Κατά τη δεκαετία του 1990 η ελληνική πολιτική ιστορία γνώρισε μια περίοδο ιδιαίτερα πυκνή σε εξελίξεις, όπου η σχέση κόμματος και κράτους κατέστη το κεντρικό πεδίο αναφοράς. Το ΠΑΣΟΚ, το οποίο είχε αναδειχθεί τη δεκαετία του 1980 ως κόμμα-κίνημα με έντονη ριζοσπαστική ρητορική και ισχυρές κοινωνικές αναφορές, εισήλθε σε μια φάση προοδευτικής ενσωμάτωσης στον κρατικό μηχανισμό, διαδικασία που μπορεί να περιγραφεί ως «κρατικοποίηση». Ο όρος αυτός δεν παραπέμπει απλώς στη διοικητική διείσδυση ή στη στελέχωση της δημόσιας διοίκησης από κομματικά μέλη, αλλά σε μια βαθύτερη διαδικασία ώσμωσης κόμματος και κράτους, όπου τα όρια ανάμεσα στους δύο θεσμικούς πόλους καθίστανται όλο και πιο δυσδιάκριτα. Η μεταβολή αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των προσωπικών επιλογών συγκεκριμένων ηγετών, ούτε ως μια «παρέκκλιση» της ελληνικής πολιτικής ζωής. Αντιθέτως, πρόκειται για μια σχεδόν νομοτελειακή εξέλιξη που συνδέεται με τη μακροχρόνια άσκηση της εξουσίας· όποιο κόμμα βρισκόταν τόσο εκτεταμένο διάστημα στην κυβέρνηση, θα ακολουθούσε αναπόφευκτα μια αντίστοιχη πορεία σύμφυσης με τον κρατικό μηχανισμό.
Η κοινωνική διάσταση αυτής της διαδικασίας υπήρξε ιδιαίτερα έντονη. Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1990, η πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό λειτουργούσε όχι μόνο ως μέσο επαγγελματικής αποκατάστασης αλλά και ως κύριο κανάλι κοινωνικής κινητικότητας και ενσωμάτωσης. Χιλιάδες στελέχη και υποστηρικτές του ΠΑΣΟΚ κατέλαβαν θέσεις σε δημόσιους οργανισμούς, ΔΕΚΟ και υπουργεία, δημιουργώντας ένα εκτεταμένο δίκτυο όπου η κομματική στράτευση συνδεόταν άμεσα με την κρατική συμμετοχή. Η πολιτική αφοσίωση, αντί να βασίζεται αποκλειστικά σε ιδεολογική ταύτιση, συντηρούνταν μέσω της συμμετοχής στη διανομή υλικών και θεσμικών πόρων. Η έννοια της «κρατικοδίαιτης κοινωνίας» δεν αποδίδει εδώ μια απλή σχέση εξάρτησης, αλλά μια νέα μορφή πολιτικής κοινωνικοποίησης, όπου η ένταξη στον κομματικό μηχανισμό μεταφραζόταν σχεδόν αυτόματα σε πρόσβαση στον κρατικό ιστό.
Στο πολιτικό επίπεδο, το ΠΑΣΟΚ μεταβλήθηκε από κόμμα που διεκδικούσε την κοινωνική αλλαγή σε κόμμα-διαχειριστή της κρατικής μηχανής. Η τελευταία φάση της ηγεσίας του Ανδρέα Παπανδρέου, με την έντονη φθορά και την εσωτερική κόπωση, σηματοδότησε την κορύφωση της κρατικής ώσμωσης, ενώ η περίοδος Σημίτη ανέδειξε μια νέα εκδοχή της. Ο «εκσυγχρονισμός» που εισήγαγε ο Σημίτης συνδύασε την τεχνοκρατική ρητορική της αποτελεσματικότητας με τη διατήρηση του πελατειακού ιστού. Η προσαρμογή στις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η επιδίωξη ένταξης στην ΟΝΕ δεν κατήργησαν την κρατικοποίηση, αλλά της έδωσαν διαφορετικό χαρακτήρα, περισσότερο εναρμονισμένο με τα δεδομένα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, χωρίς όμως να αποκόπτουν τις παραδοσιακές μορφές εξάρτησης.
