Η μαζική διάβαση του συνόρου της Θέουτα προκάλεσε μια ισχυρή αλλά συχνά εννοιολογικά ασαφή συζήτηση για την ισπανική κυριαρχία. Ο Πέδρο Σάντσεθ χαρακτήρισε το γεγονός παραβίαση και επίθεση κατά της εδαφικής ακεραιότητας της Ισπανίας. Αντίπαλοί του χρησιμοποίησαν τη βαρύτερη έννοια της «εισβολής». Άλλοι επέμειναν ότι επρόκειτο αποκλειστικά για μεταναστευτική και ανθρωπιστική κρίση, η οποία δεν σχετιζόταν με την κυριαρχία επειδή δεν μεταβλήθηκε ο διεθνής νομικός τίτλος της Ισπανίας επί της πόλης. Και οι δύο ακραίες αναγνώσεις είναι ανεπαρκείς. Η μαζική είσοδος δεν συνιστούσε στρατιωτική κατάκτηση ούτε μετέβαλλε το νομικό καθεστώς της Θέουτα. Αμφισβήτησε, όμως, έμπρακτα την ικανότητα του κράτους να ασκεί για ορισμένο χρόνο την εξουσία που νομικά διαθέτει.
Η έννοια της κυριαρχίας πρέπει να διαχωριστεί σε διακριτές αλλά αλληλένδετες διαστάσεις. Η πρώτη είναι ο νομικός τίτλος: ποιο κράτος έχει τη διεθνώς και συνταγματικά αναγνωρισμένη εξουσία επί του εδάφους. Η δεύτερη είναι η αποτελεσματική κρατική ικανότητα: αν το κράτος μπορεί πράγματι να ελέγχει την είσοδο, να εφαρμόζει τους νόμους, να προστατεύει τη ζωή και να διατηρεί τη δημόσια τάξη. Η τρίτη είναι η πολιτική νομιμοποίηση: αν οι πολίτες βιώνουν το κράτος ως παρόντα και αξιόπιστο φορέα προστασίας. Η τέταρτη είναι η στρατηγική αυτονομία: αν το κράτος μπορεί να ασκεί αποτελεσματικά την εξουσία του χωρίς να εξαρτάται σε υπερβολικό βαθμό από τη διακριτική συνεργασία ενός τρίτου κράτους.
Ως προς τον νομικό τίτλο, η κρίση δεν επέφερε μεταβολή. Το Καταστατικό Αυτονομίας του 1995 ορίζει τη Θέουτα ως αναπόσπαστο μέρος του ισπανικού έθνους, ενταγμένο στην αδιάλυτη ενότητά του και οργανωμένο με ειδικό καθεστώς αυτοδιοίκησης. Η πόλη υπάγεται στην ισπανική νομοθετική, διοικητική και δικαστική εξουσία. Το γεγονός ότι το Μαρόκο δεν αναγνωρίζει την ισπανική κυριαρχία και αντιμετωπίζει τη Θέουτα και τη Μελίγια ως αποικιακά κατάλοιπα προσδίδει γεωπολιτική φόρτιση, αλλά δεν σημαίνει ότι μια μαζική είσοδος ιδιωτών μεταβίβασε ή αλλοίωσε τον εδαφικό τίτλο.
Δεν επρόκειτο επίσης, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, για «ένοπλη επίθεση» ή «επιθετική ενέργεια» με την έννοια του διεθνούς δικαίου. Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών απαγορεύει την απειλή ή χρήση βίας από κράτος κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή πολιτικής ανεξαρτησίας άλλου κράτους. Η έννοια της επιθετικότητας συνδέεται με χρήση ένοπλης δύναμης, εισβολή από κρατικές ένοπλες δυνάμεις, κατοχή, βομβαρδισμό ή αποστολή ενόπλων ομάδων αντίστοιχης βαρύτητας. Οι άνθρωποι που πέρασαν στη Θέουτα δεν αποτελούσαν στρατιωτικές μονάδες, δεν ήταν οπλισμένοι, δεν επιδίωκαν να καταλάβουν το έδαφος ούτε να αντικαταστήσουν την ισπανική κρατική εξουσία. Η επιθυμία τους ήταν κυρίως να αποκτήσουν πρόσβαση στην Ευρώπη και σε καλύτερες οικονομικές προοπτικές.
