Η εργασιακή ανασφάλεια των νέων και η νεανική ανεργία αποτελούν μια από τις πλέον σύνθετες και πολυδιάστατες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες, ιδίως σε περιβάλλοντα όπου η οικονομική κρίση, η παγκοσμιοποίηση και οι τεχνολογικές ανακατατάξεις έχουν ανατρέψει τις σταθερές ισορροπίες της αγοράς εργασίας. Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται απλώς στην έλλειψη θέσεων εργασίας, αλλά επεκτείνεται και στην ποιότητα των διαθέσιμων θέσεων, την αστάθεια των συμβάσεων, τη μερική και υποαμειβόμενη απασχόληση, την έλλειψη επαγγελματικής προοπτικής και την αίσθηση αβεβαιότητας που διατρέχει τις νέες γενιές. Η νεανική ανεργία υπερβαίνει συχνά τον γενικό δείκτη ανεργίας, γεγονός που αποτυπώνει μια βαθύτερη ανισορροπία ανάμεσα στις ανάγκες της αγοράς και στις δυνατότητες ή φιλοδοξίες των νέων εργαζομένων. Πρόκειται για μια κατάσταση που δεν έχει μόνο οικονομικές, αλλά και κοινωνικές, ψυχολογικές και πολιτισμικές διαστάσεις, καθώς η παρατεταμένη αδυναμία πρόσβασης σε σταθερή εργασία υπονομεύει την κοινωνική συνοχή, αυξάνει τις ανισότητες και αναπαράγει φαινόμενα περιθωριοποίησης.
Η εργασιακή ανασφάλεια των νέων δεν είναι ένα απλό παρακολούθημα των οικονομικών κρίσεων ή των κυκλικών διακυμάνσεων της αγοράς. Αντιθέτως, συνιστά ένα διαρθρωτικό πρόβλημα, που πηγάζει από τη δυσκολία προσαρμογής των εκπαιδευτικών και κοινωνικών θεσμών στις μεταβαλλόμενες συνθήκες του καπιταλισμού της γνώσης, της ψηφιακής εποχής και της παγκόσμιας κινητικότητας του κεφαλαίου. Η αδυναμία των παραδοσιακών εκπαιδευτικών συστημάτων να προσφέρουν δεξιότητες εναρμονισμένες με τις απαιτήσεις των σύγχρονων κλάδων οδηγεί στη γνωστή «εκπαιδευτική αποσύνδεση», δηλαδή στη διάσταση ανάμεσα στα πτυχία και τα επαγγέλματα, ανάμεσα στις σπουδές και στις πραγματικές δυνατότητες εύρεσης εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι χιλιάδες νέοι, παρά τα υψηλά τους προσόντα, παραμένουν άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι, εγκλωβισμένοι σε προσωρινές και χαμηλά αμειβόμενες θέσεις που δεν ανταποκρίνονται στις ικανότητές τους.
Η ψηφιακή μετάβαση, αν και δημιουργεί νέες ευκαιρίες σε τομείς όπως η πληροφορική, η τεχνητή νοημοσύνη, η πράσινη οικονομία και οι δημιουργικές βιομηχανίες, εντούτοις δεν είναι ισότιμα προσβάσιμη σε όλους. Η λεγόμενη «ψηφιακή ανισότητα» επιβαρύνει ιδιαίτερα νέους που δεν διαθέτουν τις απαραίτητες ψηφιακές δεξιότητες ή πρόσβαση στις κατάλληλες υποδομές. Επομένως, η ψηφιακή οικονομία μπορεί να λειτουργήσει είτε ως μοχλός απασχόλησης είτε ως νέος μηχανισμός αποκλεισμού, ανάλογα με το αν τα εκπαιδευτικά συστήματα και οι πολιτικές απασχόλησης καταφέρουν να ενσωματώσουν τους νέους στις απαιτήσεις της.
Η νεανική ανεργία και η εργασιακή ανασφάλεια πλήττουν δυσανάλογα ορισμένες κοινωνικές ομάδες. Οι νέες γυναίκες, ιδίως σε χώρες όπου επιβιώνουν παραδοσιακά στερεότυπα για τον ρόλο των φύλων, αντιμετωπίζουν περισσότερα εμπόδια στην πρόσβαση σε σταθερή εργασία, αλλά και στη διατήρησή της, λόγω έλλειψης υποστηρικτικών πολιτικών συμφιλίωσης επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής. Παράλληλα, οι νέοι από μειονεκτικές κοινωνικές ομάδες, όπως μετανάστες, πρόσφυγες και άτομα με αναπηρία, βρίσκονται αντιμέτωποι με διπλές ή και τριπλές διακρίσεις, που περιορίζουν δραματικά τις ευκαιρίες απασχόλησής τους. Η άνιση αυτή κατανομή της ανεργίας καθιστά σαφές ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς οικονομικό, αλλά και βαθύτατα κοινωνικό και πολιτικό.