Η διεθνής συγκριτική εμπειρία επιβεβαιώνει ότι η ώσμωση κόμματος-κράτους δεν αποτελεί ελληνικό ιδιότυπο φαινόμενο αλλά μια τάση που εκδηλώνεται σε ποικίλες πολιτικές κουλτούρες. Στην Ιταλία, η μακρά κυριαρχία της Democrazia Cristiana δημιούργησε ένα κόμμα-κράτος που λειτούργησε ως δίκτυο αναδιανομής πόρων και εξουσίας, με τελικό αποτέλεσμα την κρίση και την κατάρρευση του ιταλικού κομματικού συστήματος. Στην Ισπανία, το PSOE του Γκονθάλεθ γνώρισε παρόμοια πορεία, ενσωματώνοντας τον κρατικό μηχανισμό σε βαθμό που η πολιτική του νομιμοποίηση φθάρηκε από σκάνδαλα και καταχρήσεις εξουσίας. Ακόμη και σε πιο θεσμικά ανεπτυγμένα συστήματα, όπως η Γερμανία και η Σουηδία, η μακροχρόνια διακυβέρνηση σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων συνδέθηκε με μορφές εξάρτησης από το κράτος, έστω και πιο θεσμοθετημένες και ελεγχόμενες. Η ελληνική περίπτωση διαφοροποιείται ως προς την ένταση και την ταχύτητα αυτής της διαδικασίας, αλλά δεν αποτελεί μοναδική ιδιομορφία.
Η πολιτική θεωρία παρέχει γόνιμο πλαίσιο ερμηνείας. Ο «σιδερένιος νόμος της ολιγαρχίας» του Michels καταδεικνύει πως η ηγεσία των μαζικών κομμάτων συγκεντρώνει αναπόφευκτα εξουσία και αυτονομείται από τη βάση, εξέλιξη που στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ συνδυάστηκε με την οργανική ενσωμάτωση στον κρατικό μηχανισμό. Ο Ostrogorski είχε ήδη αναδείξει τη λειτουργία των κομμάτων ως μηχανισμών που, μόλις αποκτήσουν εξουσία, τείνουν να συντηρούν κυρίως την ίδια τους τη θέση. Ο Duverger μίλησε για τη μετάβαση των κομμάτων από κοινωνικά κινήματα σε γραφειοκρατικές οργανώσεις, ενώ οι Katz και Mair, με τη θεωρία του «κόμματος-καρτέλ», εξήγησαν τη βαθμιαία εξάρτηση των κομμάτων από τους πόρους του κράτους. Ο Panebianco, τέλος, ανέλυσε τη θεσμοποίηση των κομμάτων, δηλαδή την ανάγκη επιβίωσης τους μέσα από τη στενή διασύνδεση με τους θεσμούς. Όλες αυτές οι θεωρητικές προσεγγίσεις βρίσκουν στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ μια εμβληματική επιβεβαίωση.
Η ελληνική βιβλιογραφία εξειδίκευσε τα παραπάνω στο πλαίσιο των εγχώριων συνθηκών. Ο Μουζέλης υπογράμμισε ότι, σε μια κοινωνία με αδύναμη ταξική δομή, το κράτος ανέλαβε διαχρονικά τον ρόλο του κύριου μηχανισμού κοινωνικής ενσωμάτωσης, γεγονός που καθιστούσε την κρατικοποίηση του ΠΑΣΟΚ σχεδόν αναπόφευκτη. Ο Λυριντζής περιέγραψε τη μετάβαση από το κόμμα-κίνημα στο κόμμα-μηχανισμό, με τη βάση να ενσωματώνεται στον κρατικό ιστό. Ο Σπουρδαλάκης ανέλυσε πώς η υπόσχεση εκδημοκρατισμού του κράτους κατέληξε στην αναπαραγωγή των ίδιων κρατικοκεντρικών δομών. Ο Βούλγαρης, τέλος, έδειξε ότι ο εκσυγχρονισμός της περιόδου Σημίτη αποτέλεσε μια νέα μορφή κρατικοποίησης, εναρμονισμένη με την ευρωπαϊκή προοπτική αλλά εξίσου συμβιωτική με το κράτος.
Συνολικά, η κρατικοποίηση του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1990 δεν υπήρξε μια ελληνική ιδιοτυπία, ούτε μια τυχαία εξέλιξη. Αντιθέτως, συνιστά την τοπική εκδήλωση μιας ευρύτερης διεθνούς τάσης: κάθε κόμμα που παραμένει αδιάλειπτα στην εξουσία για μακρό χρονικό διάστημα τείνει να απορροφάται από τον κρατικό μηχανισμό, να εξαρτάται από αυτόν και τελικά να μετατρέπεται σε οργανικό τμήμα του. Η ελληνική περίπτωση υπήρξε πιο έντονη λόγω της ιστορικής αδυναμίας συγκρότησης ανεξάρτητης δημόσιας διοίκησης και της μακράς παράδοσης πελατειακών σχέσεων, ωστόσο η κεντρική δυναμική δεν είναι ούτε μοναδική ούτε ακατανόητη εκτός ελληνικών συνθηκών. Η ώσμωση κόμματος και κράτους αποτελεί μια καθολική τάση που αναδεικνύει την ισχύ του κράτους ως θεσμού αναπαραγωγής της πολιτικής εξουσίας, μετατρέποντας κάθε κόμμα από φορέα αλλαγής σε οργανικό τμήμα του συστήματος το οποίο καλείται να διαχειριστεί.
Πρόσφατα σχόλια