Η πρόσφατη στάση της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Λιβύης, υπό τον πρωθυπουργό Αμπντουλχαμίντ Ντμπέιμπα, απέναντι στην ενεργειακή δραστηριότητα της Ελλάδας στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, εγείρει σημαντικά ερωτήματα αναφορικά με τα εσωτερικά κίνητρα της Τρίπολης και την επιρροή τρίτων δρώντων – κυρίως της Τουρκίας – επί των αποφάσεών της.

Η αιφνίδια αντίδραση της λιβυκής κυβέρνησης στον διεθνή διαγωνισμό που προκήρυξε η Ελλάδα για έρευνες υδρογονανθράκων νότια και νοτιοανατολικά της Κρήτης δεν μπορεί να θεωρηθεί αποκομμένη από τις έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις που μαίνονται εντός της Λιβύης. Ειδικότερα, η κυβέρνηση Ντμπέιμπα βρίσκεται υπό πίεση από ανταγωνιζόμενες φατρίες και πολιτοφυλακές που αποσκοπούν στην αναδιανομή εξουσίας και πόρων, γεγονός που την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη σε εξωτερικές υποδείξεις.

Η Τουρκική Παρέμβαση και οι Επιπτώσεις στον Ενεργειακό Σχεδιασμό της Ελλάδας

Είναι εύλογο να εικάσει κανείς ότι η τουρκική διπλωματία ενθάρρυνε, αν όχι υπαγόρευσε, την απόπειρα της Τρίπολης να αμφισβητήσει το δικαίωμα της Ελλάδας να αναπτύξει ενεργειακή δραστηριότητα εντός της δικής της υφαλοκρηπίδας. Η απόπειρα αυτή, ωστόσο, στερείται πραγματικής νομικής και γεωοικονομικής βάσης. Ο διαγωνισμός της Ελλάδας έχει λάβει χώρα εντός ορίων που εδράζονται στην εφαρμογή της αρχής της μέσης γραμμής, όπως προβλέπεται από το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), και είναι πλήρως συμβατός με τις διεθνείς πρακτικές.

Ενδεικτικό της αντίφασης στην λιβυκή στάση είναι το γεγονός ότι, στον δικό της διεθνή διαγωνισμό για παραχώρηση θαλάσσιων οικοπέδων, η Λιβύη επέλεξε να χαράξει τα όριά της βάσει της ελληνικής εκδοχής της μέσης γραμμής. Αυτό αποδεικνύει την πρόθεση της Τρίπολης να αποφύγει την απομόνωση και να προσελκύσει διεθνείς ενεργειακούς κολοσσούς, γνωρίζοντας ότι ουδεμία σοβαρή εταιρεία – πλην ίσως της τουρκικής TPAO – θα αναλάμβανε έρευνες υπό το βάρος της παραβίασης διεθνώς αναγνωρισμένων κανόνων.

Η παρουσία εταιριών όπως η Chevron στον ελληνικό διαγωνισμό συνιστά σοβαρή πρόκληση για την Άγκυρα. Η υλοποίηση τέτοιων επενδύσεων όχι μόνο προσδίδει γεωοικονομική βαρύτητα στην ελληνική ΑΟΖ αλλά και υπονομεύει πρακτικά τη στρατηγική της Τουρκίας περί «Γαλάζιας Πατρίδας». Η Τουρκία, ανίκανη να αντιπαρατεθεί άμεσα με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις εταιρείες τους, ενδέχεται να επιλέγει την τακτική της έμμεσης αμφισβήτησης μέσω της λιβυκής κυβέρνησης.

Η Νομιμότητα και η Πολιτική Σκοπιμότητα της Τουρκο-Λιβυκής Συμφωνίας

Κρίσιμο ζήτημα στο γεωστρατηγικό παίγνιο αποτελεί το αν το λιβυκό Κοινοβούλιο της Βεγγάζης θα κυρώσει τελικά τη μη νόμιμη συμφωνία οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών μεταξύ Λιβύης και Τουρκίας, η οποία παραβιάζει κατάφωρα το Διεθνές Δίκαιο. Η Αθήνα θα πρέπει να κινηθεί δυναμικά για να αποτρέψει την κύρωση αυτή και να ασκήσει διπλωματική πίεση προς κάθε κατεύθυνση, τόσο εντός της ΕΕ όσο και μέσω των Ηνωμένων Εθνών.

