Η τρέχουσα οικονομική πίεση στην Ευρώπη δεν εξαντλείται στο πεδίο της μακροοικονομικής διαχείρισης ούτε μπορεί να αποτιμηθεί επαρκώς μέσω των δεικτών πληθωρισμού, των επιτοκίων ή των αποδόσεων των ομολόγων. Η βαθύτερη συνέπειά της αφορά τη σχέση μεταξύ οικονομίας, κοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης, διότι σε περιόδους κατά τις οποίες το κόστος ζωής αυξάνεται, η ενεργειακή επιβάρυνση διογκώνεται και η καθημερινή οικονομική ασφάλεια αποδυναμώνεται, η κοινωνική συνοχή τίθεται υπό δοκιμασία με τρόπο συχνά εντονότερο από ό,τι υποδεικνύουν οι μακροοικονομικές καταγραφές. Η οικονομική πίεση δεν γίνεται αντιληπτή από τους πολίτες ως αφηρημένη μεταβολή κάποιων δεικτών, αλλά ως άμεση μείωση της πραγματικής τους δυνατότητας να συντηρήσουν μια σταθερή καθημερινότητα. Όταν ο λογαριασμός ενέργειας, το κόστος μεταφοράς, η τιμή βασικών αγαθών και το γενικότερο αίσθημα ανασφάλειας αυξάνονται ταυτόχρονα, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Γίνεται ζήτημα κοινωνικής ψυχολογίας, συλλογικής αντοχής και πολιτικής αξιοπιστίας.
Η σπουδαιότητα αυτού του παράγοντα έγκειται στο ότι οι σύγχρονες δημοκρατίες δεν σταθεροποιούνται μόνο μέσω της τυπικής λειτουργίας των θεσμών ή της ισορροπίας των δημόσιων οικονομικών, αλλά και μέσω της ύπαρξης ενός ελάχιστου αισθήματος υλικής ασφάλειας στο κοινωνικό σώμα. Όσο οι πολίτες θεωρούν ότι μπορούν να προβλέπουν τη βασική τους διαβίωση, να σχεδιάζουν τις υποχρεώσεις τους και να απορροφούν λογικές αυξήσεις κόστους χωρίς βίαιη υποβάθμιση του βιοτικού τους επιπέδου, τόσο η οικονομική διακυβέρνηση διατηρεί υψηλότερη νομιμοποίηση. Όταν όμως αυτή η προβλεψιμότητα χάνεται, η πίεση μετατρέπεται σε διάχυτη δυσαρέσκεια. Η δυσαρέσκεια αυτή δεν εκδηλώνεται μόνο ως αντίδραση στην ακρίβεια, αλλά ως αμφισβήτηση της επάρκειας των κυβερνήσεων, της χρησιμότητας των θεσμών και της ίδιας της δυνατότητας της πολιτικής να προστατεύει ουσιαστικά την καθημερινή ζωή. Εδώ ακριβώς εδράζεται η βαθύτερη πολιτική σημασία της οικονομικής ανασφάλειας.
Η ενεργειακή ανατίμηση έχει ιδιαίτερο βάρος στη διαμόρφωση αυτής της κατάστασης επειδή επηρεάζει δυσανάλογα το πεδίο της καθημερινότητας. Η ενέργεια δεν είναι καταναλωτικό αγαθό προαιρετικού χαρακτήρα, αλλά θεμελιώδης όρος αξιοπρεπούς διαβίωσης και οικονομικής συμμετοχής. Η αύξηση του κόστους θέρμανσης, ηλεκτρισμού, καυσίμων και μετακινήσεων δεν μεταφράζεται απλώς σε γενική ακρίβεια, αλλά σε συρρίκνωση της ίδιας της καθημερινής ελευθερίας των πολιτών. Οι επιπτώσεις γίνονται εντονότερες για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, για τα νοικοκυριά σε περιφέρειες με μεγαλύτερη ανάγκη μετακίνησης, για περιοχές με υψηλότερο ενεργειακό κόστος και για κοινωνικές ομάδες που ήδη είχαν περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης πρόσθετων βαρών. Το αποτέλεσμα είναι μια σαφώς άνιση κατανομή της πίεσης. Ενώ οι μέσοι δείκτες μπορεί να εμφανίζουν μια γενική τάση, οι πραγματικές συνέπειες γίνονται αισθητές με πολύ πιο έντονο τρόπο σε συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα. Η άνιση αυτή κατανομή είναι το σημείο όπου η οικονομική πίεση αποκτά και σαφή διάσταση κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η κυβέρνηση, σε τέτοιες συνθήκες, δεν καλείται απλώς να λάβει οικονομικά ορθές αποφάσεις, αλλά να διαχειριστεί μια εξαιρετικά σύνθετη σχέση ανάμεσα στη δημοσιονομική ευθύνη, στην κοινωνική προστασία και στη διατήρηση πολιτικής εμπιστοσύνης. Η πρόκληση αυτή είναι πολύ πιο δύσκολη απ’ όσο συχνά παρουσιάζεται, διότι η κρατική παρέμβαση δεν κρίνεται μόνο από την τεχνική της αποτελεσματικότητα, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή από την κοινωνία. Ένα μέτρο μπορεί να είναι λογικό δημοσιονομικά αλλά να θεωρηθεί ανεπαρκές ή άδικο κοινωνικά. Μπορεί να είναι στοχευμένο και οικονομικά ορθό, αλλά να εκλαμβάνεται ως περιορισμένο ή γραφειοκρατικό. Μπορεί να είναι πολιτικά δημοφιλές, αλλά μακροπρόθεσμα να επιβαρύνει τη χρηματοπιστωτική θέση της χώρας. Αυτή η διαρκής ένταση ανάμεσα στο ορθολογικό, το εφικτό και το αποδεκτό είναι ο πυρήνας της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας της ακρίβειας.