Η χρήση του όρου «εισβολή» είναι επομένως αναλυτικά προβληματική. Περιγράφει με ένταση την αιφνίδια μαζικότητα και το γεγονός ότι το σύνορο υπερκεράστηκε, αλλά εισάγει στο γεγονός τη λογική πολεμικής εχθρότητας. Μετατρέπει ένα ετερογενές πλήθος ιδιωτών, στο οποίο περιλαμβάνονταν νεαροί οικονομικοί μετανάστες, ανήλικοι και ενδεχομένως πρόσωπα με ανάγκη προστασίας, σε συλλογικό πολιτικό εχθρό. Η μετατόπιση αυτή έχει πρακτικές συνέπειες: διευκολύνει τη στρατιωτικοποίηση της αντίδρασης, αποδυναμώνει την απαίτηση εξατομικευμένης εξέτασης και εμφανίζει την προστασία της ζωής ως υποχώρηση απέναντι σε εχθρική επίθεση.
Η απόρριψη της πολεμικής έννοιας δεν σημαίνει ότι η κυριαρχία δεν δοκιμάστηκε. Δοκιμάστηκε στο επίπεδο της αποτελεσματικότητας. Για ώρες, το ισπανικό κράτος δεν μπορούσε να προσδιορίζει ποιος εισερχόταν, από πού, με ποια ταυτότητα, αν ήταν ανήλικος, αν ζητούσε άσυλο ή αν μπορούσε να επιστραφεί. Η φυσική κρατική παρουσία παρέμενε, οι θεσμοί δεν είχαν ανατραπεί και η Ισπανία εξακολουθούσε να ασκεί δικαιοδοσία. Η δυνατότητα εφαρμογής της νόμιμης διαδικασίας, όμως, είχε υπερφορτωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε η αποκλειστική αρμοδιότητα εισόδου και ελέγχου κατέστη προσωρινά μη εφαρμόσιμη στην πράξη.
Η κυριαρχία δεν είναι πλήρης όταν το κράτος διαθέτει μόνο τον κανόνα αλλά όχι την ικανότητα εφαρμογής του. Η ισπανική νομοθεσία μπορούσε να ορίζει ποιος έχει δικαίωμα εισόδου και ποια διαδικασία πρέπει να ακολουθηθεί. Όταν όμως δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι περνούν ταυτόχρονα, ο κανόνας δεν εξαφανίζεται αλλά παύει προσωρινά να οργανώνει την πραγματικότητα. Το κράτος εξακολουθεί να είναι κυρίαρχο de jure, αλλά η de facto ικανότητά του μειώνεται. Αυτό ακριβώς διαφοροποιεί μια δοκιμασία κυριαρχίας από μια απλή παραβίαση μεταναστευτικού κανόνα.
Η αποτελεσματική κυριαρχία δεν ταυτίζεται με απόλυτη φυσική αδιαπερατότητα. Κανένα δημοκρατικό κράτος δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι κανείς δεν θα περάσει ποτέ το σύνορό του, ιδίως όταν δεκάδες χιλιάδες άοπλοι άνθρωποι κινούνται ταυτόχρονα από ξηρά και θάλασσα. Το κριτήριο είναι η ανθεκτικότητα: αν το κράτος ανιχνεύει εγκαίρως την πίεση, αναπτύσσει επαρκείς δυνάμεις, διασώζει όσους κινδυνεύουν, καταγράφει τους εισερχομένους, προστατεύει τους ευάλωτους, εφαρμόζει νόμιμες επιστροφές και αποκαθιστά γρήγορα τη λειτουργία του συνόρου. Η Ισπανία απέτυχε στην πρώτη φάση αλλά επέδειξε μεγάλη ικανότητα ανάκαμψης στη δεύτερη. Η σχεδόν πλήρης παύση των διελεύσεων, η επιστροφή άνω των 48.000 ανθρώπων και η εγκατάσταση του νέου θαλάσσιου φραγμού δείχνουν ότι η λειτουργική απώλεια ήταν σοβαρή αλλά προσωρινή.
