλογικής ψυχολογίας μόνιμης αναμονής, μέσα στην οποία η κρίση παύει να εκλαμβάνεται ως παροδική εκτροπή και μετατρέπεται σε κανονικότητα. Το καθεστώς δεν κυβερνά απλώς μέσα στην κρίση· κυβερνά μέσω αυτής, επενδύοντας στη σταδιακή ψυχική φθορά της κοινωνίας και στη μετατροπή της πολιτικής απογοήτευσης σε υπαρξιακή κόπωση.
Η έννοια της «αναμονής» στο ιρανικό πλαίσιο δεν αφορά προσμονή ενός συγκεκριμένου πολιτικού γεγονότος ή μεταρρύθμισης. Πρόκειται για μια αόριστη, παρατεταμένη κατάσταση, όπου το μέλλον παραμένει συνεχώς ανοιχτό αλλά ποτέ προσβάσιμο. Οι πολίτες μαθαίνουν να ζουν σε ένα διαρκές «μετά»: μετά τις κυρώσεις, μετά τις εκλογές, μετά την επόμενη κρίση, μετά την επόμενη εξέγερση. Αυτή η χρονική αναβολή δεν είναι ουδέτερη· λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικού ελέγχου, διότι αποσυνδέει το παρόν από τη δυνατότητα άμεσης αλλαγής και μεταθέτει διαρκώς την ελπίδα στο απροσδιόριστο μέλλον.
Η κανονικοποίηση της κρίσης αποτελεί κεντρικό στοιχείο αυτής της διαδικασίας. Όταν η οικονομική αστάθεια, η ακρίβεια, η θεσμική αυθαιρεσία και η καταστολή επαναλαμβάνονται επί χρόνια, παύουν να προκαλούν σοκ. Η κοινωνία προσαρμόζεται, όχι επειδή αποδέχεται το καθεστώς, αλλά επειδή αναπτύσσει μηχανισμούς ψυχικής επιβίωσης. Αυτή η προσαρμογή, ωστόσο, έχει πολιτικό κόστος. Η αγανάκτηση μετατρέπεται σε κυνισμό, η ελπίδα σε σιωπή και η συλλογική δράση σε ατομικές στρατηγικές διαφυγής, είτε μέσω εσωτερικής απόσυρσης είτε μέσω μετανάστευσης.
Στο πλαίσιο αυτό, η μαζική απογοήτευση δεν εκφράζεται πάντα με εξεγερσιακούς όρους. Συχνά εκδηλώνεται ως πολιτική απάθεια, αποχή από κάθε μορφή συμμετοχής και βαθιά δυσπιστία απέναντι σε οποιονδήποτε λόγο υπόσχεται αλλαγή. Η απάθεια αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με συναίνεση. Αντίθετα, αποτελεί μορφή παθητικής άρνησης, προϊόν μακροχρόνιας ψυχολογικής φθοράς. Το καθεστώς επωφελείται από αυτή τη συνθήκη, διότι μια κοινωνία που δεν πιστεύει πλέον στη δυνατότητα αλλαγής είναι λιγότερο επικίνδυνη από μια κοινωνία σε διαρκή κινητοποίηση.
Η πολιτική ψυχολογία της ιρανικής κοινωνίας διαμορφώνεται επίσης από την εμπειρία της επαναλαμβανόμενης ματαίωσης. Κάθε κύμα διαμαρτυρίας συνοδεύεται από υψηλές προσδοκίες και ακολουθείται από βίαιη καταστολή και απουσία ουσιαστικών αλλαγών. Αυτή η επανάληψη δημιουργεί αυτό που στη θεωρία της πολιτικής συμπεριφοράς περιγράφεται ως «μαθημένη αδυναμία». Οι πολίτες εσωτερικεύουν την αντίληψη ότι, ανεξαρτήτως προσπάθειας, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο. Η πολιτική δράση παύει να θεωρείται εργαλείο αλλαγής και αντιμετωπίζεται ως πηγή κινδύνου και απογοήτευσης.
Η διάσταση της ψυχικής υγείας αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία. Η παρατεταμένη έκθεση σε συνθήκες ανασφάλειας, καταστολής και αβεβαιότητας παράγει συλλογικά συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης και συναισθηματικής αποσύνδεσης. Αν και το καθεστώς δεν στοχεύει ρητά σε αυτή την ψυχική φθορά, την αξιοποιεί έμμεσα. Μια κοινωνία ψυχικά εξαντλημένη δυσκολεύεται να οργανωθεί, να εμπιστευθεί και να διατηρήσει μακροπρόθεσμη πολιτική στρατηγική. Η κανονικοποίηση της κρίσης λειτουργεί, έτσι, ως μηχανισμός απονεύρωσης της συλλογικής βούλησης.
