Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 8 ορίζει ότι ο Πρόεδρος διορίζει τον πρωθυπουργό και ότι θέτει τέλος στα καθήκοντά του «μετά την υποβολή από αυτόν της παραίτησης της κυβέρνησης». Η αλληλουχία έχει ιδιαίτερη νομική σημασία. Η παραίτηση προηγείται της προεδρικής πράξης που τερματίζει την πρωθυπουργική θητεία. Ο συντακτικός νομοθέτης δεν χρησιμοποίησε διατύπωση που θα επέτρεπε στον αρχηγό του κράτους να ανακαλέσει τον διορισμό κατά βούληση.

Η επιλογή αυτή είναι απολύτως συνεπής με την κοινοβουλευτική βάση της Πέμπτης Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση είναι υπεύθυνη έναντι του Κοινοβουλίου και όχι έναντι του Προέδρου κατά την αυστηρή νομική έννοια. Το άρθρο 20 το δηλώνει ρητά και τα άρθρα 49 και 50 οργανώνουν τον μηχανισμό μέσω του οποίου η Εθνοσυνέλευση μπορεί να προκαλέσει την παραίτησή της. 

Ακριβώς εδώ εμφανίζεται μία από τις μεγαλύτερες αποκλίσεις μεταξύ συνταγματικού δικαίου και πολιτικής πρακτικής στην Πέμπτη Δημοκρατία. Εκτός περιόδων συγκατοίκησης, οι Πρόεδροι έχουν επανειλημμένα προκαλέσει την αποχώρηση πρωθυπουργών που εξακολουθούσαν να διαθέτουν κοινοβουλευτική στήριξη. Η διαδικασία λαμβάνει τυπικά τη μορφή παραίτησης, αλλά η πολιτική πρωτοβουλία προέρχεται από το Élysée. Η κυβέρνηση παραιτείται επειδή ο Πρόεδρος έχει αποφασίσει ότι επιθυμεί αλλαγή πρωθυπουργού ή νέα κυβερνητική φάση.

Η περίπτωση του Michel Rocard το 1991 είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική επειδή οι διαθέσιμες πρωτογενείς πηγές αφήνουν ελάχιστο περιθώριο αμφιβολίας για τον μηχανισμό. Στην επιστολή παραίτησής του ο Rocard ανέφερε ότι ο François Mitterrand τού είχε γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να σχηματίσει νέα κυβέρνηση. Ο Mitterrand αργότερα αναγνώρισε ευθέως ότι είχε γνωστοποιήσει στον πρωθυπουργό πως είχε φθάσει η στιγμή αλλαγής κυβέρνησης. Τυπικά υποβλήθηκε παραίτηση· πολιτικά η αποχώρηση είχε αποφασιστεί από τον Πρόεδρο.

Αυτό το παράδειγμα δείχνει την ύπαρξη μιας άτυπης προεδρικής εξουσίας που δεν ταυτίζεται με νομική αρμοδιότητα. Ο Πρόεδρος δεν εκδίδει πράξη απόλυσης. Χρησιμοποιεί την πολιτική του υπεροχή επί της πλειοψηφίας, του κόμματος και του κυβερνητικού προγράμματος για να καταστήσει πρακτικά αδύνατη την παραμονή ενός πρωθυπουργού που έχει χάσει την προεδρική εμπιστοσύνη.

Η δυνατότητα αυτή στηρίζεται στο πλειοψηφικό γεγονός. Όταν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι προεδρική, ο πρωθυπουργός συνήθως δεν διαθέτει αυτόνομη πολιτική βάση αρκετά ισχυρή ώστε να συνεχίσει να κυβερνά απέναντι στην αντίθεση του Προέδρου. Θα μπορούσε θεωρητικά να αρνηθεί να παραιτηθεί. Εφόσον όμως η κοινοβουλευτική πλειοψηφία παραμένει πολιτικά πιστή στον Πρόεδρο, η σύγκρουση θα καθιστούσε τη θέση του πρωθυπουργού εξαιρετικά επισφαλή. Ο Πρόεδρος δεν διαθέτει το νομικό κουμπί της παύσης, διαθέτει όμως τα πολιτικά μέσα που καθιστούν την παραίτηση σχεδόν αναπόφευκτη.

Η πραγματικότητα αλλάζει πλήρως σε περίοδο συγκατοίκησης. Τότε ο πρωθυπουργός διαθέτει δική του κοινοβουλευτική πλειοψηφία, πολιτικά αντίθετη προς τον Πρόεδρο. Η προεδρική απαίτηση παραίτησης δεν συνοδεύεται από δυνατότητα πολιτικής επιβολής. Ο πρωθυπουργός μπορεί να παραμείνει όσο διατηρεί την κοινοβουλευτική υποστήριξη. Ο ίδιος ο François Mitterrand είχε διατυπώσει το 1988 εξαιρετικά καθαρά αυτή τη λογική: ο πρωθυπουργός που εφαρμόζει την πολιτική της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας μπορεί να απομακρυνθεί μόνο από αυτή.

