Η Μεταπολίτευση δεν αποτέλεσε απλώς μια τυπική αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας· υπήρξε μια βαθιά αλλαγή υποδείγματος. Σηματοδότησε τη μετάβαση από το αυταρχικό, μετεμφυλιακό καθεστώς της καχεκτικής δημοκρατίας σε μια περίοδο θεσμικής κανονικότητας και κοινωνικού πλουραλισμού
Μέσα από αυτή την ιστορική τομή διαμορφώθηκαν οι βάσεις για μια κοινωνία πιο συμμετοχική, πιο ανοιχτή, και σταδιακά πιο συμπεριληπτική, με αυξημένο σεβασμό στους θεσμούς του κοινοβουλευτισμού και της δημοκρατικής λογοδοσίας.
Το Σύνταγμα του 1975: Αφετηρία Θεσμικής Ανασυγκρότησης και Δημοκρατικού Ρεαλισμού
Το Σύνταγμα του 1975, αποτέλεσε την κρυστάλλωση ενός νέου πολιτικού οράματος. Η αξία του δεν εξαντλείται στις επιμέρους ρυθμίσεις αλλά στην καθιέρωση ενός θεσμικού πλαισίου σταθερότητας, ευθύνης και εναλλαγής της εξουσίας με δημοκρατικούς όρους.
Βασικά Χαρακτηριστικά:
- Προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία, με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε ρυθμιστικό ρόλο (ιδιαίτερα έως την αναθεώρηση του 1986).
- Εγγύηση ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, με ιδιαίτερη έμφαση στην ισότητα, την προστασία της εργασίας και την υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή.
- Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και σαφής διαχωρισμός εξουσιών, ως φραγμοί σε κάθε μελλοντική αυταρχική εκτροπή.
Η αξία του Συντάγματος δεν είναι μόνο νομική· είναι συμβολική και πολιτική: προσφέρει ένα σταθερό πλαίσιο εντός του οποίου οι πολιτικές εναλλαγές δεν απειλούν το πολίτευμα, αλλά το ενισχύουν μέσω της θεσμικής εναλλαγής και της λογοδοσίας.
Η Ευρωπαϊκή Πορεία της Ελλάδας: Από την Περιφέρεια στον Θεσμικό Κορμό της Ένωσης
Η δεύτερη μείζονα καμπή της Μεταπολίτευσης ήταν η στρατηγική επιλογή της ένταξης στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Μολονότι ο ελληνικός λαός διατηρεί συχνά μια αμφίθυμη και εργαλειακή στάση απέναντι στη Δύση –καρπός ιστορικών τραυμάτων, αλλά και πραγματικών ανισοτήτων εντός της Ε.Ε.– η συστηματική πρόσδεση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό θεσμικό κορμό λειτούργησε ως καταλύτης για τη θωράκιση της δημοκρατίας και την κοινωνική ευημερία
Σε οικονομικό επίπεδο, η Ελλάδα επωφελήθηκε από την πρόσβαση σε κοινοτικούς πόρους, την τεχνική υποστήριξη για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και την ενίσχυση των περιφερειακών της πολιτικών. Σε συμβολικό επίπεδο, η ευρωπαϊκή συμμετοχή λειτουργούσε –και εν μέρει συνεχίζει να λειτουργεί– ως εγγύηση έναντι των ιστορικά γνωστών παρεκτροπών της εθνικής κυριαρχίας και του αυταρχισμού.
Η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1981, ως φυσική συνέχεια της υπογραφής της Συνθήκης Προσχώρησης το 1979, δεν ήταν απλώς οικονομική ή γεωπολιτική πράξη. Ήταν βαθιά θεσμική και πολιτισμική επιλογή. Επέβαλε στη χώρα την προσαρμογή σε μια οικονομία της αγοράς με κοινωνικούς περιορισμούς, διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση και δημοκρατική ευθύνη, ακόμη και με τις αδυναμίες εφαρμογής τους.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τα ελλείμματα συμμετοχής, ενίσχυσε θεσμούς που προϋπέθεταν ισχυρό κοινωνικό κράτος, δημόσιες επενδύσεις, περιφερειακή ανάπτυξη και καταπολέμηση των ανισοτήτων.