Η ψυχολογική διάσταση της ανεργίας των νέων είναι εξίσου κρίσιμη. Η μακροχρόνια ανεργία και η διαρκής ανασφάλεια παράγουν απογοήτευση, άγχος, έλλειψη αυτοεκτίμησης και κοινωνική απομόνωση. Δεν είναι τυχαίο ότι η νεανική ανεργία συνδέεται με αυξημένα ποσοστά ψυχικών διαταραχών, με τάσεις μετανάστευσης, αλλά και με φαινόμενα κοινωνικής παθολογίας όπως η μικροεγκληματικότητα ή η χρήση ουσιών. Η απώλεια εμπιστοσύνης στο κράτος και τους θεσμούς οδηγεί σε απομάκρυνση από την πολιτική συμμετοχή και σε ενίσχυση αντικοινοβουλευτικών ή ακραίων στάσεων. Συνεπώς, η αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων δεν είναι μόνο ζήτημα οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και ζήτημα κοινωνικής σταθερότητας και δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Η στρατηγική αντιμετώπισης της νεανικής ανεργίας οφείλει να βασίζεται σε έναν συνδυασμό ενεργητικών και παθητικών πολιτικών απασχόλησης. Οι ενεργητικές πολιτικές περιλαμβάνουν μέτρα που διευκολύνουν άμεσα την ένταξη των νέων στην αγορά, όπως η δημιουργία επιδοτούμενων θέσεων εργασίας, τα φορολογικά κίνητρα σε επιχειρήσεις που προσλαμβάνουν νέους, η ενίσχυση της μαθητείας, η πρακτική άσκηση και τα προγράμματα κατάρτισης. Παράλληλα, η προσαρμογή της επαγγελματικής εκπαίδευσης στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς είναι ζωτικής σημασίας. Οι παθητικές πολιτικές, όπως τα επιδόματα ανεργίας και τα κοινωνικά βοηθήματα, παίζουν επίσης καθοριστικό ρόλο, διότι προσφέρουν ένα δίχτυ ασφαλείας που επιτρέπει στους νέους να αναζητήσουν εργασία με αξιοπρέπεια, χωρίς να καταρρέουν υπό το βάρος της φτώχειας. Ο σωστός συνδυασμός των δύο αυτών προσεγγίσεων δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο που ενισχύει τόσο τη βραχυπρόθεσμη στήριξη όσο και τη μακροπρόθεσμη ένταξη των νέων στην απασχόληση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ενίσχυση της νεανικής επιχειρηματικότητας ως εναλλακτικής στρατηγικής απασχόλησης. Η προώθηση της δημιουργίας καινοτόμων νεοφυών επιχειρήσεων από νέους, η εύκολη πρόσβαση σε κεφάλαια και χρηματοδοτικά εργαλεία, η εκπαίδευση σε επιχειρηματικές δεξιότητες και η μείωση της γραφειοκρατίας αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων της νέας γενιάς. Η επιχειρηματικότητα μπορεί να λειτουργήσει ως απάντηση όχι μόνο στην ανεργία, αλλά και στην ανάγκη για νέες μορφές ανάπτυξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Ένα ακόμη φαινόμενο που πρέπει να αναλυθεί είναι η μετανάστευση των νέων, γνωστή και ως «brain drain». Η έλλειψη προοπτικών οδηγεί πολλούς νέους με υψηλά προσόντα στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα οι χώρες προέλευσης να χάνουν πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο. Αυτή η διαδικασία υπονομεύει τις αναπτυξιακές δυνατότητες των εθνικών οικονομιών και εντείνει την εξάρτησή τους από τις ανεπτυγμένες χώρες. Η αντιμετώπιση της διαρροής εγκεφάλων απαιτεί τη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για την παραμονή των νέων στη χώρα τους, μέσω επενδύσεων στην έρευνα, στην καινοτομία, στην πράσινη ανάπτυξη και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής.
Συνολικά, η νεανική ανεργία και η εργασιακή ανασφάλεια δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με μεμονωμένα μέτρα ή αποσπασματικές πολιτικές. Απαιτούν μια ολιστική στρατηγική που θα περιλαμβάνει την αναβάθμιση της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης, την ενίσχυση των ενεργητικών και παθητικών πολιτικών απασχόλησης, την προώθηση της ισότητας και της κοινωνικής ενσωμάτωσης, την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Απαιτούν επίσης τη συνεργασία κράτους, επιχειρήσεων, πανεπιστημίων και κοινωνίας των πολιτών για τη δημιουργία ενός συνεκτικού πλαισίου που θα εξασφαλίζει στους νέους όχι μόνο την πρόσβαση σε εργασία, αλλά και την αξιοπρέπεια, την κοινωνική συμμετοχή και την ψυχολογική ευημερία.
Η επίλυση του προβλήματος της νεανικής ανεργίας δεν είναι απλώς μια οικονομική ή πολιτική πρόκληση· είναι μια κοινωνική επιταγή και ταυτόχρονα μια ηθική υποχρέωση απέναντι στη νέα γενιά, η οποία αποτελεί το μέλλον κάθε κοινωνίας. Η επένδυση στους νέους, η προσφορά σταθερών προοπτικών και η κατοχύρωση δικαιωμάτων στην εργασία αποτελούν τον θεμέλιο λίθο για την ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και τη δημοκρατική σταθερότητα των εθνών στο άμεσο και απώτερο μέλλον.
Πρόσφατα σχόλια