Η θεωρία των λεγόμενων «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο δεν συνιστά νομική διαφορά, ούτε καν αμφισβήτηση ερμηνείας διεθνών κανόνων, αλλά μια κατασκευασμένη στρατηγική αφήγηση χωρίς οποιοδήποτε έρεισμα στο διεθνές δίκαιο. Πρόκειται για συνειδητή απόπειρα μετατροπής ενός πλήρως ρυθμισμένου καθεστώτος κυριαρχίας σε τεχνητό πεδίο αβεβαιότητας, μέσω της συστηματικής παραβίασης θεμελιωδών αρχών που διέπουν την εδαφική κυριαρχία, τη διεθνή νομιμότητα και τη σταθερότητα των συνόρων. Η τουρκική προσέγγιση δεν αποτυγχάνει απλώς να αποδείξει τις θέσεις της· αποκαλύπτει μια δομική άρνηση αποδοχής της ίδιας της έννοιας της διεθνούς έννομης τάξης.

Στο σύγχρονο διεθνές δίκαιο, η κυριαρχία επί εδάφους, χερσαίου ή νησιωτικού, δεν τελεί υπό διαρκή διαπραγμάτευση. Καθορίζεται βάσει τίτλου κυριαρχίας, ο οποίος προκύπτει από διεθνείς συνθήκες, εθιμικό δίκαιο και διεθνή πρακτική. Στην περίπτωση του Αιγαίου, ο εδαφικός τίτλος της Ελλάδας επί των νησιών, νησίδων και βραχονησίδων είναι πλήρης, σαφής και οριστικός, θεμελιωμένος σε διαδοχικές διεθνείς συνθήκες, με κορυφαία τη Συνθήκη της Λωζάνης και τη Συνθήκη των Παρισίων. Δεν υφίσταται νομικό κενό, ούτε αμφισημία που να επιδέχεται «γκρίζες» ερμηνείες.

Η τουρκική θεωρία επιχειρεί να εισαγάγει μια έννοια απολύτως ξένη προς το διεθνές δίκαιο: ότι η απουσία ρητής ονομαστικής αναφοράς κάθε γεωγραφικού σχηματισμού ισοδυναμεί με αμφισβήτηση κυριαρχίας. Αυτή η θέση συγκρούεται ευθέως με τη θεμελιώδη αρχή ότι οι διεθνείς συνθήκες μεταβίβασης κυριαρχίας λειτουργούν κατά τρόπο συνολικό και όχι αποσπασματικό. Η κυριαρχία δεν μεταβιβάζεται «κατά λίστα», αλλά κατά γεωγραφική και νομική ενότητα. Η διεθνής νομολογία είναι απολύτως σαφής ότι η ερμηνεία συνθηκών δεν μπορεί να οδηγεί σε αποτελέσματα που ακυρώνουν τον σκοπό τους, δηλαδή τη σταθεροποίηση συνόρων.

Η έννοια των «γκρίζων ζωνών» παραβιάζει επίσης την αρχή uti possidetis juris, η οποία, αν και ιστορικά συνδέθηκε με αποαποικιοποιητικές διαδικασίες, έχει αναχθεί σε γενική αρχή σταθερότητας εδαφικών καθεστώτων. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, τα εδαφικά καθεστώτα που καθορίστηκαν σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο δεν μπορούν να ανατραπούν μονομερώς μέσω μεταγενέστερων αμφισβητήσεων. Η Τουρκία, αποδεχόμενη τη Συνθήκη της Λωζάνης, αποδέχθηκε και το συνολικό εδαφικό αποτέλεσμα αυτής. Η εκ των υστέρων αμφισβήτηση δεν αποτελεί νομικό δικαίωμα, αλλά αναθεωρητική πράξη.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η προσπάθεια της Τουρκίας να μετατρέψει την έλλειψη δικής της κυριαρχίας σε δήθεν «αμφισβητούμενο καθεστώς». Στο διεθνές δίκαιο, η κυριαρχία δεν προκύπτει από αμφισβήτηση, αλλά από τίτλο. Η Τουρκία δεν προσκομίζει κανέναν τίτλο κυριαρχίας, καμία συνθήκη, καμία πράξη διεθνούς αναγνώρισης. Αντιθέτως, επιδιώκει να δημιουργήσει νομικό αποτέλεσμα μέσω σκέτης αμφισβήτησης, κάτι που το διεθνές δίκαιο ρητώς απορρίπτει. Η απλή προβολή αξίωσης, χωρίς τίτλο, δεν γεννά δικαίωμα· γεννά μόνο διεθνή ευθύνη.

