Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν δεν αποτελεί απλώς έναν περιφερειακό δρώντα με αναθεωρητικές τάσεις, αλλά έναν δομικό παράγοντα της περιφερειακής ισορροπίας ισχύος στη Μέση Ανατολή και, κατ’ επέκταση, ενός ευρύτερου γεωπολιτικού συστήματος που εκτείνεται από την Ανατολική Μεσόγειο έως την Κεντρική Ασία. Η ανθεκτικότητα του ιρανικού κράτους, παρά τις πολυεπίπεδες πιέσεις που δέχεται εδώ και δεκαετίες, δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της ιδεολογίας ή της καταστολής, αλλά προϋποθέτει μια ψύχραιμη ανάλυση της στρατηγικής του λειτουργίας, της ικανότητάς του να προσαρμόζεται και του ρόλου του ως εξισορροπητικού παράγοντα σε ένα εξαιρετικά ρευστό περιφερειακό περιβάλλον.

Σε επίπεδο διεθνούς συστήματος, το Ιράν έχει κατορθώσει να ενσωματωθεί σε ένα πλέγμα σχέσεων που υπερβαίνει τα στενά όρια της Μέσης Ανατολής. Η αντιπαράθεσή του με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν οδήγησε σε πλήρη διεθνή απομόνωση, αλλά, αντιθέτως, λειτούργησε ως καταλύτης για τη σύσφιγξη των σχέσεών του με άλλες μεγάλες δυνάμεις, κυρίως τη Ρωσία και την Κίνα. Οι σχέσεις αυτές δεν βασίζονται σε ιδεολογική ταύτιση, αλλά σε συγκλίνουσες στρατηγικές επιδιώξεις: τον περιορισμό της αμερικανικής επιρροής, την αμφισβήτηση της δυτικής ηγεμονίας και τη διαμόρφωση ενός περισσότερο πολυπολικού διεθνούς συστήματος.

Η Ρωσία αντιμετωπίζει το Ιράν ως κρίσιμο εταίρο στη Μέση Ανατολή, ιδίως μετά τη συριακή κρίση, όπου η συνεργασία Μόσχας–Τεχεράνης συνέβαλε καθοριστικά στη διατήρηση του καθεστώτος Άσαντ. Για τη ρωσική στρατηγική, το Ιράν λειτουργεί ως μοχλός επιρροής απέναντι στις ΗΠΑ και ως αντίβαρο στην τουρκική και σαουδαραβική επιρροή. Ταυτόχρονα, η Μόσχα επιδιώκει να αποτρέψει την πλήρη κατάρρευση ή ανεξέλεγκτη ενίσχυση του Ιράν, καθώς και τα δύο άκρα θα μπορούσαν να διαταράξουν τις ρωσικές ισορροπίες στην περιοχή.

Η Κίνα, από την πλευρά της, προσεγγίζει το Ιράν πρωτίστως μέσα από το πρίσμα της ενεργειακής ασφάλειας και της στρατηγικής διασύνδεσης. Το Ιράν αποτελεί κρίσιμο κόμβο στη χερσαία διάσταση του Belt and Road Initiative, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει στο Πεκίνο πρόσβαση σε σημαντικούς ενεργειακούς πόρους με όρους που συχνά είναι ευνοϊκότεροι λόγω των δυτικών κυρώσεων. Η κινεζική στρατηγική δεν αποσκοπεί στην άμεση αντιπαράθεση με τη Δύση μέσω του Ιράν, αλλά στη σταδιακή ενσωμάτωσή του σε ένα εναλλακτικό οικονομικό και γεωπολιτικό οικοσύστημα.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα αποκτά μια πολυδιάστατη σημασία που υπερβαίνει το στενό ζήτημα της διάδοσης των πυρηνικών όπλων. Για την Τεχεράνη, το πυρηνικό πρόγραμμα λειτουργεί ως εργαλείο αποτροπής, διαπραγματευτικής ισχύος και εσωτερικής νομιμοποίησης. Η στρατηγική ασάφεια που διατηρεί το Ιράν — χωρίς να προχωρά ρητά στην απόκτηση πυρηνικού όπλου, αλλά χωρίς και να εγκαταλείπει τη δυνατότητα αυτή — του επιτρέπει να αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε στρατιωτικής ή πολιτικής πίεσης εναντίον του.