Πέρα όμως από το κράτος, η ίδια η κοινωνική δομή υφίσταται μετατόπιση όταν η οικονομική πίεση παρατείνεται. Τα νοικοκυριά επαναπροσδιορίζουν καταναλωτικές συνήθειες, καθυστερούν επενδύσεις στην κατοικία, περιορίζουν μη αναγκαίες δαπάνες, αναβάλλουν οικογενειακά σχέδια και αναθεωρούν τις προσδοκίες τους για το μέλλον. Η μεσαία τάξη, που παραδοσιακά λειτουργεί ως κρίσιμος σταθεροποιητικός πυλώνας των ευρωπαϊκών κοινωνιών, αρχίζει να αισθάνεται ότι η πρότερη θέση της δεν είναι ασφαλής. Αυτή η διάβρωση δεν παράγει άμεσα κοινωνική έκρηξη, αλλά παράγει σταδιακή αποστασιοποίηση από το πολιτικό και θεσμικό σύστημα. Η αίσθηση ότι η πρόοδος αντικαθίσταται από διαρκή διαχείριση απωλειών είναι ίσως η πιο επικίνδυνη συνέπεια μιας παρατεταμένης περιόδου ακρίβειας και αβεβαιότητας. Μια κοινωνία που παύει να προσδοκά βελτίωση και περιορίζεται στο να αποφεύγει την επιδείνωση γίνεται πιο ευάλωτη σε πολιτική ριζοσπαστικοποίηση, κυνισμό και βαθιά δυσπιστία.
Η Ευρώπη οφείλει, συνεπώς, να αναγνωρίσει ότι η κοινωνική συνοχή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως παράγωγο της οικονομικής σταθερότητας, αλλά ως αυτοτελής προϋπόθεση της ίδιας της οικονομικής λειτουργίας. Χωρίς κοινωνική εμπιστοσύνη, χωρίς αίσθηση δικαιοσύνης στην κατανομή βαρών και χωρίς ορατό μηχανισμό προστασίας για τους πιο εκτεθειμένους, ακόμη και οι τεχνικά επιτυχημένες οικονομικές πολιτικές κινδυνεύουν να απονομιμοποιηθούν πολιτικά. Σε αυτή τη βάση, η στοχευμένη κοινωνική προστασία δεν είναι μόνο ανθρωπιστική ή κοινωνική υποχρέωση, αλλά εργαλείο διατήρησης θεσμικής σταθερότητας. Το ίδιο ισχύει και για τη διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων, για τη σαφή αιτιολόγηση των μέτρων και για την ειλικρινή αποτύπωση των περιορισμών. Οι κοινωνίες τείνουν να αποδέχονται πιο εύκολα δύσκολες αποφάσεις όταν πείθονται ότι τα βάρη κατανέμονται δίκαια και ότι η κυβέρνηση δεν υποτιμά την ένταση του προβλήματος.
Από την άποψη αυτή, το ζήτημα της ακρίβειας και της ενεργειακής πίεσης δεν είναι μόνο οικονομικό επεισόδιο, αλλά κρίσιμη δοκιμασία για τον τρόπο με τον οποίο οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες θα διαχειριστούν τη σχέση ανάμεσα στη σταθερότητα και στην κοινωνική προστασία τα επόμενα χρόνια. Εάν η απάντηση περιοριστεί σε αριθμητική διαχείριση, χωρίς επαρκή μέριμνα για την κοινωνική εμπειρία της κρίσης, η αποσύνδεση ανάμεσα σε θεσμούς και κοινωνία θα ενισχυθεί. Αν, αντίθετα, οι κυβερνήσεις και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί κατορθώσουν να ενσωματώσουν την κοινωνική διάσταση στην οικονομική πολιτική όχι ως επικοινωνιακό συμπλήρωμα αλλά ως κεντρικό άξονα σχεδιασμού, τότε θα έχουν τη δυνατότητα να θωρακίσουν όχι μόνο τα εισοδήματα αλλά και τη δημοκρατική σταθερότητα. Το πραγματικό στοίχημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο η αποκλιμάκωση ορισμένων τιμών, αλλά η αποτροπή μιας βαθύτερης φθοράς της κοινωνικής εμπιστοσύνης που θα υπονόμευε τη δυνατότητα της Ευρώπης να παραμείνει χώρος πολιτικής μετριοπάθειας, θεσμικής σταθερότητας και κοινωνικής συνοχής.
Πρόσφατα σχόλια