Η έναρξη ερευνών από πλευράς της TPAO στη λιβυκή ΑΟΖ – βάσει αυθαίρετης ερμηνείας των θαλάσσιων ορίων – θα πρέπει να αντιμετωπιστεί αποφασιστικά, με διεθνή δημοσιοποίηση του θέματος και προώθηση συγκεκριμένων κυρώσεων ή αντιμέτρων μέσω ευρωπαϊκών θεσμών.

Ανάγκη για Ενεργητική Στρατηγική της Ελλάδας: Στοχευμένες Συμμαχίες και Οικονομικά Κίνητρα

Η Ελλάδα οφείλει να επεκτείνει τη στρατηγική της προσέγγισης προς την Ανατολική Λιβύη (υπό τον στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ), αναγνωρίζοντας την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής επιρροής στην περιοχή. Ένα πακέτο στήριξης, υπό μορφή αναπτυξιακής και τεχνικής βοήθειας από την ΕΕ, το οποίο μπορεί να αγγίξει το 1 δισ. ευρώ, αποτελεί ισχυρό διαπραγματευτικό εργαλείο. Σε συνδυασμό με τριμερείς διασκέψεις Ελλάδας-Αιγύπτου-Ανατολικής Λιβύης, θεμελιώνεται μια σταθερή πολιτική και ενεργειακή αρχιτεκτονική στην περιοχή.

Επιπλέον, η κινητοποίηση του ελληνικού ιδιωτικού τομέα, με επενδύσεις σε τομείς υποδομών, μεταφορών και ενέργειας, ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας ως στρατηγικού εταίρου. Η υπογραφή ή ενεργοποίηση εκκρεμών συμβολαίων πρέπει να τεθεί σε προτεραιότητα.

Διαχείριση της Τουρκικής Παρουσίας και οι Νέες Περιφερειακές Ισορροπίες

Στη δυτική Λιβύη, όπου κυριαρχεί η τουρκική επιρροή, η Ελλάδα θα μπορούσε να διαμορφώσει ένα ανταγωνιστικό γεωπολιτικό αφήγημα, βασιζόμενη σε έναν άξονα συνεργασίας με χώρες-κλειδιά όπως η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Οι χώρες αυτές διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο στην ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής Λιβύης και προσφέρουν μια εναλλακτική προοπτική σταθερότητας, έναντι του αποσταθεροποιητικού ρόλου της Τουρκίας και των μισθοφορικών της δικτύων.

Παράλληλα, η τουρκο-εμιρατινή προσέγγιση και η διαφαινόμενη στρατηγική εναρμόνιση Ιταλίας-Τουρκίας απαιτούν διαρκή διπλωματική εγρήγορση. Η Ιταλία, που διατηρεί ιστορικά συμφέροντα στη Λιβύη, θα πρέπει να ενταχθεί σε κοινό σχήμα συνεργασίας Ελλάδας–Τρίπολης–Ρώμης, ως ένδειξη «καλής πίστης», αλλά και να υποστεί πίεση σε κρίσιμα ευρωπαϊκά ζητήματα σε περίπτωση συνέχισης της φιλοτουρκικής στάσης της.

 

Συμπεράσματα

Η Ελλάδα καλείται να κινηθεί με αποφασιστικότητα, ευελιξία και στρατηγική διορατικότητα στο πολυπαραγοντικό ενεργειακό και γεωπολιτικό περιβάλλον της Λιβύης και της Ανατολικής Μεσογείου. Η διαφύλαξη της διεθνούς νομιμότητας, η ενίσχυση των συμμαχιών με χώρες-κλειδιά της περιοχής, η συμμετοχή ενεργειακών κολοσσών και η έγκαιρη ανάδειξη κάθε απόπειρας παραβίασης των ελληνικών