Η ύπαρξη του Ιράν ως εν δυνάμει πυρηνικού κράτους επηρεάζει άμεσα τις στρατηγικές επιλογές του Ισραήλ, των Ηνωμένων Πολιτειών και των αραβικών μοναρχιών. Παρά τις δημόσιες δηλώσεις περί «κόκκινων γραμμών», η πραγματικότητα δείχνει ότι η πλήρης στρατιωτική εξουδετέρωση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος θα είχε εξαιρετικά υψηλό κόστος και αβέβαια αποτελέσματα. Ως εκ τούτου, το πυρηνικό ζήτημα λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός διαρκούς έντασης και διαχείρισης κρίσεων παρά ως άμεσος προάγγελος πολέμου.

Σε περιφερειακό επίπεδο, το Ιράν έχει αναπτύξει ένα εκτεταμένο δίκτυο κρατικών και μη κρατικών συμμάχων, το οποίο του επιτρέπει να προβάλλει ισχύ πέραν των συνόρων του χωρίς να εμπλέκεται άμεσα σε συμβατικές συγκρούσεις. Η στρατηγική αυτή, που συχνά περιγράφεται ως «προωθημένη αποτροπή», ενισχύει την ικανότητα της Τεχεράνης να επηρεάζει εξελίξεις στον Λίβανο, στη Συρία, στο Ιράκ και στην Υεμένη, δημιουργώντας πολλαπλά επίπεδα πίεσης στους αντιπάλους της.

Ωστόσο, η ίδια αυτή στρατηγική καθιστά το Ιράν αναπόσπαστο μέρος της περιφερειακής ισορροπίας. Η αποδυνάμωση ή η κατάρρευση της ιρανικής κρατικής ισχύος δεν θα οδηγούσε αυτομάτως σε σταθεροποίηση, αλλά θα άνοιγε κενά εξουσίας τα οποία θα επιχειρούσαν να καλύψουν ανταγωνιστικοί δρώντες, με απρόβλεπτες συνέπειες. Η εμπειρία της διάλυσης κρατών στη Μέση Ανατολή κατά τις τελευταίες δεκαετίες λειτουργεί ως ισχυρή υπενθύμιση των κινδύνων που ενέχει η άκριτη επιδίωξη καθεστωτικής αλλαγής.

Η Ανατολική Μεσόγειος συνδέεται επίσης άμεσα με τον ρόλο του Ιράν, έστω και έμμεσα. Η ιρανική παρουσία στη Συρία επηρεάζει τις ισορροπίες μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και αραβικών κρατών, ενώ η γενικότερη αντιπαράθεση Ιράν–Ισραήλ προσδίδει στην περιοχή χαρακτηριστικά ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Το Ιράν δεν αποτελεί μεσογειακή δύναμη, αλλά η στρατηγική του εμβέλεια φτάνει έως εκεί, επηρεάζοντας ενεργειακά σχέδια, συμμαχίες και στρατιωτικούς υπολογισμούς.

Σε αυτό το περιβάλλον, το Ιράν λειτουργεί ως «αναθεωρητικός αλλά σταθερός» δρών. Αμφισβητεί πτυχές της περιφερειακής τάξης πραγμάτων, αλλά δεν επιδιώκει τη συνολική κατάρρευσή της. Αντιθέτως, επενδύει στη σταδιακή μετατόπιση ισορροπιών προς όφελός του, αποφεύγοντας ενέργειες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν γενικευμένο πόλεμο. Η στρατηγική αυτή, όσο συγκρουσιακή και αν φαίνεται, έχει συμβάλει στη διατήρηση μιας εύθραυστης αλλά λειτουργικής ισορροπίας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η διεθνής ανοχή — ή ακόμη και η σιωπηρή αποδοχή — της συνέχισης του ιρανικού καθεστώτος δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας της Δύσης ή των περιφερειακών δρώντων, αλλά προϊόν ψυχρού υπολογισμού. Το Ιράν, με όλες του τις αντιφάσεις, λειτουργεί ως σταθερός πόλος σε ένα σύστημα όπου η πλήρης απορρύθμιση θα είχε δυσανάλογα υψηλό κόστος για όλους.

Η κατανόηση του Ιράν ως δομικού παράγοντα ισορροπίας ισχύος δεν συνεπάγεται εξιδανίκευση ή αποδοχή των πρακτικών του, αλλά αναγνώριση της πραγματικότητας του διεθνούς συστήματος. Σε έναν κόσμο όπου η πολυπολικότητα ενισχύεται και οι γραμμές μεταξύ περιφερειακής και παγκόσμιας πολιτικής γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτες, το Ιράν παραμένει κρίσιμος κόμβος στρατηγικών αλληλεπιδράσεων, του οποίου η ύπαρξη επηρεάζει δυσανάλογα την περιφερειακή και διεθνή σταθερότητα.