Η συζήτηση γύρω από την ειρηνευτική διευθέτηση της σύγκρουσης στην Ουκρανία συνοδεύεται από μια κρίσιμη παράμετρο που συχνά υποτιμάται, αλλά αποτελεί θεμέλιο για τη σταθερότητα και τη νομιμότητα οποιασδήποτε συμφωνίας: τη λογοδοσία. Η σύγκρουση δεν είναι απλώς στρατιωτική αντιπαράθεση· έχει συνοδευτεί από συστηματικές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, από μαζικούς εκτοπισμούς, στοχευμένες επιθέσεις σε αμάχους, καταστροφές υποδομών ζωτικής σημασίας και τεκμηριωμένες πράξεις που εμπίπτουν στα εγκλήματα πολέμου και στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Η παράκαμψη της λογοδοσίας στο πλαίσιο ενός ειρηνευτικού σχήματος δεν θα συνιστούσε μόνο ηθική αποτυχία, αλλά δομική υπονόμευση της διεθνούς τάξης και προοιωνό μιας ειρήνης χωρίς ανθεκτικότητα.

Η διεθνής δικαιοσύνη έχει εξελιχθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε πυλώνα που στηρίζει την ιδέα ότι οι σοβαρές παραβιάσεις δεν μπορούν να παραμένουν ατιμώρητες. Από τη Νυρεμβέργη έως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, έχει διαμορφωθεί το αξίωμα ότι τα εγκλήματα διεθνούς δικαίου δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση κανενός κράτους και ότι η διεθνής κοινότητα έχει την υποχρέωση να τα αντιμετωπίζει. Η Ουκρανία βρίσκεται σήμερα σε αυτό το ακριβές σημείο όπου η διεθνής δικαιοσύνη καλείται να επιβεβαιώσει ή να αναιρέσει την υπόστασή της. Αν τα εγκλήματα που έχουν καταγραφεί στη διάρκεια της σύγκρουσης αγνοηθούν, θα δημιουργηθεί ένα προηγούμενο που θα επιτρέψει σε επιτιθέμενους να ενεργούν χωρίς συνέπειες.

Η λογική που προβάλλεται από ορισμένους διεθνείς δρώντες ότι η αμνηστία μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο συμφιλίωσης είναι ιστορικά αβάσιμη. Σε όλες τις περιπτώσεις όπου τα εγκλήματα πολέμου δεν αντιμετωπίστηκαν θεσμικά, επανήλθαν με νέα ένταση. Στη δεκαετία του ’90, τα Βαλκάνια απέδειξαν ότι οι συγκρούσεις που κλείνουν με πολιτικές διευθετήσεις χωρίς δικαιοσύνη παράγουν μόνο προσωρινή παύση εχθροπραξιών και προετοιμάζουν το έδαφος για νέα κύματα ακραίας βίας. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε σε περιοχές της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής όπου η ατιμωρησία λειτούργησε ως θεσμική νομιμοποίηση της βίας. Η ειρήνη που δεν εδράζεται στη λογοδοσία δεν έχει διάρκεια, γιατί δεν έχει κοινωνική νομιμοποίηση.

Η Ουκρανία δεν μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση. Οι πολίτες της δεν υπερασπίζονται μόνο την εδαφική τους ακεραιότητα, αλλά και το δικαίωμα να ζουν σε κράτος που προστατεύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη δικαιοσύνη. Μια συμφωνία που θα εξισώνει το θύμα και τον επιτιθέμενο, που θα παρακάμπτει τις παραβιάσεις και που θα επιτρέπει στη Ρωσία να αποφύγει κάθε συνέπεια για τις πράξεις της, θα αποτελούσε κατάλυση της έννοιας της δικαιοσύνης. Η διεθνής τάξη δεν μπορεί να διατηρηθεί αν τα εγκλήματα αντιμετωπίζονται ως διαπραγματευτικό χαρτί.

Η λογοδοσία δεν αντιτίθεται στην ειρήνη· είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει ειρήνη με σταθερότητα. Χωρίς αυτήν, η σύγκρουση θα παραμείνει ανοιχτή σε επίπεδο συλλογικής μνήμης, πολιτικής ταυτότητας και γεωπολιτικών διεκδικήσεων. Οι κοινωνίες δεν αποδέχονται την ειρήνη όταν οι υπεύθυνοι για τα εγκλήματα παραμένουν ατιμώρητοι. Η δικαιοσύνη λειτουργεί ως μηχανισμός εκτόνωσης, αποκατάστασης και αναγνώρισης του τραύματος. Χωρίς την ολοκλήρωση αυτού του κύκλου, η σύγκρουση παγώνει αντί να λήγει.