Παρά τις αντιφάσεις, η ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας λειτούργησε ως φραγμός:
- στην επανεμφάνιση αυταρχικών παρεκκλίσεων,
- στη θεσμική αυθαιρεσία και
- στην απόλυτη οικονομική εξάρτηση από εξωθεσμικά κέντρα.
Η παραμονή στην Ε.Ε. –παρά την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας– δεν οφείλεται μόνο σε γεωπολιτικούς λόγους, αλλά στην κοινωνική αντίληψη ότι η Ευρώπη συνιστά ακόμη έναν ορίζοντα αξιών: δικαιωμάτων, κανόνων, σταθερότητας.
Θεσμική Κόπωση και Πολιτική Απονομιμοποίηση: Η Διττή Κρίση Εμπιστοσύνης
τον 21ο αιώνα, η δημοκρατική αρχιτεκτονική της Μεταπολίτευσης δοκιμάζεται από δύο αλληλένδετες, πλην διακριτές, μορφές θεσμικής κόπωσης, οι οποίες απειλούν τις ιστορικές κατακτήσεις της περιόδου: η μία εγχώρια, και η άλλη υπερεθνική.
1. Εγχώρια απονομιμοποίηση των θεσμών
Στην εσωτερική σκηνή, η αποστασιοποίηση των πολιτών από τους θεσμούς συνδέεται με μια διαρκώς εντεινόμενη αίσθηση ματαίωσης και ασυνέπειας μεταξύ θεσμικής υπόσχεσης και πραγματικότητας. Παρά τη συνταγματική σταθερότητα, πολλοί πολίτες βιώνουν το θεσμικό πλαίσιο όχι ως εργαλείο κοινωνικής εξισορρόπησης, αλλά ως μηχανισμό αναπαραγωγής ανισοτήτων και αποκλεισμών.
Η υπερβολική και κατά κόρον εργαλειακή χρήση της ρητορικής περί αναθεώρησης του Συντάγματος, χωρίς αντίστοιχες τομές στην κοινωνική πολιτική ή στον μηχανισμό διανομής εξουσίας και ευκαιριών, ενισχύει το δημοκρατικό έλλειμμα και καλλιεργεί δυσπιστία απέναντι στη θεσμική ειλικρίνεια. Στον πυρήνα του προβλήματος δεν βρίσκεται το ίδιο το συνταγματικό κείμενο, αλλά η πολιτική ιδιοτέλεια, η διαχειριστική ανεπάρκεια και η εμμονή των ελίτ στη συντήρηση της θεσμικής ακινησίας.
Το αποτέλεσμα είναι η διάχυση ενός κοινωνικού κυνισμού που απαξιώνει τη συλλογική δράση και στρέφει μερίδα των πολιτών προς ανορθολογικές, αντιδημοκρατικές ή και ρεβανσιστικές πολιτικές εκφράσεις.
2. Ευρωπαϊκή θεσμική κόπωση και το έλλειμμα δημοκρατικής αναπαράστασης
Σε υπερεθνικό επίπεδο, η ευρωπαϊκή θεσμική κόπωση εντοπίζεται στην υπέρμετρη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων σε τεχνοκρατικά όργανα, συχνά αποκομμένα από την κοινωνική βάση και χωρίς επαρκή δημοκρατικό έλεγχο. Η γραφειοκρατική υπερφόρτωση, σε συνδυασμό με την άνιση κατανομή πόρων και πολιτικής επιρροής, ενισχύει τις φυγόκεντρες τάσεις και ευνοεί τη νομιμοποίηση λαϊκιστικών ή αυταρχικών αφηγημάτων.
Μικρότερες χώρες –όπως η Ελλάδα– και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο πολιτικής περιθωριοποίησης εντός ενός οικοδομήματος που φαινομενικά υπηρετεί τη “σύγκλιση”, αλλά συχνά αναπαράγει ασυμμετρίες ισχύος. Ο δημόσιος χώρος, δηλαδή το πεδίο του συλλογικού διαλόγου και της πολιτικής συμμετοχής, συρρικνώνεται, υποκαθιστάμενος από την τεχνοκρατική λογική διαχείρισης.
