Ο μεταπολεμικός γαλλικός οικονομικός σχεδιασμός δεν υπήρξε κεντρικά διοικούμενη οικονομία με τη σοβιετική έννοια, ούτε αντικατέστησε την ιδιωτική ιδιοκτησία και τον μηχανισμό των τιμών. Αποτελούσε περισσότερο ένα σύστημα ενδεικτικού σχεδιασμού και κρατικού κατευθυντισμού, μέσα από το οποίο το κράτος προσδιόριζε εθνικές επενδυτικές προτεραιότητες, συντόνιζε δημόσιους και ιδιωτικούς παράγοντες και κατεύθυνε πιστώσεις, υποδομές και παραγωγικές επενδύσεις προς τομείς που θεωρούνταν αναγκαίοι για την ανασυγκρότηση. Το Commissariat général du Plan, που δημιουργήθηκε το 1946 και επέζησε έως το 2006, οικοδομήθηκε ακριβώς γύρω από αυτή την ιδέα συντονισμού. Η σημερινή France Stratégie αποτελεί θεσμικό απόγονό του.

Η επιτυχία του μεταπολεμικού σχεδιασμού εξαρτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις ειδικές συνθήκες της εποχής. Η Γαλλία αντιμετώπιζε σαφώς προσδιορισμένες ελλείψεις σε ενέργεια, χάλυβα, μεταφορές, κατοικία και παραγωγικό εξοπλισμό. Η τεχνολογική κατεύθυνση ήταν σχετικά προβλέψιμη, οι αγορές κεφαλαίου ήταν πολύ περισσότερο εθνικές και το κράτος διέθετε μεγαλύτερο άμεσο έλεγχο πάνω στο τραπεζικό σύστημα, στις δημόσιες επιχειρήσεις και στη χρηματοδότηση επενδύσεων. Ο σχεδιασμός μπορούσε επομένως να λειτουργήσει ως μηχανισμός συγκέντρωσης περιορισμένων πόρων σε έναν σχετικά σαφή κατάλογο παραγωγικών bottlenecks.

Η οικονομία του 21ου αιώνα έχει εντελώς διαφορετική δομή. Η τεχνολογική αλλαγή είναι ταχύτερη, η αβεβαιότητα πολύ μεγαλύτερη, το κεφάλαιο κινείται διεθνώς και η γαλλική οικονομία λειτουργεί μέσα στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, στο ευρώ και σε ένα εκτεταμένο δίκτυο κανόνων ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων. Μια κυβέρνηση δεν μπορεί ούτε χρειάζεται να καθορίζει διοικητικά την κατανομή παραγωγής ανά επιχείρηση. Το ζητούμενο είναι να δημιουργήσει στρατηγική κατεύθυνση σε μια αποκεντρωμένη οικονομία αγοράς.

Η επιστροφή του σχεδιασμού έχει ήδη αρχίσει, αν και με διαφορετικές μορφές και χωρίς ενιαία ονομασία. Το France 2030 αποτελεί ίσως την καθαρότερη έκφρασή της. Το πρόγραμμα κινητοποιεί 54 δισ. ευρώ με στόχο τον μετασχηματισμό στρατηγικών τομέων μέσω τεχνολογικής καινοτομίας και εκβιομηχάνισης, ενώ περιλαμβάνει από την ενέργεια και την αεροναυπηγική μέχρι την υγεία, το διάστημα και τις τεχνολογίες του μέλλοντος. Ο συντονισμός βρίσκεται στη Γενική Γραμματεία Επενδύσεων, υπό την αρχή του πρωθυπουργού, η οποία έχει επίσης αρμοδιότητα κοινωνικοοικονομικής αξιολόγησης των μεγάλων δημόσιων επενδύσεων.

Η δομή αυτή διαφέρει ουσιωδώς από τον παραδοσιακό σχεδιασμό. Το France 2030 δεν κατανέμει κεντρικά ποσοτικούς στόχους παραγωγής. Χρησιμοποιεί διαγωνιστικές διαδικασίες, προσκλήσεις έργων, επιχορηγήσεις, συμμετοχές, δάνεια και συμπράξεις με ιδιωτικούς φορείς. Το ίδιο το κυβερνητικό πλαίσιο περιγράφει δύο συμπληρωματικές λειτουργίες: μακροχρόνια χρηματοδότηση της έρευνας και της καινοτομίας και επιλεκτικές επενδύσεις σε τεχνολογίες ή τομείς όπου υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες της αγοράς ή στρατηγικές ανάγκες. Το κράτος ορίζει περισσότερο την κατεύθυνση του ταξιδιού και λιγότερο το ακριβές παραγωγικό αποτέλεσμα κάθε επιχείρησης.

