Η σύγχρονη διεθνής συγκυρία δεν μπορεί πλέον να αναλυθεί επαρκώς εντός των κλασικών διχοτομιών που κυριάρχησαν στη θεωρία των διεθνών σχέσεων κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και την άμεση μεταψυχροπολεμική περίοδο. Ο κόσμος δεν βρίσκεται απλώς σε φάση γεωπολιτικής έντασης ή περιφερειακών συγκρούσεων, αλλά σε δομική μετάβαση, η οποία αφορά στη φύση της ισχύος, τη διάρθρωση του διεθνούς συστήματος και τα ίδια τα γνωσιολογικά εργαλεία με τα οποία επιχειρούμε να τον κατανοήσουμε. Πρόκειται για μια συστημική ρήξη, στην οποία η φιλελεύθερη διεθνής τάξη δεν αμφισβητείται μόνο πολιτικά ή στρατιωτικά, αλλά απονομιμοποιείται ως ερμηνευτικό πλαίσιο.
Η μεταψυχροπολεμική περίοδος χαρακτηρίστηκε από μια ιδιότυπη θεωρητική μονοκαλλιέργεια. Η φιλελεύθερη προσέγγιση, σε συνδυασμό με τον θεσμισμό και την έννοια της ηγεμονικής σταοσταθερότητας, αντιμετωπίστηκε όχι ως μία σχολή σκέψης μεταξύ άλλων, αλλά ως σχεδόν φυσικός νόμος της διεθνούς πολιτικής. Η ύπαρξη ενός κυρίαρχου ηγεμόνα, η οικονομική παγκοσμιοποίηση και η διάχυση θεσμών θεωρήθηκαν επαρκείς συνθήκες για τη διατήρηση της διεθνούς τάξης. Η ιστορική εμπειρία, ωστόσο, δείχνει ότι καμία ηγεμονία δεν είναι μόνιμη και καμία τάξη δεν είναι αυτοσυντηρούμενη.
Η θεωρία της μετάβασης ισχύος προσφέρει εδώ ένα ιδιαίτερα ισχυρό αναλυτικό πρίσμα. Σύμφωνα με αυτήν, οι περίοδοι σχετικής σταθερότητας δεν καταρρέουν επειδή αποτυγχάνουν οι θεσμοί, αλλά επειδή μεταβάλλεται η κατανομή της ισχύος που τους στηρίζει. Όταν αναδυόμενες δυνάμεις αμφισβητούν την υφιστάμενη ιεραρχία, η σύγκρουση καθίσταται πιθανή όχι λόγω παρεξηγήσεων, αλλά λόγω δομικής ασυμβατότητας συμφερόντων. Το κρίσιμο στοιχείο εδώ δεν είναι η πρόθεση, αλλά η σχετική ισχύς και η αντίληψη της μελλοντικής θέσης στο σύστημα.
Η φιλελεύθερη τάξη υπέθεσε ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα μετέτρεπε τη μετάβαση ισχύος σε ειρηνική διαδικασία. Αυτή η υπόθεση αποδείχθηκε θεωρητικά αδύναμη, διότι παρέβλεψε το γεγονός ότι η ισχύς δεν είναι μόνο υλική, αλλά και πολιτική, στρατηγική και συμβολική. Τα κράτη δεν ανταγωνίζονται απλώς για πλούτο, αλλά για κύρος, ασφάλεια και έλεγχο του περιβάλλοντός τους. Όταν αυτά τα αγαθά τίθενται σε κίνδυνο, η οικονομική λογική υποχωρεί μπροστά στη στρατηγική.
