Η πρόσφατη έκρηξη μαζικών αντικυβερνητικών κινητοποιήσεων στο Ιράν συνιστά ένα πολυσύνθετο κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο, το οποίο δεν μπορεί να ερμηνευθεί επαρκώς ως ένα ακόμη επεισόδιο οικονομικής δυσαρέσκειας ή ως συγκυριακή κοινωνική αναταραχή. Αντιθέτως, πρόκειται για μια συστημική κρίση νομιμοποίησης, όπου η οικονομική κατάρρευση λειτουργεί ως καταλύτης για τη συνολική αμφισβήτηση της πολιτικής, θεσμικής και ιδεολογικής αρχιτεκτονικής του καθεστώτος. Η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, η εκτίναξη του πληθωρισμού, η αποδιάρθρωση της αγοραστικής δύναμης και η αδυναμία πρόσβασης σε βασικά αγαθά δεν αποτελούν απλώς δείκτες μακροοικονομικής αποτυχίας, αλλά υλικές εκφάνσεις μιας βαθύτερης κρίσης διακυβέρνησης.
Η κοινωνική δυναμική των κινητοποιήσεων παρουσιάζει κρίσιμα ποιοτικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν το παρόν κύμα από προηγούμενες περιόδους αναταραχής. Η αρχική εκδήλωση της διαμαρτυρίας στον πυρήνα της εμπορικής και παραγωγικής ζωής της χώρας αποτυπώνει μια ιστορική μετατόπιση: κοινωνικά στρώματα που επί δεκαετίες λειτουργούσαν ως σταθεροποιητικός παράγοντας του συστήματος μετατρέπονται πλέον σε φορείς απονομιμοποίησής του. Η εξέλιξη αυτή υπονομεύει τη δομική ανθεκτικότητα του καθεστώτος, καθώς πλήττει όχι μόνο την κοινωνική του βάση αλλά και τους μηχανισμούς οικονομικής αναπαραγωγής του.
Οι διαδηλώσεις αποκτούν σταδιακά σαφές πολιτικό πρόσημο, με τη ρητορική να μετατοπίζεται από αιτήματα βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών σε ανοιχτή αμφισβήτηση της ίδιας της αυταρχικής μορφής εξουσίας. Η απουσία πλέον αιτημάτων μεταρρύθμισης και η εστίαση στην ευθύνη του συστήματος ως συνόλου συνιστούν ένδειξη ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια έχει δομικά χαρακτηριστικά. Το φαινόμενο αυτό ενισχύεται από τη διαγενεακή σύγκλιση της διαμαρτυρίας, όπου διαφορετικές ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες συγκροτούν ένα άτυπο, αλλά συνεκτικό, πλαίσιο κοινών αναφορών και πολιτικών νοημάτων.
Η οικονομική αποδιάρθρωση έχει ήδη μετατραπεί σε κοινωνική και υποδομική κρίση. Η απαξίωση των αποταμιεύσεων, η επισφαλής πρόσβαση σε τρόφιμα και φάρμακα, καθώς και οι επαναλαμβανόμενες διακοπές βασικών δικτύων κοινής ωφέλειας διαμορφώνουν συνθήκες γενικευμένης οικονομικής ανασφάλειας. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η κρίση δεν περιορίζεται στα χαμηλότερα στρώματα αλλά διαβρώνει τη μεσαία αστική τάξη, η οποία παραδοσιακά λειτουργεί ως φορέας κοινωνικής σταθερότητας. Όταν η καθημερινή επιβίωση καθίσταται αβέβαιη, η αποτρεπτική ισχύς της κρατικής καταστολής μειώνεται, καθώς το κόστος της αδράνειας υπερβαίνει το κόστος της αντίστασης.
Σε πολιτικό επίπεδο, η κυβερνητική διαχείριση αποκαλύπτει σοβαρά όρια. Η αδυναμία άσκησης ουσιαστικής οικονομικής πολιτικής, σε συνδυασμό με την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης εν μέσω υψηλού πληθωρισμού, ερμηνεύεται από την κοινωνία ως αναδιανομή της κρίσης εις βάρος των πολιτών. Παράλληλα, η κατάρρευση της διάκρισης μεταξύ διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων εντός του συστήματος υποδηλώνει ότι η κρίση δεν αφορά πρόσωπα ή επιμέρους στρατηγικές, αλλά την ίδια τη δομή εξουσίας. Η πολιτική τάξη αντιμετωπίζεται πλέον ως ενιαίο, μη αξιόπιστο σύνολο, γεγονός που περιορίζει δραστικά τα περιθώρια θεσμικής εκτόνωσης.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η μεταστροφή της κοινωνικής κριτικής προς τις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής. Η αμφισβήτηση της κατανομής εθνικών πόρων και η ανάδειξη μιας εθνοκεντρικής λογικής κοινωνικής δικαιοσύνης υποδηλώνουν μια βαθιά αλλαγή στο αξιακό υπόβαθρο της κοινωνίας. Η πολιτική νομιμοποίηση δεν αντλείται πλέον από ιδεολογικά ή υπερεθνικά αφηγήματα, αλλά από την ικανότητα του κράτους να εξασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής στο εσωτερικό.
Η απάντηση του καθεστώτος, που συνδυάζει ρητορικά μηνύματα κατευνασμού με πρώιμη και έντονη χρήση κατασταλτικών μέσων, ενισχύει την εικόνα θεσμικής αδυναμίας. Η προσφυγή στη βία επιβεβαιώνει, στη συλλογική συνείδηση, την απουσία πολιτικών λύσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η επίκληση εξωτερικών παραγόντων ως αιτίων της αναταραχής δεν κατορθώνει να ανασυγκροτήσει την κοινωνική συναίνεση, αλλά γίνεται αντιληπτή ως μηχανισμός αποφυγής ανάληψης ευθύνης.
Συνολικά, οι εξελίξεις στο Ιράν συγκροτούν ένα παράδειγμα σύνθετης κρίσης, όπου η οικονομία, η κοινωνία και η πολιτική αλληλοτροφοδοτούνται σε έναν φαύλο κύκλο απονομιμοποίησης. Χωρίς βαθιά, δομική αναπροσαρμογή του τρόπου διακυβέρνησης οι κινητοποιήσεις δύσκολα θα εκτονωθούν μακροπρόθεσμα.
Πρόσφατα σχόλια