Η γαλλική κρατική παράδοση συγκροτήθηκε γύρω από την ιδέα ότι το κράτος οφείλει να διαθέτει πραγματική δυνατότητα διαμόρφωσης της οικονομικής, κοινωνικής και διεθνούς πραγματικότητας. Η μεταπολεμική ανασυγκρότηση, ο κρατικός οικονομικός σχεδιασμός, η δημιουργία μεγάλων βιομηχανικών ομίλων, η ανάπτυξη ανεξάρτητης πυρηνικής αποτροπής, η συγκρότηση εκτεταμένου κοινωνικού κράτους και η διατήρηση παγκόσμιας διπλωματικής παρουσίας αποτέλεσαν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας πολιτικής αντίληψης: η κυριαρχία αποκτά πραγματικό περιεχόμενο όταν το κράτος διαθέτει τους οικονομικούς, παραγωγικούς και τεχνολογικούς πόρους που του επιτρέπουν να μετατρέπει την πολιτική βούληση σε αποτέλεσμα.

Η γαλλική ιδιαιτερότητα προκύπτει ακριβώς από το εύρος αυτής της φιλοδοξίας. Η χώρα επιδιώκει ταυτόχρονα να παραμένει πυρηνική δύναμη, μόνιμος παράγοντας της διεθνούς ασφάλειας, κεντρικός διαμορφωτής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, κράτος ισχυρής κοινωνικής προστασίας, βιομηχανική και τεχνολογική δύναμη, παραγωγός πυρηνικής ενέργειας και φορέας μιας αυτοτελούς αντίληψης για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία. Καθεμία από αυτές τις λειτουργίες προϋποθέτει διαφορετικές αλλά αλληλένδετες μορφές οικονομικού κεφαλαίου. Η στρατιωτική ισχύς απαιτεί βιομηχανική και τεχνολογική βάση. Η κοινωνική προστασία χρειάζεται υψηλή απασχόληση και ευρεία φορολογική βάση. Η ενεργειακή αυτονομία απαιτεί επενδύσεις δεκαετιών. Η διεθνής επιρροή προϋποθέτει οικονομική αξιοπιστία. Η πραγματική κυριαρχία είναι επομένως ακριβή.

Η σημερινή οικονομική κατάσταση μεταβάλλει την ισορροπία που επέτρεπε ιστορικά τη συνύπαρξη αυτών των επιδιώξεων. Στο τέλος του δεύτερου τριμήνου του 2026 το δημόσιο χρέος είχε ανέλθει στα 3,595 τρισ. ευρώ, δηλαδή στο 119% του ΑΕΠ, από 115,7% στο τέλος του 2025. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει πραγματική ανάπτυξη μόλις 0,8% για το 2026, δημοσιονομικό έλλειμμα 5,1% του ΑΕΠ και περαιτέρω αύξηση των πληρωμών τόκων στο 2,6% του ΑΕΠ, με το χρέος να παραμένει σε ανοδική τροχιά. Αυτά τα μεγέθη δεν συνιστούν από μόνα τους κρίση κρατικής φερεγγυότητας. Περιορίζουν όμως σταδιακά τον χώρο μέσα στον οποίο η κυβέρνηση μπορεί να αναλαμβάνει νέες στρατηγικές δεσμεύσεις χωρίς να περιορίζει παλαιότερες.

Το πρόβλημα αποκτά μεγαλύτερο βάθος επειδή η οικονομική ικανότητα μιας μεγάλης δύναμης δεν μετριέται αποκλειστικά από το συνολικό ΑΕΠ. Μετριέται από την παραγωγικότητα, τη βιομηχανική πυκνότητα, τη δυνατότητα τεχνολογικής καινοτομίας, την ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου, την ενεργειακή ασφάλεια, τη δημοσιονομική ελευθερία και την ικανότητα κινητοποίησης ιδιωτικών και δημόσιων πόρων σε μακροχρόνιους στρατηγικούς στόχους. Σε αυτό το επίπεδο η Γαλλία διατηρεί πολύ σημαντικά πλεονεκτήματα, αλλά αντιμετωπίζει και αισθητές αδυναμίες. Η μεταποίηση αντιστοιχούσε στα τέλη του 2025 μόλις στο 11,2% της συνολικής προστιθέμενης αξίας και στο 9,1% της μισθωτής απασχόλησης, ποσοστά αισθητά χαμηλότερα από τους μέσους όρους του ΟΟΣΑ. Η αποβιομηχάνιση υπήρξε εντονότερη στη Γαλλία από ό,τι στο σύνολο των ανεπτυγμένων οικονομιών, αν και η τάση έχει σταθεροποιηθεί μετά το 2018.