🎯 Το διακύβευμα: Από τη δυσπιστία στη θεσμική επανανοηματοδότηση
Συνεπώς, η θεσμική κόπωση δεν συνιστά απλώς πρόβλημα επικοινωνίας ή πολιτικής αισθητικής, αλλά βαθύτατο ζήτημα κοινωνικής αναπαράστασης και εξουσιαστικής λογοδοσίας. Το ουσιώδες ερώτημα που αναδύεται είναι ποιος εκπροσωπεί ποιον, με ποιους θεσμούς και προς ποια κατεύθυνση. Αν οι θεσμοί αποτυγχάνουν να λειτουργήσουν ως μοχλοί κοινωνικής κινητικότητας και συμμετοχικής δημοκρατίας, τότε το πρόβλημα δεν είναι η λαϊκή δυσπιστία, αλλά η απόσπαση της εξουσίας από τον κοινωνικό της έλεγχο.
Η επανανομιμοποίηση των θεσμών δεν μπορεί να προκύψει χωρίς ριζική αναδιανομή τόσο των συμβολικών όσο και των υλικών πόρων της πολιτικής. Δηλαδή, χωρίς μια θεσμική δημοκρατία που θα ενσωματώνει την κοινωνική δικαιοσύνη ως οργανικό στοιχείο της.
Ψηφιακός Αυταρχισμός και η Νέα Μορφή Εξουσίας
Η πιο επιτακτική θεσμική πρόκληση του 21ου αιώνα είναι η μετατόπιση της ισχύος από τα κράτη και τις δημοκρατικές δομές προς τις ψηφιακές πλατφόρμες και τους αλγόριθμους. Η τεχνολογία, χωρίς κατάλληλους δημοκρατικούς ελέγχους, τείνει να δημιουργήσει μια νέα τάξη εξουσίας, αδιαφανή και μη λογοδοτούσα:
- Χειραγώγηση της πληροφορίας
- Ενίσχυση κοινωνικών και πολιτισμικών ρήξεων
- Εκτοπισμός επαγγελματικών τάξεων μέσω αυτοματισμών
- Υπονόμευση της συλλογικής δράσης και της κοινωνικής οργάνωσης
Σε αυτό το πλαίσιο, ο κρατικός παρεμβατισμός δεν αποτελεί αυτομάτως λύση. Αντιθέτως, χωρίς δημοκρατικά αντίβαρα, μπορεί να μετεξελιχθεί σε νέο τύπο αυταρχισμού – τεχνοκρατικό, απρόσωπο και αποκλειστικό. Η πραγματική πρόκληση δεν είναι απλώς να ρυθμιστεί η τεχνολογία, αλλά να επανανοηθούν τα δικαιώματα, η λογοδοσία και η συλλογική βούληση σε ένα ψηφιακό περιβάλλον.
Συμπεράσματα: Η Δημοκρατία ως Έργο Συνεχές και Συλλογικό
Η Μεταπολίτευση υπήρξε ένα χειραφετικό πρόταγμα: μια προσπάθεια να συνδεθεί η πολιτική με την κοινωνία, η αντιπροσώπευση με την αξιοπρέπεια, και το κράτος με την ευθύνη απέναντι στον πολίτη.
Σήμερα, οφείλουμε να υπερασπιστούμε τα φιλελεύθερα και δημοκρατικά κεκτημένα όχι ως ιδεολογικό φετίχ, αλλά ως εργαλεία για την προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της συμμετοχής. Η απάντηση στις νέες μορφές εξουσίας –είτε τεχνολογικές είτε πολιτικές– δεν βρίσκεται στην αποδόμηση των θεσμών, αλλά στη ριζική ανανέωση και στον κοινωνικό τους εμπλουτισμό, με πυξίδα τη συμμετοχή και την κοινωνική συνοχή.
Πρόσφατα σχόλια