Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, όπως συγκροτήθηκε μετά το 1979, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα σύγχρονου καθεστώτος στο οποίο το Σύνταγμα δεν λειτουργεί ως θεμέλιο περιορισμού της εξουσίας, αλλά ως μηχανισμός θεσμικής θωράκισης της. Από την πρώτη στιγμή της συνταγματικής του σύλληψης, το ιρανικό πολιτειακό μόρφωμα δεν αποσκοπεί στη συγκρότηση ενός συστήματος λαϊκής κυριαρχίας, αλλά στη θεσμοποίηση μιας ιεραρχικής, θεολογικά νομιμοποιημένης εξουσίας, η οποία τοποθετείται συνειδητά πάνω από την κοινωνία, την πολιτική και το ίδιο το κράτος. Το Σύνταγμα δεν είναι εδώ κοινωνικό συμβόλαιο· είναι κανονιστικό εργαλείο επιβολής.

Η κεντρική συνταγματική αρχή που διαπερνά ολόκληρο το κείμενο είναι η Velayat-e Faqih, η «Κηδεμονία του Ισλαμικού Νομοδιδασκάλου». Πρόκειται για μια αρχή η οποία δεν ενσωματώνεται απλώς στο συνταγματικό σώμα, αλλά λειτουργεί ως υπερ-συνταγματική νόρμα. Δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα άρθρα· διαχέεται στο σύνολο της πολιτειακής αρχιτεκτονικής, ακυρώνοντας στην πράξη κάθε έννοια διακριτών εξουσιών. Η ύπαρξη του Ανώτατου Ηγέτη δεν είναι ισοδύναμη με έναν αρχηγό κράτους· είναι κάτι ποιοτικά διαφορετικό: ένας θεσμός που συνδυάζει θρησκευτική αυθεντία, πολιτική κυριαρχία και θεσμική ασυλία.

Ήδη από τα πρώτα άρθρα, το Σύνταγμα ορίζει ότι ο λαός ασκεί εξουσία όπως την ερμηνεύει η σιιτική ιεραρχία. Αυτή η διατύπωση δεν είναι συμβολική. Συνιστά τον θεμελιώδη μηχανισμό αποσύνδεσης της λαϊκής βούλησης από την πολιτική απόφαση. Η ψήφος, οι εκλογές, τα εκλεγμένα σώματα δεν συγκροτούν πηγή κυριαρχίας, αλλά απλώς διαδικαστικό φίλτρο νομιμοποίησης προειλημμένων αποφάσεων. Η πολιτική συμμετοχή αναγνωρίζεται μόνο εφόσον δεν αμφισβητεί τον πυρήνα του καθεστώτος.

Ο Ανώτατος Ηγέτης, όπως προβλέπεται συνταγματικά, διαθέτει αρμοδιότητες που διαπερνούν οριζόντια όλες τις εξουσίες. Ορίζει τους επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων, της δικαιοσύνης, των κρατικών μέσων ενημέρωσης, και έχει καθοριστικό ρόλο στον έλεγχο των εκλογικών διαδικασιών. Το κρίσιμο όμως δεν είναι το εύρος των αρμοδιοτήτων, αλλά το γεγονός ότι δεν υπόκειται σε κανέναν ουσιαστικό μηχανισμό λογοδοσίας. Η συνταγματική πρόβλεψη περί «ελέγχου» από τη Συνέλευση των Ειδικών είναι κενό γράμμα: πρόκειται για σώμα το οποίο συγκροτείται από το ίδιο το καθεστώς, μέσω του Συμβουλίου των Φρουρών, και λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός επικύρωσης παρά ελέγχου.

Η εκτελεστική εξουσία, παρά την ύπαρξη εκλεγμένου Προέδρου, είναι θεσμικά ακρωτηριασμένη. Ο Πρόεδρος δεν αποτελεί κέντρο εξουσίας, αλλά ενδιάμεσο διαχειριστή. Δεν έχει πραγματικό έλεγχο στους μηχανισμούς ασφαλείας, ούτε στη δικαιοσύνη, ούτε στην εξωτερική πολιτική στα κρίσιμα ζητήματα. Το Σύνταγμα επιτρέπει την εκλογή του, αλλά ταυτόχρονα τον περικλείει σε ένα πλέγμα θεσμικών περιορισμών που καθιστούν αδύνατη κάθε στρατηγική απόκλιση από τη γραμμή του Ανώτατου Ηγέτη. Η εκτελεστική λειτουργία μετατρέπεται έτσι σε τεχνοκρατικό παράρτημα ενός αυταρχικού πυρήνα.