Αυτή η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για τη γαλλική αντίληψη της ισχύος. Η βιομηχανία δεν αποτελεί απλώς έναν τομέα παραγωγής εισοδήματος. Δημιουργεί τεχνολογικές αλυσίδες, ερευνητική ικανότητα, εξαγωγές υψηλής προστιθέμενης αξίας, εξειδικευμένη εργασία και δυνατότητα ταχείας κινητοποίησης παραγωγής σε συνθήκες κρίσης. Η γαλλική πυρηνική βιομηχανία, η αεροναυπηγική, η αμυντική παραγωγή, το διάστημα και οι μεταφορές δείχνουν ότι η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρές νησίδες στρατηγικής παραγωγικής ικανότητας. Η αδυναμία βρίσκεται στη μικρότερη πυκνότητα της συνολικής βιομηχανικής βάσης που τις περιβάλλει. Μια στρατηγική δύναμη χρειάζεται όχι μόνο κορυφαίες επιχειρήσεις αλλά και ευρύτερα παραγωγικά οικοσυστήματα, αλυσίδες προμηθευτών, εξειδικευμένες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και επαρκή προσφορά τεχνικού ανθρώπινου δυναμικού.

Η ίδια ένταση εμφανίζεται στο κοινωνικό κράτος. Η Γαλλία κατέγραφε το 2024 κοινωνικές παροχές ίσες με το 31,9% του ΑΕΠ, μία από τις υψηλότερες αναλογίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι συνταξιοδοτικές δαπάνες μόνο ανήλθαν το 2025 στα 422 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 14,1% του ΑΕΠ και στο 24,3% του συνόλου των δημόσιων δαπανών. Η έκταση αυτή αποτελεί αποτέλεσμα ιστορικής κοινωνικής επιλογής και συμβάλλει καθοριστικά στη συγκράτηση της φτώχειας και στην κοινωνική συνοχή. Δημιουργεί όμως ταυτόχρονα υψηλό επίπεδο ανελαστικών υποχρεώσεων, το οποίο περιορίζει την ευχέρεια μεταφοράς πόρων προς νέες στρατηγικές ανάγκες.

Οι νέες ανάγκες είναι πλέον εξαιρετικά μεγάλες. Το διεθνές περιβάλλον ωθεί τη Γαλλία σε ενισχυμένη στρατιωτική προσπάθεια. Η επικαιροποιημένη στρατιωτική προγραμματική κατεύθυνση προβλέπει άνοδο του αμυντικού προϋπολογισμού από 57,1 δισ. ευρώ το 2026 σε 76,3 δισ. το 2030. Η πυρηνική αποτροπή χρειάζεται ανανέωση υποβρυχίων, πυραύλων και τεχνολογικών υποδομών. Ο πολιτικός πυρηνικός τομέας χρειάζεται μεγάλες επενδύσεις σε νέα παραγωγική ικανότητα και παράταση της ζωής των υφιστάμενων αντιδραστήρων. Η τεχνητή νοημοσύνη, τα κέντρα δεδομένων, οι ημιαγωγοί, η κυβερνοασφάλεια και οι πράσινες βιομηχανίες δημιουργούν πρόσθετα πεδία στρατηγικής επένδυσης. Η κρατική φιλοδοξία δεν έχει μειωθεί· το κόστος της έχει αυξηθεί.