Αυτό το μοντέλο βρίσκεται κοντύτερα σε έναν στρατηγικό σχεδιασμό αποστολών. Το κράτος μπορεί, για παράδειγμα, να θέτει ως εθνικό στόχο την ανάπτυξη συγκεκριμένης πυρηνικής τεχνολογίας, την απανθρακοποίηση της βαριάς βιομηχανίας, τη δημιουργία εγχώριας αλυσίδας μπαταριών ή την ανάπτυξη γαλλικής και ευρωπαϊκής τεχνητής νοημοσύνης. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει εκ των προτέρων ποια επιχείρηση θα αναπτύξει την καλύτερη τεχνολογία. Δημιουργεί χρηματοδότηση, ζήτηση, ερευνητικές υποδομές και κανονιστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούν να ανταγωνιστούν διαφορετικές τεχνολογικές λύσεις.

Το πλεονέκτημα αυτής της προσέγγισης είναι ότι συνδυάζει τη μακροχρόνια οπτική του κράτους με την αποκεντρωμένη γνώση της αγοράς. Οι επιχειρήσεις γνωρίζουν καλύτερα συγκεκριμένες τεχνολογίες, κόστη και εμπορικές δυνατότητες. Το κράτος διαθέτει διαφορετικού τύπου γνώση: μπορεί να αξιολογήσει γεωπολιτικούς κινδύνους, στρατηγικές εξαρτήσεις, ανάγκες υποδομών και κοινωνικά οφέλη που δεν αποτυπώνονται πλήρως στις ιδιωτικές αποδόσεις μιας επένδυσης. Η λογική του σύγχρονου σχεδιασμού βρίσκεται στον συνδυασμό αυτών των δύο επιπέδων πληροφόρησης.

Η Bpifrance είναι κρίσιμη ακριβώς επειδή μετατρέπει αυτή τη στρατηγική κατεύθυνση σε χρηματοδοτικό μηχανισμό. Το 2025 κινητοποίησε 72 δισ. ευρώ στην οικονομία, με ισχυρή παρουσία στη βιομηχανία, στις τεχνολογίες αιχμής, στην πράσινη μετάβαση και στις εξαγωγές. Η ύπαρξη μιας τέτοιας δημόσιας επενδυτικής τράπεζας επιτρέπει στο κράτος να στηρίζει τομείς με υψηλό τεχνολογικό κίνδυνο ή μεγάλη περίοδο ωρίμανσης χωρίς να χρειάζεται να γίνει ο άμεσος διοικητής των επιχειρήσεων.

Ένας σύγχρονος σχεδιασμός χρειάζεται όμως και μηχανισμούς ανακάλυψης, επειδή το κράτος δεν γνωρίζει εκ των προτέρων όλες τις μελλοντικές τεχνολογικές επιτυχίες. Η δημόσια πολιτική πρέπει να μπορεί να χρηματοδοτεί διαφορετικές προσεγγίσεις, να συγκρίνει αποτελέσματα, να διακόπτει αποτυχημένα προγράμματα και να ανακατευθύνει πόρους. Η αποτυχία ορισμένων επενδύσεων δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη απόδειξη αποτυχίας της στρατηγικής πολιτικής. Σε τεχνολογικούς τομείς υψηλού κινδύνου είναι αναμενόμενη. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν το κράτος εξακολουθεί να χρηματοδοτεί μια αποτυχία επειδή έχει πολιτικά δεσμευθεί απέναντί της.

Η δυνατότητα εγκατάλειψης αποτυχημένων επιλογών είναι ίσως η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στον σύγχρονο στρατηγικό σχεδιασμό και στον γραφειοκρατικό κατευθυντισμό. Ο δεύτερος τείνει να προστατεύει την αρχική διοικητική απόφαση. Ο πρώτος πρέπει να οργανώνει την αναθεώρηση ως κανονικό μέρος της διαδικασίας. Η αξιολόγηση, οι ενδιάμεσοι στόχοι, η σύγκριση διαφορετικών τεχνολογικών λύσεων και η επανεξέταση της δημόσιας χρηματοδότησης αποτελούν έτσι κεντρικά εργαλεία.