Η μόνιμη αναμονή επηρεάζει και τη διαγενεακή δυναμική. Οι νεότερες γενιές μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου η κρίση δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά τον κανόνα. Αυτό δημιουργεί μια ιδιότυπη πολιτική κοινωνικοποίηση, όπου η προσδοκία σταθερότητας απουσιάζει και η έννοια της κανονικής ζωής επαναπροσδιορίζεται προς τα κάτω. Η νεολαία δεν οραματίζεται απαραίτητα ένα καλύτερο σύστημα· συχνά επιδιώκει απλώς τη διαφυγή από το υπάρχον. Αυτή η φυγή, είτε ψυχική είτε γεωγραφική, αποδυναμώνει περαιτέρω το κοινωνικό σώμα και ενισχύει την αίσθηση συλλογικής στασιμότητας.
Το καθεστώς, από την πλευρά του, ενισχύει αυτή τη συνθήκη μέσω της ελεγχόμενης αβεβαιότητας. Οι ασαφείς πολιτικές αποφάσεις, οι αντιφατικές δηλώσεις και η απουσία σαφούς στρατηγικού οράματος δεν είναι μόνο αποτέλεσμα εσωτερικών αντιφάσεων, αλλά και εργαλείο διακυβέρνησης. Η αβεβαιότητα καθιστά δύσκολο τον σχεδιασμό, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Όταν το μέλλον παραμένει αδιάγνωστο, η πολιτική δράση μετατρέπεται σε ρίσκο που λίγοι είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν.
Σε αυτό το περιβάλλον, η κανονικοποίηση της κρίσης λειτουργεί ως ιδιότυπη μορφή ιδεολογίας. Δεν προσφέρει θετικό όραμα, αλλά εγκαθιδρύει την πεποίθηση ότι «τα πράγματα είναι έτσι» και δεν μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά. Αυτή η πεποίθηση δεν επιβάλλεται μόνο από το κράτος· αναπαράγεται κοινωνικά, μέσω της καθημερινής εμπειρίας, της οικογενειακής αφήγησης και της συλλογικής μνήμης. Η κρίση γίνεται μέρος της ταυτότητας, και η προσδοκία αλλαγής αντιμετωπίζεται με καχυποψία.
Ωστόσο, αυτή η ψυχολογική σταθεροποίηση είναι εύθραυστη. Η κανονικοποίηση της κρίσης δεν εξαλείφει την οργή· την εσωτερικεύει. Η κοινωνία μπορεί να φαίνεται αδρανής, αλλά η συσσωρευμένη απογοήτευση παραμένει παρούσα, έτοιμη να εκδηλωθεί υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Το καθεστώς βασίζεται στην υπόθεση ότι η ψυχική κόπωση θα προηγηθεί της πολιτικής ρήξης. Αυτή η υπόθεση, όμως, δεν αποτελεί εγγύηση μακροχρόνιας σταθερότητας.
Η κοινωνική απάθεια που παρατηρείται στο Ιράν δεν συνιστά στατική ή ομοιογενή κατάσταση. Αντιθέτως, αποτελεί ένα δυναμικό φαινόμενο, εντός του οποίου συνυπάρχουν η επιφανειακή αδράνεια και η υποβόσκουσα ριζοσπαστικοποίηση. Η απουσία μαζικής, συνεχούς κινητοποίησης δεν πρέπει να εκληφθεί ως ένδειξη πολιτικής ενσωμάτωσης ή ιδεολογικής αποδοχής του καθεστώτος. Πρόκειται μάλλον για μια στρατηγική κοινωνικής αυτοπροστασίας, όπου η αποχή από την πολιτική δράση λειτουργεί ως μηχανισμός επιβίωσης σε ένα περιβάλλον αυξημένου κινδύνου και περιορισμένων πιθανοτήτων επιτυχίας.
Η λανθάνουσα ριζοσπαστικοποίηση εκδηλώνεται κυρίως στο επίπεδο των στάσεων, των αντιλήψεων και της πολιτισμικής απόρριψης του καθεστώτος. Αν και δεν μεταφράζεται πάντα σε οργανωμένη πολιτική δράση, διαβρώνει σταθερά τη νομιμοποιητική βάση του συστήματος. Η απόρριψη δεν αφορά μόνο συγκεκριμένες πολιτικές ή πρόσωπα, αλλά το ίδιο το μοντέλο διακυβέρνησης, το οποίο εκλαμβάνεται ως ανίκανο να παράσχει ασφάλεια, προοπτική και στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Αυτή η βαθιά θεσμική δυσπιστία συσσωρεύεται σιωπηλά, δημιουργώντας ένα υπόστρωμα δυνητικής αποσταθεροποίησης.