Η βασική μεταβολή βρίσκεται επομένως στη σχέση μεταξύ εύρους φιλοδοξίας και βάθους οικονομικής βάσης. Η Γαλλία εξακολουθεί να διαθέτει θεσμούς και δυνατότητες μιας μεγάλης δύναμης, αλλά η συντήρησή τους απαιτεί ολοένα μεγαλύτερο μέρος ενός δημοσιονομικά περιορισμένου εθνικού προϊόντος. Η παρατήρηση αυτή δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε συμπέρασμα αναπόφευκτης υποχώρησης. Αναδεικνύει την ανάγκη μετατροπής της οικονομικής ανασυγκρότησης σε οργανικό τμήμα της εθνικής στρατηγικής.

Από αυτή τη σκοπιά, η παραγωγικότητα παύει να είναι τεχνική έννοια της οικονομικής πολιτικής και αποκτά χαρακτήρα υψηλής πολιτικής. Κάθε επιπλέον μονάδα παραγωγικότητας διευρύνει τη δυνατότητα του κράτους να χρηματοδοτεί κοινωνική προστασία, άμυνα, έρευνα και ενεργειακές επενδύσεις χωρίς αντίστοιχη αύξηση φορολογίας ή χρέους. Η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης, ιδιαίτερα στους νέους και στους μεγαλύτερους εργαζομένους, η βελτίωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και η διάχυση της τεχνολογίας στις επιχειρήσεις αποκτούν έτσι άμεση σύνδεση με την ίδια τη στρατηγική αυτονομία της χώρας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο ΟΟΣΑ εξακολουθούν να επισημαίνουν την αδύναμη αύξηση της γαλλικής παραγωγικότητας ως δομική πρόκληση.

Η επαναβιομηχάνιση αποκτά αντίστοιχη σημασία. Η Γαλλία δεν μπορεί να στηρίζει μια θεωρία στρατηγικής αυτονομίας αποκλειστικά στην κατοχή μερικών τεχνολογικά προηγμένων εθνικών πρωταθλητών. Χρειάζεται ευρύτερη παραγωγική βάση, μεγαλύτερη ενσωμάτωση μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε στρατηγικές αλυσίδες, επαρκή ενεργειακή υποδομή και συντονισμό δημόσιων προμηθειών, χρηματοδότησης και τεχνολογικής πολιτικής. Η επαναβιομηχάνιση αποτελεί έτσι οικονομικό αντίστοιχο της εξωτερικής πολιτικής αυτονομίας.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποκτά νέα λειτουργία για τη γαλλική ισχύ. Η μεταπολεμική γαλλική στρατηγική αντιμετώπισε επανειλημμένα την Ευρώπη ως πολλαπλασιαστή εθνικής επιρροής. Σήμερα η ανάγκη αυτή είναι ακόμη μεγαλύτερη. Το οικονομικό μέγεθος που απαιτείται για επενδύσεις σε άμυνα, τεχνητή νοημοσύνη, ενεργειακά δίκτυα, διαστημικά συστήματα και πράσινη βιομηχανία υπερβαίνει ολοένα περισσότερο την αποτελεσματική κλίμακα ενός μεμονωμένου ευρωπαϊκού κράτους. Η ευρωπαϊκή διάσταση δεν περιορίζει αναγκαστικά τη γαλλική κρατική φιλοδοξία. Μπορεί να αποτελέσει την αναγκαία κλίμακα μέσα στην οποία αυτή παραμένει οικονομικά βιώσιμη.

Η ιστορική πρόκληση της Γαλλίας συνίσταται επομένως στην επανασύνδεση ισχύος και οικονομικής βάσης. Η χώρα δεν βρίσκεται μπροστά σε απλή επιλογή ανάμεσα στη διατήρηση και στην εγκατάλειψη της παραδοσιακής της φιλοδοξίας. Βρίσκεται μπροστά στην ανάγκη να ανασυγκροτήσει τις υλικές προϋποθέσεις που καθιστούν τη φιλοδοξία αυτή αξιόπιστη. Δημοσιονομική σταθερότητα, παραγωγικότητα, βιομηχανία, τεχνολογία, ενέργεια και ανθρώπινο κεφάλαιο αποτελούν τις πραγματικές υποδομές της γαλλικής κυριαρχίας.