Αντίστοιχα, το κοινοβούλιο, παρά τη φαινομενική του σημασία, λειτουργεί υπό καθεστώς προληπτικής και κατασταλτικής επιτήρησης. Το Συμβούλιο των Φρουρών, θεσμός κομβικός για την κατανόηση της ιρανικής πολιτείας, διαθέτει την αρμοδιότητα να ελέγχει τόσο τη συνταγματικότητα όσο και τη «συμβατότητα με το Ισλάμ» κάθε νομοθετικής πρωτοβουλίας. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν ένα νομοσχέδιο ψηφιστεί από το κοινοβούλιο, μπορεί να ακυρωθεί πλήρως αν θεωρηθεί ότι αποκλίνει από την καθεστωτική ορθοδοξία. Επιπλέον, το ίδιο όργανο ελέγχει ποιοι πολίτες έχουν δικαίωμα να είναι υποψήφιοι. Η λαϊκή αντιπροσώπευση φιλτράρεται πριν καν υπάρξει.

Η δικαστική εξουσία, τέλος, δεν συγκροτείται ως ανεξάρτητος πυλώνας. Ο επικεφαλής της διορίζεται απευθείας από τον Ανώτατο Ηγέτη και το σύστημα απονομής δικαιοσύνης λειτουργεί ως μηχανισμός ιδεολογικής πειθαρχίας. Το Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει την ανεξαρτησία του δικαστή με ουσιαστικούς όρους· αντίθετα, ενσωματώνει ρητά τη θρησκευτική ερμηνεία ως πηγή δικαίου, γεγονός που καθιστά τη δικαιοσύνη εργαλείο καθεστωτικής αναπαραγωγής.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η συνταγματική μεταχείριση των δικαιωμάτων. Το Σύνταγμα απαριθμεί ορισμένες ελευθερίες, αλλά πάντοτε υπό την αίρεση της «συμβατότητας με τις ισλαμικές αρχές» και την «ασφάλεια του κράτους». Αυτές οι γενικές ρήτρες δεν λειτουργούν ως εξαιρέσεις· λειτουργούν ως καθολικοί μηχανισμοί ακύρωσης. Στην πράξη, κάθε δικαίωμα είναι ανακλητό, κάθε ελευθερία υπό όρους, κάθε μορφή κοινωνικής αυτονομίας δυνητικά ποινικοποιήσιμη.

Το αποτέλεσμα αυτής της συνταγματικής αρχιτεκτονικής είναι ένα καθεστώς στο οποίο η αυταρχία δεν είναι παρεκτροπή, αλλά κανονικότητα. Το Σύνταγμα δεν περιορίζει την εξουσία· την οργανώνει. Δεν επιδιώκει ισορροπία· επιδιώκει έλεγχο. Δεν αναγνωρίζει πολιτικό πλουραλισμό· τον απορροφά και τον εξουδετερώνει.

Η Ισλαμική Δημοκρατία δεν μπορεί, συνεπώς, να αναλυθεί με τα εργαλεία της συνταγματικής δημοκρατίας. Κάθε τέτοια απόπειρα οδηγεί σε αναλυτικό λάθος. Πρόκειται για ένα θεσμικά κλειστό σύστημα, στο οποίο η αλλαγή δεν προβλέπεται ως ενδεχόμενο, αλλά αντιμετωπίζεται ως απειλή. Η πολιτειακή στασιμότητα δεν είναι αποτυχία· είναι συνειδητή επιλογή.

Η πραγματική ιδιομορφία του ιρανικού συνταγματισμού δεν εντοπίζεται απλώς στη θεσμοθέτηση της Velayat-e Faqih, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή η αρχή διαμορφώνει μια ολόκληρη μετα-συνταγματική τάξη. Το Σύνταγμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας δεν λειτουργεί ως ανώτατος κανόνας δικαίου· λειτουργεί ως κανονιστικός μηχανισμός ενσωμάτωσης της εξουσίας της θρησκευτικής ελίτ στο κράτος. Με όρους συνταγματικής θεωρίας, πρόκειται για ένα κείμενο που αναιρεί τον ίδιο τον συνταγματισμό.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα άρθρα που αφορούν τη σχέση νόμου και θρησκευτικής ερμηνείας. Το Σύνταγμα δεν αναγνωρίζει την έννοια της κοσμικής νομοθεσίας. Αντίθετα, κάθε νομοθετική πράξη οφείλει να συμμορφώνεται με τη σιιτική νομολογία όπως αυτή ερμηνεύεται από τους θεσμούς του καθεστώτος. Αυτό δημιουργεί μια ιεραρχία κανόνων στην οποία ο γραπτός νόμος υποτάσσεται σε μια μεταβαλλόμενη, μη ελέγξιμη ερμηνευτική αυθεντία. Ο νόμος δεν παράγει δικαίωμα· παράγει υπακοή.

