Η θεσμική αλλαγή του 1974 και η μετάβαση στη δημοκρατία δεν ήταν απλώς μια πολιτειακή μεταβολή αλλά μια συνολική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη Ελλάδα εγκαθιδρύθηκε σταθερή κοινοβουλευτική δημοκρατία, με θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα, πολιτικό πλουραλισμό, ελεύθερες εκλογές, ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και ρητή απεμπλοκή του στρατού από την πολιτική. Η ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ενίσχυσε θεσμικά την πορεία αυτή, προσφέροντας όχι μόνο οικονομική υποστήριξη αλλά και ένα αξιακό και ρυθμιστικό πλαίσιο που λειτουργούσε σταθεροποιητικά.

Κι όμως, κάτω από την επιφάνεια της θεσμικής κανονικότητας διατηρήθηκαν στοιχεία του παλαιού συστήματος. Ο κομματισμός, ο κρατισμός και η πελατειακή λογική δεν εξαφανίστηκαν. Αντίθετα, βρήκαν νέα σχήματα έκφρασης εντός του δημοκρατικού πλαισίου. Η δημόσια διοίκηση, παρά τις επιμέρους παρεμβάσεις, παρέμεινε αναποτελεσματική και προσκολλημένη σε πολιτικές εξαρτήσεις. Ο πολίτης συνέχισε να αντιμετωπίζει το κράτος περισσότερο ως πηγή παροχών παρά ως θεσμικό πεδίο συμμετοχής και λογοδοσίας. Η πολιτική συχνά μετατράπηκε σε ανταλλαγή προσδοκιών και υποσχέσεων, χωρίς σταθερό σχεδιασμό ή στρατηγική προοπτική.

Ο πολιτικός ανταγωνισμός βασίστηκε στην ενοχοποίηση του αντιπάλου και στην επίκληση της «λαϊκής βούλησης», συχνά εις βάρος του θεσμικού ρεαλισμού. Ο λόγος περί «εκπροσώπησης» υποκατέστησε την πραγματική πολιτική συμμετοχή. Ο διάλογος εκφυλίστηκε σε ιδεολογική διαμεσολάβηση, ενώ η έννοια της μεταρρύθμισης συνδέθηκε με εξωτερική πίεση, όχι με εσωτερική αναγκαιότητα.

Η οικονομική κρίση του 2010 έδρασε ως επιταχυντής μιας ιστορικής αλήθειας που είχε επιμελώς αποκρυφτεί: το ελληνικό κράτος ήταν εύθραυστο, το παραγωγικό μοντέλο ασθενές, και η δημοσιονομική ευημερία βασισμένη σε εξωτερικό δανεισμό και όχι σε εσωτερικές ισορροπίες. Η κρίση ανέδειξε τα θεσμικά ελλείμματα λειτουργίας του κράτους. Το σημαντικότερο στοιχείο αυτής της περιόδου είναι ότι, παρά την πίεση, τις εντάσεις και τις κοινωνικές συγκρούσεις, η θεσμική συνέχεια δεν διεκόπη.

Παρά τις όποιες πολιτικές ασυνέπειες της Μεταπολίτευσης οικοδομήθηκε μια βαθύτερη θεσμική συνείδηση. Ίσως όχι πλήρως ώριμη ή ολοκληρωμένη, αλλά υπαρκτή. Η κρίση λειτούργησε ως καθρέφτης: έφερε στην επιφάνεια όχι μόνο τις θεσμικές ανεπάρκειες, αλλά και τις πραγματικές δυνατότητες της κοινωνίας να αντιμετωπίσει την αλήθεια, έστω με καθυστέρηση.

Σήμερα, η Μεταπολίτευση καλείται να μεταβεί σε μια νέα φάση: αυτή της θεσμικής εμβάθυνσης, της ποιοτικής ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού, της ενίσχυσης της πολιτικής συμμετοχής και της ανάκτησης της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Η Μεταπολίτευση Περιέχει την εμπειρία μιας συνταγματικής συνέχειας χωρίς ιστορικό προηγούμενο, αλλά και τις εγγενείς αδυναμίες ενός πολιτικού συστήματος που, αν και λειτούργησε, δεν κατάφερε να ανανεωθεί σε βάθος. Το κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον δεν είναι αν «κλείνει» η Μεταπολίτευση, αλλά αν εξελίσσεται. Αν μπορούμε, δηλαδή, να περάσουμε από την εποχή των ιδεολογικών ψευδαισθήσεων στην εποχή της θεσμικής ωριμότητας.

Η μεταπολιτευτική δημοκρατία μάς έδωσε σταθερότητα, θεσμούς και ελευθερίες. Αυτό που δεν μας έδωσε —ή, καλύτερα, αυτό που δεν κατακτήσαμε— είναι η πολιτική παιδεία, η διοικητική επάρκεια και η βαθιά εμπιστοσύνη σε συλλογικά σχήματα.

.