Η ανάκαμψη δεν πρέπει να συσκοτίζει το ανθρώπινο κόστος. Οι τουλάχιστον 67 νεκροί αποτελούν μέρος της αξιολόγησης της κρατικής κυριαρχίας και όχι εξωτερικό ανθρωπιστικό παράρτημα. Ένα κράτος δεν αποδεικνύει την ισχύ του μόνο αποτρέποντας εισόδους. Την αποδεικνύει και προστατεύοντας τη ζωή όσων βρίσκονται υπό τη δικαιοδοσία ή τον αποτελεσματικό έλεγχό του. Η διάσωση ανθρώπων που κινδυνεύουν στη θάλασσα δεν είναι παραίτηση από το σύνορο. Είναι άσκηση κυριαρχικής δικαιοδοσίας σύμφωνα με το δίκαιο. Η καταγραφή αίτησης ασύλου δεν είναι απώλεια ελέγχου. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το κυρίαρχο κράτος αποφασίζει νόμιμα αν ένα πρόσωπο δικαιούται προστασία.
Αντιθέτως, η αδυναμία διάκρισης μεταξύ ανηλίκου και ενηλίκου, πρόσφυγα και οικονομικού μετανάστη, προσώπου που μπορεί να επιστραφεί και προσώπου που κινδυνεύει με δίωξη είναι βαθύτερη μορφή απώλειας διοικητικού ελέγχου. Η φυσική αποτροπή χωρίς πληροφοριακή και νομική ικανότητα παράγει εικόνα ισχύος αλλά όχι ολοκληρωμένη κυριαρχία. Το δημοκρατικό κράτος δεν είναι ισχυρό επειδή χρησιμοποιεί τη μεγαλύτερη δυνατή βία. Είναι ισχυρό όταν μπορεί να εφαρμόζει διαφοροποιημένους κανόνες ακόμη και υπό ακραία πίεση.
Η κρίση αποκτά διαφορετικό χαρακτήρα αν αποδειχθεί κρατική εργαλειοποίηση από το Μαρόκο. Αν μια τρίτη κυβέρνηση οργανώνει, ενθαρρύνει ή σκοπίμως διευκολύνει μαζική ανθρώπινη κινητικότητα για να εξαναγκάσει άλλο κράτος σε πολιτικές παραχωρήσεις, η μετακίνηση αποκτά διάσταση υβριδικής πίεσης. Οι άνθρωποι δεν μετατρέπονται σε εχθρικούς στρατιώτες και δεν χάνουν τα δικαιώματά τους, αλλά το κράτος που χρησιμοποιεί ή διευκολύνει τη ροή μπορεί να φέρει διεθνή και πολιτική ευθύνη.
Μέχρι το βράδυ της 1ης Αυγούστου, όμως, δεν είχαν δημοσιοποιηθεί επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν οργανωμένη μαροκινή επιχείρηση. Υπήρχαν βάσιμα ερωτήματα λόγω της αρχικής παθητικότητας ορισμένων μαροκινών δυνάμεων, του προηγουμένου του 2021 και της μακρόχρονης μη αναγνώρισης της ισπανικής θέσης για τις δύο πόλεις. Υπήρχαν ταυτόχρονα σαφείς ενδείξεις αυθόρμητης ή δικτυωμένης κινητοποίησης: κοινωνική και οικονομική απελπισία, ψηφιακές φήμες, λανθασμένη εντύπωση ότι μια δικαστική απόφαση καθιστούσε αδύνατη την επιστροφή και προσδοκία άμεσης πρόσβασης στην Ευρώπη. Η μαροκινή κυβέρνηση υποστήριξε ότι η εξέλιξη ήταν αντίθετη προς τη βούλησή της και οι δυνάμεις της τελικά παρενέβησαν βίαια για να περιορίσουν τις συγκεντρώσεις.