Το Συμβούλιο των Φρουρών αποτελεί τον κεντρικό κόμβο αυτής της θεσμικής διάρθρωσης. Δεν είναι συνταγματικό δικαστήριο με τη δυτική έννοια· είναι θεσμός ιδεολογικού ελέγχου. Η σύνθεσή του –μισοί θεολόγοι διορισμένοι απευθείας από τον Ανώτατο Ηγέτη και μισοί νομικοί εγκεκριμένοι έμμεσα από αυτόν– εξασφαλίζει ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει ποτέ ανεξάρτητα. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας δεν είναι έλεγχος εξουσίας, αλλά μηχανισμός πειθαρχίας των εκλεγμένων σωμάτων.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικός είναι ο ρόλος του Συμβουλίου Διάγνωσης της Σκοπιμότητας του Καθεστώτος. Πρόκειται για έναν θεσμό που δεν εντάσσεται σε καμία κλασική κατηγορία εξουσίας. Δημιουργήθηκε για να επιλύει συγκρούσεις μεταξύ κοινοβουλίου και Συμβουλίου των Φρουρών, αλλά εξελίχθηκε σε άτυπο υπερ-νομοθετικό όργανο. Η έννοια της «σκοπιμότητας του καθεστώτος» εισάγεται εδώ ως υπέρτατη αρχή, ανώτερη ακόμη και του Συντάγματος. Όταν το καθεστώς κρίνει ότι η επιβίωσή του απειλείται, κάθε κανόνας μπορεί να ανασταλεί.

Αυτό το σημείο είναι κρίσιμο: το ιρανικό σύστημα δεν είναι απλώς αυταρχικό· είναι αντι-συνταγματικό εκ των έσω. Το Σύνταγμα προβλέπει ρητά μηχανισμούς υπέρβασής του. Η κανονικοποίηση της εξαίρεσης δεν είναι προσωρινή· είναι θεσμοποιημένη. Η θεωρία του κράτους έκτακτης ανάγκης, που αλλού αποτελεί παρέκκλιση, εδώ ενσωματώνεται ως μόνιμη κατάσταση.

Η διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης ενισχύει περαιτέρω αυτή τη δομή. Τυπικά, προβλέπεται δυνατότητα αναθεώρησης· ουσιαστικά, η αναθεώρηση ελέγχεται πλήρως από τον Ανώτατο Ηγέτη και τα όργανα που του υπάγονται. Δεν υπάρχει μηχανισμός λαϊκής πρωτοβουλίας ούτε πραγματικός δημόσιος διάλογος. Το Σύνταγμα μπορεί να αλλάξει μόνο για να ενισχύσει το καθεστώς, ποτέ για να το περιορίσει. Αυτό το καθιστά θεσμικά «κλειστό σύστημα», ανθεκτικό σε μεταρρυθμίσεις αλλά εύθραυστο μακροπρόθεσμα.

Στο επίπεδο της πολιτειακής λειτουργίας, αυτό μεταφράζεται σε μόνιμη δυσαρμονία μεταξύ κοινωνίας και κράτους. Η κοινωνία μεταβάλλεται, εκσυγχρονίζεται, διαφοροποιείται· το κράτος παραμένει δογματικά ακίνητο. Το Σύνταγμα δεν διαθέτει μηχανισμούς απορρόφησης κοινωνικών πιέσεων. Αντί να ενσωματώνει αιτήματα, τα καταστέλλει. Αντί να επιτρέπει πολιτική εναλλαγή, τη φοβάται. Έτσι, η κρίση δεν εμφανίζεται ως πολιτική σύγκρουση, αλλά ως συσσωρευμένη απονομιμοποίηση.

Η συνταγματική μεταχείριση των κομμάτων και της πολιτικής οργάνωσης είναι ενδεικτική. Το Σύνταγμα δεν απαγορεύει ρητά τα κόμματα, αλλά θέτει τόσο ασφυκτικούς όρους λειτουργίας ώστε κάθε πραγματικά αντιπολιτευτική δραστηριότητα καθίσταται αδύνατη. Η πολιτική αντιπαράθεση περιορίζεται σε εσωτερικές διαφοροποιήσεις εντός του ίδιου καθεστωτικού πλαισίου. Δεν υπάρχει δυνατότητα συστημικής αμφισβήτησης.

Όλα τα παραπάνω συγκροτούν ένα καθεστώς στο οποίο η πολιτεία δεν είναι πεδίο συλλογικής αυτονομίας, αλλά μηχανισμός επιτήρησης. Η Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι «ατελής δημοκρατία» ούτε «υβριδικό καθεστώς» με μεταβατικές δυνατότητες. Είναι πλήρως συγκροτημένο αυταρχικό σύστημα με συνταγματική αυτοπροστασία.