Η συγκατοίκηση λειτουργεί επομένως ως δοκιμή αλήθειας για το άρθρο 8. Σε συνθήκες προεδρικής πλειοψηφίας, η πολιτική πραγματικότητα δημιουργεί την εντύπωση ότι ο Πρόεδρος διορίζει και παύει τον πρωθυπουργό κατά βούληση. Όταν όμως η κομματική εξάρτηση εξαφανιστεί, αποκαλύπτεται ότι η δεύτερη εξουσία δεν υπάρχει στο συνταγματικό κείμενο. Η υποχρέωση παραίτησης επανέρχεται στην καθαρά κοινοβουλευτική της λογική.

Η διάκριση αυτή έχει σημαντικές συνέπειες για τη θεωρία της Πέμπτης Δημοκρατίας. Αν ο Πρόεδρος διέθετε ρητή εξουσία παύσης, η κυβέρνηση θα ήταν πολιτικά υπεύθυνη ταυτόχρονα απέναντι στον Πρόεδρο και στο Κοινοβούλιο. Το σύστημα θα πλησίαζε περισσότερο στον προεδρο-κοινοβουλευτικό υποτύπο ημιπροεδρισμού. Η απουσία τέτοιας εξουσίας σημαίνει ότι, από αυστηρά νομική άποψη, η Γαλλία διατηρεί πρωθυπουργο-προεδρική λογική: η κυβέρνηση μπορεί να ανατραπεί από το Κοινοβούλιο, ενώ ο Πρόεδρος δεν διαθέτει ανεξάρτητη εξουσία αποπομπής.

Η πολιτική πρακτική, ωστόσο, έχει εισαγάγει μία μορφή άτυπης διπλής εξάρτησης. Ο πρωθυπουργός χρειάζεται κοινοβουλευτική βιωσιμότητα και, εκτός συγκατοίκησης, συνήθως χρειάζεται επίσης τη συνεχιζόμενη πολιτική εμπιστοσύνη του Προέδρου. Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιότυπη απόσταση ανάμεσα στο τυπικό και στο ουσιαστικό πολίτευμα. Το νομικό Σύνταγμα προστατεύει τον πρωθυπουργό από άμεση προεδρική απόλυση· το πολιτικό Σύνταγμα συχνά μετατρέπει την προεδρική εμπιστοσύνη σε πραγματική προϋπόθεση παραμονής.

Αυτή η απόσταση δεν πρέπει να θεωρείται απλώς παραβίαση του Συντάγματος. Πρόκειται για πολιτική πρακτική που αναπτύχθηκε μέσα στις δυνατότητες του ίδιου του συστήματος. Ο πρωθυπουργός υποβάλλει πράγματι παραίτηση, όπως απαιτεί το άρθρο 8. Το ζήτημα αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώνεται η βούληση για παραίτηση. Το Σύνταγμα ρυθμίζει την πράξη, όχι την πολιτική διαδικασία που οδηγεί σε αυτή.

Η πρακτική αυτή έχει ταυτόχρονα δημοκρατικό κόστος. Ένας πρωθυπουργός που διαθέτει ακόμη κοινοβουλευτική εμπιστοσύνη μπορεί να αποχωρήσει λόγω απώλειας της εμπιστοσύνης ενός Προέδρου που ο ίδιος δεν είναι πολιτικά υπεύθυνος ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης. Έτσι η πραγματική κατανομή εξουσίας μετακινείται από την κοινοβουλευτική αρχή προς την προεδρική χωρίς τυπική αλλαγή των κανόνων πολιτικής ευθύνης.

Η συγκυρία της συγκατοίκησης επαναφέρει αντίθετα την ευθύνη εκεί όπου την τοποθετεί το κείμενο. Ο πρωθυπουργός αντλεί την πολιτική του διάρκεια από την Εθνοσυνέλευση και μπορεί να αγνοήσει την προεδρική δυσαρέσκεια εφόσον η κοινοβουλευτική πλειοψηφία τον στηρίζει. Η δυνατότητα αυτή είναι από τα ισχυρότερα τεκμήρια της κοινοβουλευτικής βάσης του γαλλικού πολιτεύματος.

Η ακριβής απάντηση επομένως απαιτεί τη διατήρηση δύο διαφορετικών επιπέδων. Νομικά, ο Γάλλος Πρόεδρος δεν μπορεί να παύσει μονομερώς τον πρωθυπουργό χωρίς προηγούμενη παραίτηση της κυβέρνησης. Πολιτικά, όταν ελέγχει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, μπορεί συχνά να προκαλέσει αυτή την παραίτηση και να επιτύχει το ίδιο πρακτικό αποτέλεσμα. Στη συγκατοίκηση, η δεύτερη δυνατότητα εξαφανίζεται και η τυπική διάταξη του άρθρου 8 επανέρχεται με όλη της τη δύναμη.

Η διαφορά μεταξύ νομικής παύσης και πολιτικά εξαναγκασμένης παραίτησης αποτελεί έτσι μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις της Πέμπτης Δημοκρατίας. Δείχνει ότι η προεδρική ισχύς δεν βρίσκεται πάντοτε στις γραπτές αρμοδιότητες. Ένα σημαντικό μέρος της παράγεται από τον κομματικό έλεγχο, την πλειοψηφική δομή και τις πολιτικές συμβάσεις που έχουν σχηματιστεί γύρω από το αξίωμα.