Η επιστημονικά υπεύθυνη θέση είναι επομένως διπλή. Δεν πρέπει να αθωώνεται προκαταβολικά οποιαδήποτε πιθανή κρατική ευθύνη μόνο επειδή η Ισπανία χρειάζεται τη συνεργασία του Μαρόκου. Δεν πρέπει όμως να βαφτίζεται κάθε ανεπαρκής ή καθυστερημένη συνοριακή δράση «υβριδική επίθεση» χωρίς απόδειξη πρόθεσης, συντονισμού και σκοπού εξαναγκασμού. Η έννοια της εργαλειοποίησης είναι σοβαρή αναλυτική και νομική κατηγορία, όχι πολιτική συντομογραφία για κάθε κρίση στην οποία συμμετέχει ανθρώπινη κινητικότητα.
Ανεξάρτητα από την απόδειξη συγκεκριμένης εργαλειοποίησης, η κρίση αποκάλυψε μια δομική εξάρτηση της ισπανικής κυριαρχίας. Η Ισπανία διαθέτει τον νομικό έλεγχο της δικής της πλευράς, αλλά η αποτελεσματική λειτουργία του συνόρου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πρόληψη συγκεντρώσεων και την αστυνομική δράση στη μαροκινή πλευρά. Η γεωγραφία της Θέουτα καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την αποτροπή δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων αν η γειτονική χώρα δεν συνεργάζεται ενεργά. Η συνεργασία αυτή είναι φυσιολογικό στοιχείο κάθε σύγχρονου συνόρου. Η υπερβολική εξάρτηση, όμως, δημιουργεί ασύμμετρη πολιτική ισχύ.
Εδώ εμφανίζεται το κεντρικό παράδοξο. Για να ασκήσει αποτελεσματικά την κυριαρχία της στη Θέουτα, η Ισπανία χρειάζεται τη συνεργασία ενός κράτους που δεν αποδέχεται πλήρως την ισπανική κυριαρχία επί της πόλης. Όταν η συνεργασία λειτουργεί, η Μαδρίτη μπορεί να εμφανίζει το σύνορο ως σταθερό και ελεγχόμενο. Όταν αποδυναμώνεται, η ευπάθεια γίνεται αμέσως ορατή. Το Μαρόκο αποκτά έτσι, ανεξάρτητα από το αν το επιδιώκει κάθε φορά, σημαντική διαπραγματευτική επιρροή στην πρακτική ασφάλεια ενός ισπανικού εδάφους.
Η κυριαρχία στον 21ο αιώνα είναι αναγκαστικά σχεσιακή. Τα μεταναστευτικά δίκτυα, οι ψηφιακές πλατφόρμες, οι θαλάσσιες διαδρομές και η ανάγκη επανεισδοχής δεν μπορούν να ελεγχθούν από ένα κράτος απομονωμένα. Η Ισπανία χρειάζεται ανταλλαγή πληροφοριών, διπλωματική συνεργασία, κοινή δράση κατά των διακινητών και συμφωνίες επιστροφής. Η συνεργατική κυριαρχία δεν είναι αντίφαση. Γίνεται πρόβλημα όταν η συνεργασία μετατρέπεται σε μονομερή εξάρτηση και όταν η τρίτη χώρα μπορεί, με δράση ή παράλειψη, να αυξάνει δυσανάλογα το κόστος της ισπανικής πολιτικής.
Η ευρωπαϊκή διάσταση προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο. Η Θέουτα είναι ισπανικό έδαφος και εξωτερικό σύνορο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά υπάγεται σε ειδικές ρυθμίσεις της Σένγκεν. Η Ισπανία προστατεύει όχι μόνο την εθνική της επικράτεια αλλά και ένα κοινό ευρωπαϊκό αγαθό: την απουσία συστηματικών ελέγχων στο εσωτερικό της Ευρώπης. Η αποτελεσματική άσκηση της ισπανικής κυριαρχίας αποτελεί προϋπόθεση της ελεύθερης κυκλοφορίας σε άλλα κράτη, γεγονός που εξηγεί γιατί η κρίση προκάλεσε άμεση ευρωπαϊκή αντίδραση.
