Η συζήτηση για τα μεγάλα ενεργειακά σοκ διεξάγεται συνήθως σε επίπεδο κρατών, αγορών εμπορευμάτων, κεντρικών τραπεζών και μακροοικονομικών δεικτών. Όμως η πραγματική οικονομική φθορά εμφανίζεται πολύ πιο έντονα στο επίπεδο της μικρής και μεσαίας επιχείρησης. Εκεί όπου η θεωρία των αγορών συναντά την καθημερινή λογιστική πραγματικότητα, η άνοδος της ενέργειας μεταφράζεται σε άμεση κρίση βιωσιμότητας. Η μικρή επιχείρηση δεν λειτουργεί με τους ίδιους βαθμούς ελευθερίας που διαθέτουν οι μεγάλοι όμιλοι. Δεν έχει ευχέρεια φθηνής αναχρηματοδότησης, δεν έχει την ίδια δυνατότητα αντιστάθμισης κινδύνου, δεν διαθέτει πάντοτε αποθέματα ρευστότητας και συχνά δεν μπορεί να μετακυλίσει πλήρως το κόστος χωρίς να χάσει πελατεία. Επομένως, όταν ακριβαίνουν η ενέργεια, οι μεταφορές και οι λειτουργικές εισροές, η μικρή και μεσαία επιχείρηση γίνεται ο βασικός απορροφητής της κρίσης. Αυτή η διαπίστωση έχει τεράστια κοινωνική σημασία, διότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες, και ιδίως στην ελληνική, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνδέονται άμεσα με την απασχόληση, τη φορολογική βάση και την καθημερινή κοινωνική σταθερότητα.

Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι αυξάνονται οι δαπάνες. Είναι ότι διαταράσσεται η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα σε κόστος, τζίρο και ρευστότητα. Μια μικρή επιχείρηση λιανικής, εστίασης, μεταφοράς, υπηρεσιών ή μικρής παραγωγής λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό πάνω στη σταθερότητα του ημερήσιου ή εβδομαδιαίου ταμείου της. Όταν το ενεργειακό κόστος αυξάνεται, όταν το μεταφορικό έργο γίνεται ακριβότερο και όταν η πελατεία αρχίζει να περιορίζει τη δευτερεύουσα κατανάλωσή της, ολόκληρη η μηχανική της επιχείρησης απορρυθμίζεται. Δεν μειώνεται μόνο το καθαρό περιθώριο κέρδους. Γίνεται δυσκολότερη η πληρωμή προμηθευτών, η συντήρηση του αποθέματος, η διατήρηση προσωπικού, η φορολογική συνέπεια και η εξυπηρέτηση υφιστάμενων δανειακών υποχρεώσεων. Έτσι, μια κρίση ενέργειας εξελίσσεται γρήγορα σε κρίση ρευστότητας. Και η κρίση ρευστότητας είναι ακριβώς ο τύπος κρίσης που καταστρέφει παραγωγικές μονάδες χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί δραματική πτώση της συνολικής ζήτησης.

Η κοινωνική βαρύτητα του ζητήματος είναι τεράστια, επειδή η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα αποτελεί ενδιάμεση ζώνη ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία. Όταν πλήττεται, δεν χάνεται μόνο επιχειρηματικό εισόδημα· χάνεται απασχόληση, τοπική αγορά, κοινωνική κινητικότητα και φορολογική δυναμική. Η μικρή επιχείρηση είναι συχνά η βασική μορφή οικονομικής συμμετοχής των μεσαίων στρωμάτων. Όταν διαβρώνεται, η οικονομία γίνεται ταυτόχρονα πιο άνιση και πιο άκαμπτη. Η απώλεια μικρών παραγωγικών μονάδων δεν υποκαθίσταται εύκολα από τη μεγέθυνση λίγων μεγάλων παικτών, ιδιαίτερα σε περιβάλλον υπηρεσιών, τουρισμού, εμπορίου και τοπικής κατανάλωσης. Συνεπώς, η προστασία της μικρής και μεσαίας επιχείρησης δεν είναι μόνο θέμα επιχειρηματικής πολιτικής. Είναι κατεξοχήν κοινωνική πολιτική με άμεσο αναπτυξιακό αποτύπωμα.

Το ευρωπαϊκό περιβάλλον κάνει την πρόκληση αυτή ακόμη μεγαλύτερη. Η Ευρωζώνη κινείται ήδη σε χαμηλό αναπτυξιακό τέμπο, ενώ η νέα ενεργειακή αναταραχή συμπίπτει με συνθήκες ακριβότερου χρήματος και αυξημένης αβεβαιότητας ως προς τη νομισματική πορεία. Όταν οι αγορές επανατιμολογούν προς τα πάνω τα επιτόκια ή μειώνουν τις προσδοκίες χαλάρωσης λόγω ενεργειακού πληθωρισμού, οι μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται διπλά εκτεθειμένες: από τη μία δέχονται αυξημένα λειτουργικά κόστη, από την άλλη δυσκολεύονται περισσότερο να βρουν φθηνή πίστωση ή να ανακυκλώσουν το κεφάλαιό τους. Η συνέπεια είναι ότι η μικρομεσαία αγορά υφίσταται δυσανάλογη πίεση ακριβώς τη στιγμή που θα έπρεπε να λειτουργεί ως ανάχωμα κοινωνικής σταθερότητας. Οι πρόσφατες ενδείξεις από την ΕΚΤ και τις αγορές δείχνουν ότι αυτός ο περιορισμός παραμένει ενεργός.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, η διάσταση αυτή είναι κομβική. Η ελληνική οικονομία δεν στηρίζεται σε λίγους μεγάλους βιομηχανικούς γίγαντες αλλά σε πλήθος μικρών και μεσαίων σχημάτων που λειτουργούν συχνά με περιορισμένο κεφαλαιακό μαξιλάρι. Η άνοδος του κόστους ενέργειας, ενοικίων, μεταφορών, προμηθειών και χρηματοδότησης δημιουργεί περιβάλλον στο οποίο η παραγωγική καθημερινότητα καθίσταται εξαντλητική. Αν το κράτος περιοριστεί μόνο σε οριζόντιες διακηρύξεις ή σε αποσπασματικά μέτρα, η αγορά θα περάσει από αργή διάβρωση σε κύμα σιωπηρής αποδιάρθρωσης. Και αυτή η αποδιάρθρωση θα είναι κοινωνικά πολύ ακριβότερη από οποιαδήποτε εγκαίρως σχεδιασμένη παρέμβαση.