Η κανονικοποίηση της κρίσης έχει, ωστόσο, σαφή όρια. Ενώ μπορεί να μειώσει τη συχνότητα και την ένταση των άμεσων αντιδράσεων, δεν εξαλείφει τις δομικές αιτίες της δυσαρέσκειας. Η παρατεταμένη οικονομική δυσπραγία, η ανεργία, η κοινωνική ανισότητα και η συστηματική καταστολή διατηρούν υψηλά επίπεδα κοινωνικής έντασης, ακόμη και όταν αυτή δεν εκδηλώνεται δημόσια. Το καθεστώς διαχειρίζεται την κρίση, αλλά δεν τη λύνει. Και αυτή η διαφορά είναι κρίσιμη για την κατανόηση της μακροπρόθεσμης δυναμικής.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η πολιτισμική διάσταση της κανονικοποίησης. Η κρίση ενσωματώνεται στην καθημερινότητα, στη γλώσσα, στο χιούμορ και στη συλλογική αφήγηση. Η ειρωνεία και ο κυνισμός λειτουργούν ως μηχανισμοί ψυχικής αποφόρτισης, αλλά ταυτόχρονα υπονομεύουν κάθε επίσημο λόγο του καθεστώτος. Όσο περισσότερο το κράτος προσπαθεί να επιβάλει μια εικόνα κανονικότητας και σταθερότητας, τόσο περισσότερο η κοινωνία αναπτύσσει ανεπίσημους τρόπους αποδόμησής της. Αυτή η πολιτισμική αντίσταση δεν είναι αμελητέα· αποτελεί βασικό στοιχείο της μακροχρόνιας απονομιμοποίησης.
Η πολιτική της εξάντλησης, ωστόσο, δεν είναι χωρίς ρίσκο για το ίδιο το καθεστώς. Η συσσώρευση κοινωνικής κόπωσης μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτες εκρήξεις, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με εξωτερικούς ή εσωτερικούς κλυδωνισμούς. Ιστορικά, τα αυταρχικά καθεστώτα που βασίζονται υπερβολικά στη διαχείριση της κρίσης μέσω ψυχολογικής φθοράς αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο αιφνίδιας αποσταθεροποίησης. Η φαινομενική αδράνεια μπορεί να αποκρύπτει βαθιά ρήγματα, τα οποία γίνονται ορατά μόνο όταν το σύστημα αδυνατεί πλέον να ελέγξει τις πολλαπλές πιέσεις.
Η διαγενεακή διάσταση ενισχύει αυτή την αβεβαιότητα. Οι νεότερες γενιές, αν και εμφανίζονται συχνά πολιτικά αποσυρμένες, δεν έχουν επενδύσει ψυχολογικά στη διατήρηση του υπάρχοντος συστήματος. Η απουσία θεσμικής πίστης και η έλλειψη μακροπρόθεσμων προσδοκιών δημιουργούν μια κοινωνική ομάδα που δεν έχει πολλά να χάσει από μια ενδεχόμενη ρήξη. Η κανονικοποίηση της κρίσης δεν παράγει σταθερότητα, αλλά μια εύθραυστη ισορροπία, εξαρτώμενη από τη συνεχή ικανότητα του καθεστώτος να ελέγχει τόσο τους υλικούς όσο και τους ψυχολογικούς πόρους.
Παράλληλα, η διεθνής διάσταση επιτείνει την αίσθηση μόνιμης αναμονής. Οι κυρώσεις, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι εναλλαγές στη διεθνή πολιτική δημιουργούν προσδοκίες εξωτερικής παρέμβασης ή αλλαγής, οι οποίες σπάνια επαληθεύονται. Αυτή η εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες ενισχύει την παθητικότητα, καθώς μεταθέτει την ευθύνη της αλλαγής εκτός της κοινωνίας. Το καθεστώς αξιοποιεί αυτή τη συνθήκη, παρουσιάζοντας την κρίση ως αποτέλεσμα εξωτερικών πιέσεων και όχι εσωτερικών δομικών αδυναμιών.
Συνολικά, η ψυχολογία της μόνιμης αναμονής και η κανονικοποίηση της κρίσης συνιστούν κεντρικούς μηχανισμούς διακυβέρνησης στο Ιράν, αλλά όχι εγγυήσεις διαρκούς σταθερότητας. Αντί να επιλύουν τις αντιφάσεις του συστήματος, τις μεταθέτουν χρονικά και τις συσσωρεύουν κοινωνικά. Η κοινωνική κόπωση μπορεί να αναστείλει τη δράση, αλλά δεν εξαλείφει την επιθυμία για αλλαγή. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η κρίση θα συνεχιστεί, αλλά πότε και με ποιον τρόπο θα πάψει να είναι διαχειρίσιμη.
Πρόσφατα σχόλια