Η αντίδραση αυτή αποκαλύπτει ότι η εθνική κυριαρχία στη Σένγκεν είναι ταυτόχρονα κοινή ευθύνη και αντικείμενο αμοιβαίας αξιολόγησης. Η Ισπανία παραμένει αρμόδια για το σύνορο, αλλά τα άλλα κράτη κρίνουν αν η άσκηση της αρμοδιότητάς της είναι αρκετά αξιόπιστη ώστε να συνεχίσουν να μην ελέγχουν τις μετακινήσεις από το ισπανικό έδαφος. Η Ιταλία επανέφερε ελέγχους, ενώ 22 κυβερνήσεις ζήτησαν έκτακτη ευρωπαϊκή συνάντηση και πιθανή ενίσχυση της Frontex. Η κρίση της ισπανικής αποτελεσματικότητας μετατράπηκε έτσι σε κρίση ευρωπαϊκής αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αφαιρεί την κυριαρχία από την Ισπανία. Σημαίνει ότι η Ισπανία έχει δεσμεύσει τον τρόπο άσκησής της σε κοινό κανονιστικό πλαίσιο. Η κυριαρχία δεν είναι πλέον αποκλειστικό δικαίωμα χωρίς εξωτερική λογοδοσία. Η Ισπανία έχει δικαίωμα να ελέγχει το σύνορο, αλλά υποχρέωση να σέβεται το ενωσιακό δίκαιο, το άσυλο, τη μη επαναπροώθηση και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Τα άλλα κράτη έχουν δικαίωμα να προστατεύουν την εσωτερική τους ασφάλεια, αλλά δεν μπορούν να χρησιμοποιούν κάθε προσωρινή δυσλειτουργία ως πρόσχημα για μονομερή αποδόμηση της Σένγκεν.
Η πολιτική διάσταση της κυριαρχίας είναι εξίσου σημαντική. Για τους κατοίκους της Θέουτα, η ισπανική κυριαρχία δεν είναι μόνο νομική διακήρυξη ή σημαία. Είναι κρατική παρουσία, επαρκής αστυνομική δύναμη, λειτουργία των υπηρεσιών, δυνατότητα μεταφοράς ανθρώπων προς την ηπειρωτική χώρα και αίσθηση ότι η πόλη δεν εγκαταλείπεται όταν η πίεση αυξάνεται. Η κεντρική κυβέρνηση μπορεί να διακηρύσσει ότι η Θέουτα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Ισπανίας. Αν όμως η τοπική κοινωνία βιώνει επανειλημμένως την απόσταση από τη Μαδρίτη ως διοικητική εγκατάλειψη, δημιουργείται ρήγμα μεταξύ τυπικής εδαφικής ενότητας και πραγματικής πολιτικής ενσωμάτωσης.
Η επίσκεψη του πρωθυπουργού και η ανάπτυξη του στρατού είχαν, συνεπώς, συμβολική κυριαρχική λειτουργία. Δήλωναν ότι η κεντρική εξουσία είναι παρούσα και ότι η πόλη δεν αντιμετωπίζεται ως απομονωμένη παραμεθόριος. Η συμβολική παρουσία δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει τη μόνιμη διοικητική ανθεκτικότητα. Κυριαρχία που γίνεται πλήρως ορατή μόνο μετά την κατάρρευση του ελέγχου παραμένει αντιδραστική. Η ισχυρή κυριαρχία είναι περισσότερο προληπτική παρά θεαματική: διατηρεί επαρκείς υποδομές, μηχανισμούς προειδοποίησης, διοικητική εφεδρεία και σταθερή σχέση με την τοπική κοινωνία πριν από την κρίση.
Ο νέος πλωτός φραγμός στο Ταραχάλ συμβολίζει τη στροφή προς μεγαλύτερη υλική οχύρωση. Μπορεί να μειώσει συγκεκριμένες θαλάσσιες διελεύσεις και να διευκολύνει την περιπολία. Δεν αντιμετωπίζει, όμως, από μόνος του τις αιτίες που κατέστησαν δυνατή τη μαζική κινητοποίηση: την κοινωνική απελπισία στο Μαρόκο, την ψηφιακή παραπληροφόρηση, την ανεπαρκή προειδοποίηση, την εξάρτηση από τη γειτονική αστυνόμευση και την περιορισμένη ικανότητα άμεσης καταγραφής. Η κυριαρχία που επενδύει μόνο στο φυσικό εμπόδιο κινδυνεύει να μεταθέτει τη διαδρομή ή τη μέθοδο χωρίς να αυξάνει τη συνολική κρατική ικανότητα.