Η διεθνής δικαιοσύνη είναι επίσης κρίσιμη για την αποτροπή. Εάν η Ρωσία απαλλαγεί από τις συνέπειες της επιθετικότητάς της, θα ενθαρρυνθούν άλλα κράτη να ακολουθήσουν την ίδια στρατηγική. Το μήνυμα προς τα αυταρχικά και αναθεωρητικά καθεστώτα θα είναι ότι η διεθνής κοινότητα μπορεί να καταδικάζει, να παρακολουθεί, να εκφράζει ανησυχία, αλλά δεν επιβάλλει ποτέ πραγματικό κόστος. Η αποτροπή λειτουργεί μόνο όταν η παραβίαση συνεπάγεται συνέπειες. Η ατιμωρησία αποτελεί πρόσκληση για επανάληψη.

Η λογοδοσία συνδέεται επίσης με την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας. Η παράνομη προσάρτηση εδαφών δεν είναι απλώς ζήτημα κυριαρχίας· αποτελεί διεθνές έγκλημα. Η μη αναγνώριση των παράνομων κτήσεων είναι αναπόσπαστη από την απαίτηση για δικαιοσύνη. Η διεθνής έννομη τάξη δεν μπορεί να δεχθεί ότι ένα κράτος μπορεί να διατηρήσει εδάφη που απέσπασε μέσω βίας και ταυτόχρονα να τύχει αμνηστίας. Η αποκατάσταση των συνόρων είναι μέρος της αποκατάστασης της δικαιοσύνης.

Η διεθνής κοινότητα αντιμετωπίζει επίσης την ανάγκη θεσμικής συνέπειας. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο έχει εκδώσει εντάλματα, έχει αναγνωρίσει παραβιάσεις και έχει τεκμηριώσει εγκληματικές πράξεις. Αν οι πολιτικές συμφωνίες ακυρώσουν δικαστικές διαδικασίες, τότε το διεθνές δίκαιο μετατρέπεται σε διακοσμητικό εργαλείο χωρίς ισχύ. Η αξιοπιστία των διεθνών θεσμών εξαρτάται από την εφαρμογή τους, όχι από τη ρητορική τους.

Η λογοδοσία πρέπει, επομένως, να αποτελέσει κεντρικό άξονα οποιασδήποτε ειρηνευτικής διευθέτησης. Αυτό περιλαμβάνει:

– συνέχιση και επιτάχυνση διεθνών ανακριτικών μηχανισμών
– καταγραφή εγκλημάτων και προστασία αποδεικτικών στοιχείων
– θεσμική συνεργασία μεταξύ Ουκρανίας και διεθνών δικαστηρίων
– σύνδεση της άρσης κυρώσεων με την πρόοδο δικαστικών διαδικασιών
– αναγνώριση των θυμάτων και των κοινοτήτων που υπέστησαν τα εγκλήματα
– αποκλεισμό αμνηστίας για σοβαρές παραβιάσεις δικαίου

Η δικαιοσύνη δεν είναι τιμωρητική πράξη· είναι πράξη αποκατάστασης. Είναι ο μόνος δρόμος για να αποτραπεί η επανάληψη της επιθετικότητας, να σταθεροποιηθεί η ειρήνη και να ενισχυθεί το διεθνές δίκαιο.

Το μέλλον της διεθνούς τάξης θα κριθεί και από το πώς θα αντιμετωπιστεί το ουκρανικό ζήτημα. Αν η διεθνής κοινότητα αποδεχθεί ότι ένα κράτος μπορεί να εισβάλει, να καταλάβει, να προσαρτήσει, να μεταφέρει πληθυσμούς και να αποφύγει κάθε συνέπεια, τότε η εποχή των κανόνων θα αντικατασταθεί από την εποχή της ισχύος. Αντιθέτως, αν η λογοδοσία ενισχυθεί, τότε η διεθνής δικαιοσύνη θα εξέλθει ισχυρότερη και η αποτροπή θα αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο.

Η Ουκρανία δεν υπερασπίζεται μόνο το έδαφός της· υπερασπίζεται την ιδέα ότι ο κόσμος δεν πρέπει να διολισθήσει σε ένα καθεστώς όπου η βία καθορίζει το δίκαιο. Η λογοδοσία αποτελεί, συνεπώς, όχι μόνο δικαίωμα της Ουκρανίας, αλλά αναγκαιότητα για τη διεθνή σταθερότητα.