Η σημερινή φάση του διεθνούς συστήματος χαρακτηρίζεται από αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «ασύμμετρη πολυπολικότητα». Δεν πρόκειται για κλασική πολυπολικότητα ισορροπίας, αλλά για ένα υβριδικό σύστημα όπου συνυπάρχουν στοιχεία ηγεμονίας, περιφερειακής κυριαρχίας και αναθεωρητικής πρόκλησης. Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας, στο οποίο οι κανόνες δεν έχουν καταρρεύσει πλήρως, αλλά εφαρμόζονται επιλεκτικά και εργαλειακά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η φιλελεύθερη θεωρία αποτυγχάνει όχι μόνο να προβλέψει, αλλά και να ερμηνεύσει τις εξελίξεις. Η εμμονή στη νορμοκανονιστική διάσταση της διεθνούς πολιτικής οδηγεί σε ηθικοποίηση της ανάλυσης και όχι σε κατανόηση των δομικών αιτίων της σύγκρουσης. Η μεταθεωρητική κριτική εδώ δεν αφορά την αξιακή βάση του φιλελευθερισμού, αλλά τη γνωσιολογική του επάρκεια σε συνθήκες συστημικής μετάβασης.
Αντιθέτως, οι ρεαλιστικές και νεορεαλιστικές προσεγγίσεις ανακτούν ισχύ όχι επειδή προσφέρουν ηθική απάντηση, αλλά επειδή επαναφέρουν στο επίκεντρο την τραγική διάσταση της διεθνούς πολιτικής. Η τραγωδία εδώ δεν έγκειται στην κακή πρόθεση των δρώντων, αλλά στο γεγονός ότι ακόμη και ορθολογικές επιλογές μπορούν να οδηγήσουν σε καταστροφικά αποτελέσματα όταν το σύστημα ωθεί προς τη σύγκρουση. Η ασφάλεια του ενός παράγοντα παράγεται ως ανασφάλεια για τον άλλον.
Η έννοια της παρακμής αποκτά επίσης κεντρική θεωρητική σημασία. Η παρακμή δεν ταυτίζεται με την κατάρρευση, αλλά με τη σταδιακή μείωση της ικανότητας ενός ηγεμόνα να μετατρέπει την ισχύ του σε αποδεκτή τάξη. Όταν το κόστος διατήρησης της τάξης υπερβαίνει τα οφέλη, η ηγεμονία μετατρέπεται από σταθεροποιητικό σε αποσταθεροποιητικό παράγοντα. Η υπερέκταση, στρατηγική και θεσμική, αποτελεί κλασικό μοτίβο ιστορικών μεταβάσεων.
Το κρίσιμο σημείο της παρούσας φάσης είναι ότι η μετάβαση ισχύος λαμβάνει χώρα σε ένα ήδη παγκοσμιοποιημένο σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι οι συγκρούσεις δεν είναι ποτέ πλήρως περιφερειακές και οι επιπτώσεις τους διαχέονται σε οικονομικό, ενεργειακό, τεχνολογικό και κοινωνικό επίπεδο. Η παγκοσμιοποίηση, αντί να λειτουργεί ως φρένο, λειτουργεί συχνά ως επιταχυντής κρίσεων, καθώς πολλαπλασιάζει τα σημεία τριβής και εξάρτησης.
Η μεταθεωρητική πρόκληση για τις διεθνείς σχέσεις είναι, επομένως, διπλή. Αφενός, απαιτείται η εγκατάλειψη της ψευδαίσθησης ότι μία και μόνο θεωρία μπορεί να ερμηνεύσει το σύνολο της διεθνούς πραγματικότητας. Αφετέρου, απαιτείται η επιστροφή σε μια βαθύτερη ιστορική και φιλοσοφική κατανόηση της πολιτικής ισχύος. Η διεθνής πολιτική δεν είναι τεχνικό πρόβλημα διαχείρισης θεσμών, αλλά πεδίο σύγκρουσης συλλογικών βουλήσεων μέσα σε δομικούς περιορισμούς.
Η παρούσα συγκυρία θυμίζει περισσότερο μεταβατικές περιόδους του παρελθόντος παρά τη σταθερότητα των τελευταίων δεκαετιών. Η αβεβαιότητα, η επανανοηματοδότηση της κυριαρχίας και η επιστροφή της γεωπολιτικής λογικής υποδηλώνουν ότι το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε φάση ανασχηματισμού, όχι εξομάλυνσης. Οι θεωρίες που αγνοούν αυτή τη διάσταση κινδυνεύουν να καταστούν όχι απλώς ανεπαρκείς, αλλά παραπλανητικές.
Πρόσφατα σχόλια