Η πραγματική ενίσχυση απαιτεί πληροφοριακή, διοικητική, διπλωματική και κοινωνική υποδομή. Απαιτεί ενιαία εικόνα σε πραγματικό χρόνο, κινητές μονάδες καταγραφής και προστασίας ανηλίκων, σαφή επιχειρησιακή αλυσίδα μεταξύ Μαδρίτης και Θέουτα, ευρωπαϊκή εφεδρεία, δεσμευτικό σχέδιο αποσυμφόρησης και σχέση με το Μαρόκο που να είναι σταθερή αλλά όχι ανεξέλεγκτα εξαρτημένη από την πολιτική συγκυρία. Η κυριαρχία δεν εξαντλείται στην αποτροπή της πρώτης διέλευσης. Περιλαμβάνει ολόκληρη την ικανότητα διαχείρισης όσων συμβαίνουν όταν η αποτροπή αποτυγχάνει.
Η κρίση της Θέουτα υπήρξε, επομένως, πραγματική δοκιμασία της ισπανικής κυριαρχίας, όχι όμως με την έννοια μιας επικείμενης απώλειας του εδάφους. Ο νομικός τίτλος παρέμεινε άθικτος και δεν εκδηλώθηκε ένοπλη επίθεση. Δοκιμάστηκε η λειτουργική κυριαρχία, επειδή ο κρατικός κανόνας έπαψε προσωρινά να οργανώνει τη συνοριακή πραγματικότητα. Δοκιμάστηκε η πολιτική κυριαρχία, επειδή οι κάτοικοι αμφισβήτησαν την επάρκεια της προστατευτικής κρατικής παρουσίας. Δοκιμάστηκε η στρατηγική κυριαρχία, επειδή αποκαλύφθηκε η εξάρτηση από το Μαρόκο. Και δοκιμάστηκε η ευρωπαϊκή διάσταση της κυριαρχίας, επειδή η ισπανική δυσλειτουργία ενεργοποίησε εθνικά αντανακλαστικά στο εσωτερικό της Σένγκεν.
Η μαζική διάβαση δεν μετατράπηκε σε αμφισβήτηση του ισπανικού τίτλου, αλλά σε αμφισβήτηση της ισπανικής ικανότητας. Αυτή η διάκριση επιτρέπει ταυτόχρονα την αποφυγή της πολεμικής υπερβολής και την αναγνώριση της πραγματικής σοβαρότητας. Ένα κράτος δεν χάνει την κυριαρχία του επειδή το σύνορό του παραβιάζεται. Τη φθείρει όταν δεν μαθαίνει από την παραβίαση, όταν εξαρτάται επανειλημμένα από την έκτακτη καλή θέληση τρίτων και όταν για να επαναφέρει τον φυσικό έλεγχο υπονομεύει το νομικό και δημοκρατικό περιεχόμενο της ίδιας του της εξουσίας.
Η ισπανική απάντηση θα είναι τελικά κυριαρχικά επιτυχής μόνο αν υπερβεί τη λογική ότι το πρόβλημα λύθηκε επειδή σταμάτησαν οι διελεύσεις. Η ανθεκτική κυριαρχία δεν μετράται από την ήρεμη νύχτα που ακολουθεί την κρίση. Μετράται από το αν το κράτος μπορεί να αποτρέψει την επανάληψη, να διατηρήσει τον έλεγχο χωρίς αδιάκριτη βία, να προστατεύσει τη ζωή, να εφαρμόσει το δίκαιο και να συνεργαστεί διεθνώς χωρίς να παραδίδει σε άλλους τον πρακτικό διακόπτη της εδαφικής του ασφάλειας.
Πρόσφατα σχόλια