Η θεωρία των γκρίζων ζωνών συνιστά επίσης κατάφωρη παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης απόκτησης εδάφους δια της απειλής ή χρήσης βίας. Όταν η αμφισβήτηση συνοδεύεται από στρατιωτική πίεση, υπερπτήσεις, ναυτικές παρενοχλήσεις και απειλές, τότε η «διαφορά» παύει να είναι νομική και μετατρέπεται σε απόπειρα επιβολής τετελεσμένων. Η διεθνής έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει δικαιώματα που προκύπτουν από τέτοιες πρακτικές. Αντιθέτως, τις κατατάσσει στις σοβαρότερες μορφές διεθνούς παρανομίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η έννοια της effectivité, την οποία συχνά επιχειρεί να επικαλεστεί η τουρκική πλευρά. Η πραγματική άσκηση εξουσίας μπορεί να έχει σημασία μόνο όταν απουσιάζει σαφής νομικός τίτλος. Στο Αιγαίο, όμως, ο τίτλος υπάρχει και είναι αδιαμφισβήτητος. Η effectivité δεν μπορεί να λειτουργήσει ανατρεπτικά έναντι συνθήκης. Κάθε αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε στην κατάλυση της διεθνούς ασφάλειας δικαίου.

Υπό αυστηρά νομικούς όρους, οι «γκρίζες ζώνες» δεν συνιστούν καν διεθνή διαφορά. Δεν πληρούν τα κριτήρια ύπαρξης έννομης διαφοράς, καθώς απουσιάζει αντικείμενο αμφισβήτησης με νομική βάση. Αυτό έχει άμεσες συνέπειες και σε επίπεδο διεθνούς δικαιοδοσίας: δεν υφίσταται ζήτημα προς επίλυση, αλλά αβάσιμη αξίωση προς απόρριψη. Η Ελλάδα, συνεπώς, δεν έχει νομική υποχρέωση να διαπραγματευτεί κάτι που δεν υφίσταται.

Η επιμονή της Τουρκίας στη θεωρία αυτή αποκαλύπτει μια βαθύτερη στρατηγική στόχευση: τη διάβρωση της έννοιας της κυριαρχίας μέσω «γκριζαρίσματος» του δικαίου. Δεν πρόκειται για νομική διεκδίκηση, αλλά για στρατηγική απονομιμοποίησης του ισχύοντος καθεστώτος. Όμως, το διεθνές δίκαιο δεν αναγνωρίζει «ενδιάμεσες καταστάσεις» κυριαρχίας. Ή υπάρχει τίτλος ή δεν υπάρχει. Στην περίπτωση του Αιγαίου, υπάρχει μόνο ελληνικός τίτλος.

Η νομική πραγματικότητα είναι αμείλικτη: οι «γκρίζες ζώνες» είναι νομικά ανύπαρκτες. Η αποδοχή, έστω και σιωπηρή, μιας τέτοιας έννοιας θα ισοδυναμούσε με αποδοχή αναθεωρητισμού ως θεμιτής πρακτικής. Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι διαχειριστικό ή διπλωματικό, αλλά βαθύτατα κανονιστικό. Η υπεράσπιση της κυριαρχίας ταυτίζεται με την υπεράσπιση της ίδιας της διεθνούς έννομης τάξης