Η ανάγκη αυτή γίνεται εντονότερη υπό τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αξιολογεί το France 2030 ως πρόγραμμα που έχει συμβάλει ουσιαστικά στην ανατρεπτική καινοτομία και στη βιομηχανική ανάκαμψη στρατηγικών κλάδων, προειδοποιεί όμως ότι η χρηματοδότησή του περιορίζεται και ότι η συνέχειά του μετά το 2027 παραμένει αβέβαιη. Στον προϋπολογισμό του 2026 οι πιστώσεις του προγράμματος μειώθηκαν κατά 1,1 δισ. ευρώ. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα οποιασδήποτε στρατηγικής πολιτικής: η μακροχρόνια επένδυση χρειάζεται χρονική σταθερότητα που υπερβαίνει τον ετήσιο δημοσιονομικό κύκλο.

Ο αποτελεσματικός σχεδιασμός απαιτεί επομένως έναν βαθμό δημοσιονομικής προστασίας των στρατηγικών επενδύσεων, χωρίς να τις μετατρέπει σε ανεξέλεγκτες δαπάνες. Ένα πρόγραμμα δεκαετούς τεχνολογικής ανάπτυξης δεν μπορεί να ανασχεδιάζεται πλήρως κάθε χρόνο ανάλογα με τις συγκυριακές δημοσιονομικές ανάγκες. Χρειάζεται όμως διαρκή αξιολόγηση ώστε η προστασία της μακροχρόνιας χρηματοδότησης να μη γίνεται προστασία αναποτελεσματικών φορέων.

Η θεσμική αρχιτεκτονική αποτελεί εξίσου σημαντικό ζήτημα. Η Γαλλία διαθέτει σήμερα πολλούς φορείς σχεδιασμού και εφαρμογής: France Stratégie, Γενική Γραμματεία Επενδύσεων, Bpifrance, Caisse des Dépôts, υπουργεία, περιφέρειες και ειδικές δομές οικολογικού σχεδιασμού. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη επισημάνει ότι η διακυβέρνηση των γαλλικών βιομηχανικών και κλιματικών πολιτικών εμφανίζει κατακερματισμό μεταξύ κεντρικού κράτους και τοπικών αρχών και ότι οι επικαλυπτόμενες αρμοδιότητες μπορούν να δημιουργούν καθυστερήσεις και ασυνέπειες. Ο στρατηγικός σχεδιασμός χρειάζεται συνεπώς λιγότερο πολλαπλασιασμό μηχανισμών και περισσότερο σαφή κατανομή ρόλων.

Η France Stratégie μπορεί να λειτουργεί ως ανεξάρτητος παραγωγός μακροχρόνιας ανάλυσης και σεναρίων. Η Γενική Γραμματεία Επενδύσεων μπορεί να συντονίζει και να αξιολογεί μεγάλα επενδυτικά προγράμματα. Η Bpifrance μπορεί να μετατρέπει μέρος των προτεραιοτήτων σε χρηματοδοτικά εργαλεία. Τα υπουργεία διατηρούν την πολιτική αρμοδιότητα και οι περιφέρειες προσθέτουν γνώση των τοπικών παραγωγικών οικοσυστημάτων. Η επιτυχία εξαρτάται περισσότερο από τη μεταξύ τους συνοχή παρά από τη δημιουργία ενός νέου υπερυπουργείου Σχεδιασμού.

Ο ευρωπαϊκός παράγοντας διαφοροποιεί ακόμη περισσότερο το σύγχρονο μοντέλο από το μεταπολεμικό. Ο εθνικός σχεδιασμός δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει την γαλλική οικονομία ως κλειστό παραγωγικό χώρο. Οι αλυσίδες αξίας είναι ευρωπαϊκές, η νομισματική πολιτική είναι κοινή και οι κρατικές ενισχύσεις λειτουργούν μέσα σε κανόνες ενιαίας αγοράς. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιτρέπει σημαντικό χώρο για δημόσια στήριξη επενδύσεων, αλλά απαιτεί όρους που περιορίζουν τη στρέβλωση του ανταγωνισμού. Η ίδια η αναθεώρηση του ευρωπαϊκού κανονισμού απαλλαγών κρατικών ενισχύσεων το 2026 έχει ως στόχο να διευκολύνει αναγκαίες επενδύσεις διατηρώντας παράλληλα ίσους όρους ανταγωνισμού.

Ένας σύγχρονος γαλλικός σχεδιασμός χρειάζεται γι’ αυτό να είναι ταυτόχρονα εθνικός ως προς τις στρατηγικές προτεραιότητες και ευρωπαϊκός ως προς την κλίμακα εφαρμογής. Στους ημιαγωγούς, στις μπαταρίες, στην τεχνητή νοημοσύνη, στην άμυνα ή στο διάστημα, η αποκλειστικά εθνική κλίμακα είναι συχνά οικονομικά ανεπαρκής. Η Γαλλία μπορεί να χρησιμοποιεί τον εθνικό σχεδιασμό για να ορίζει τις δυνατότητες που επιθυμεί να διατηρήσει ή να αποκτήσει και στη συνέχεια να ενσωματώνει αυτές τις επιδιώξεις σε ευρωπαϊκά προγράμματα μεγαλύτερης κλίμακας.

Η συμμετοχή της κοινωνίας και των επιχειρήσεων αποτελεί επίσης κρίσιμο στοιχείο. Ο παλιός γαλλικός ενδεικτικός σχεδιασμός είχε ισχυρή συντονιστική λειτουργία ανάμεσα στο κράτος, στις επιχειρήσεις, στα συνδικάτα και στους ειδικούς. Η σύγχρονη εκδοχή χρειάζεται αντίστοιχη δυνατότητα, αλλά με πολύ μεγαλύτερη πολυφωνία. Πανεπιστήμια, νεοφυείς επιχειρήσεις, περιφέρειες, ενεργειακές εταιρείες, βιομηχανικοί όμιλοι, εργαζόμενοι και ερευνητικές κοινότητες διαθέτουν διαφορετικά κομμάτια της γνώσης που απαιτείται για την επιλογή μιας αξιόπιστης εθνικής στρατηγικής.

Ο στρατηγικός σχεδιασμός του 21ου αιώνα δεν θα επιτύχει επομένως μέσω μιας διοίκησης που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει με ακρίβεια τη μελλοντική δομή της οικονομίας. Θα επιτύχει εάν το κράτος μπορεί να εντοπίζει κρίσιμες εξαρτήσεις, να επιλέγει λίγες μεγάλες κατευθύνσεις, να κινητοποιεί κεφάλαιο και έρευνα, να διαμορφώνει σταθερούς κανόνες και να διορθώνει γρήγορα τις επιλογές του όταν η πραγματικότητα αποκλίνει από τις αρχικές προβλέψεις.

Η Γαλλία διαθέτει σημαντικά θεσμικά πλεονεκτήματα για μια τέτοια μετάβαση. Έχει ισχυρή δημόσια διοίκηση, μακρά παράδοση τεχνολογικής πολιτικής, δημόσιους επενδυτικούς φορείς, μεγάλους βιομηχανικούς ομίλους και ιστορική κοινωνική αποδοχή ενός ενεργού οικονομικού ρόλου του κράτους. Το πρόβλημα είναι να μετατρέψει αυτή την κληρονομιά από μηχανισμό διοικητικού ελέγχου σε μηχανισμό στρατηγικού συντονισμού.

Η αναβίωση του σχεδιασμού είναι συνεπώς εφικτή ακριβώς επειδή δεν χρειάζεται να είναι αναβίωση του παλαιού μοντέλου. Ο σύγχρονος σχεδιασμός μπορεί να είναι ενδεικτικός, ανταγωνιστικός, πειραματικός, ευρωπαϊκός και διαρκώς αξιολογούμενος. Το κράτος θέτει κατεύθυνση, δημιουργεί υποδομές, αναλαμβάνει μέρος των κινδύνων και οργανώνει τον χρονικό ορίζοντα που η αγορά δυσκολεύεται να δημιουργήσει μόνη της. Η επιχείρηση διατηρεί την αυτονομία της να ανακαλύπτει τεχνολογίες, προϊόντα και επιχειρηματικές λύσεις.

Έτσι μπορεί να αναδυθεί μια νέα γαλλική εκδοχή του στρατηγικού κράτους: ούτε διοικητικός κατανεμητής της παραγωγής ούτε παθητικός διορθωτής των αποτυχιών της αγοράς. Ένα κράτος που διαθέτει άποψη για τη μελλοντική παραγωγική δομή της χώρας, χωρίς να θεωρεί ότι μπορεί να την κατασκευάσει αποκλειστικά με υπουργικές αποφάσεις. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη μακροχρόνια κατεύθυνση και στην αποκεντρωμένη οικονομική ανακάλυψη αποτελεί τον πυρήνα ενός σύγχρονου γαλλικού στρατηγικού σχεδιασμού.