Ο πόλεμος που ξέσπασε στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022 δεν συνιστά ένα μεμονωμένο ιστορικό γεγονός ούτε μια αιφνίδια απόκλιση από την κανονικότητα της μεταψυχροπολεμικής διεθνούς τάξης. Αντιθέτως, αποτελεί την κορύφωση μιας μακράς διαδικασίας συσσώρευσης γεωπολιτικών εντάσεων, στρατηγικών παρερμηνειών και ασύμβατων αντιλήψεων περί ασφάλειας, οι οποίες διαμορφώθηκαν σταδιακά από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 έως τις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Η σύγκρουση δεν μπορεί να ερμηνευθεί επαρκώς μέσω μιας μονοδιάστατης ανάλυσης επιθετικότητας ή αμυντικής αντίδρασης· απαιτείται μια ολιστική προσέγγιση που να συνδυάζει ιστορικά, πολιτικά, στρατηγικά και γεωοικονομικά δεδομένα.

Η κατάρρευση της σοβιετικής υπερδύναμης δημιούργησε ένα βαθύ κενό ισχύος στην Ανατολική Ευρώπη και στον μετασοβιετικό χώρο. Η διεθνής κοινότητα, και ιδίως οι δυτικές δυνάμεις, αντιμετώπισαν τη στιγμή αυτή ως ιστορική ευκαιρία για την εδραίωση μιας φιλελεύθερης, βασισμένης σε κανόνες διεθνούς τάξης, στην οποία η δημοκρατία, η ελεύθερη αγορά και η συλλογική ασφάλεια θα αποτελούσαν τους θεμέλιους λίθους. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή δεν συνοδεύτηκε από έναν ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό της θέσης και του ρόλου της Ρωσία στο νέο διεθνές σύστημα. Η Μόσχα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια απότομη απώλεια κύρους, επιρροής και στρατηγικού βάθους, χωρίς να της προσφερθεί ένα σαφές και βιώσιμο πλαίσιο ένταξης στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Η Ουκρανία, ως ένα από τα μεγαλύτερα και στρατηγικά σημαντικότερα κράτη που προέκυψαν από τη σοβιετική διάλυση, βρέθηκε στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης. Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της το 1991 αποτέλεσε ορόσημο για τη διαμόρφωση της μετασοβιετικής γεωπολιτικής, ωστόσο η κρατική της υπόσταση συνοδεύτηκε εξαρχής από εσωτερικές διαιρέσεις και εξωτερικές πιέσεις. Η χώρα κληρονόμησε όχι μόνο ένα σύνθετο κοινωνικό και εθνογλωσσικό μωσαϊκό, αλλά και κρίσιμα στρατηγικά στοιχεία, όπως το τρίτο μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο παγκοσμίως. Το Μνημόνιο της Βουδαπέστης του 1994, μέσω του οποίου η Ουκρανία παραιτήθηκε από τα πυρηνικά της όπλα με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφάλειας, παρουσιάστηκε τότε ως υπόδειγμα διεθνούς συνεργασίας. Εκ των υστέρων, ωστόσο, ανέδειξε τα όρια των πολιτικών διαβεβαιώσεων έναντι της σκληρής ισχύος.

Καθ’ όλη τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές του 2000, η Ουκρανία ταλαντεύθηκε μεταξύ δύο ανταγωνιστικών στρατηγικών κατευθύνσεων: της διατήρησης στενών δεσμών με τη Ρωσία και της σταδιακής ενσωμάτωσης στους ευρωατλαντικούς θεσμούς.  Για τη Μόσχα, η Ουκρανία δεν αποτελούσε ένα ακόμη ανεξάρτητο κράτος, αλλά έναν ζωτικό χώρο ασφαλείας, ιστορικής συνέχειας και οικονομικής διασύνδεσης. Η απώλειά της προς τη Δύση ισοδυναμούσε, στη ρωσική στρατηγική σκέψη, με γεωπολιτικό ακρωτηριασμό.

Αντιθέτως, από τη σκοπιά των δυτικών θεσμών, και ιδίως του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ουκρανία αντιμετωπιζόταν ως κυρίαρχο κράτος με το αναφαίρετο δικαίωμα επιλογής συμμαχιών. Η αρχή αυτή, θεμελιώδης για τη φιλελεύθερη διεθνή τάξη, συγκρούστηκε ευθέως με τη ρεαλιστική αντίληψη της Ρωσίας περί σφαιρών επιρροής. Οι διαδοχικές διευρύνσεις του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, αν και δεν αφορούσαν αρχικά την Ουκρανία, ενίσχυσαν την αίσθηση περικύκλωσης στη Μόσχα και καλλιέργησαν ένα αφήγημα στρατηγικής απειλής.

Η Πορτοκαλί Επανάσταση του 2004 αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη ρήξη στη μετασοβιετική ισορροπία της Ουκρανίας. Η αμφισβήτηση του εκλογικού αποτελέσματος και η μαζική κινητοποίηση υπέρ μιας φιλοδυτικής πορείας ερμηνεύθηκαν από τη ρωσική ηγεσία όχι ως εσωτερική δημοκρατική διαδικασία, αλλά ως αποτέλεσμα δυτικής παρέμβασης. Το γεγονός αυτό ενίσχυσε τη ρωσική καχυποψία απέναντι στις λεγόμενες «χρωματιστές επαναστάσεις», οι οποίες θεωρήθηκαν εργαλεία γεωπολιτικής αναδιάταξης.

Η κρίση κορυφώθηκε το 2013–2014 με την εξέγερση του Μαϊντάν και την ανατροπή του Βίκτορ Γιανουκόβιτς, ο οποίος είχε επιλέξει να αναστείλει τη συμφωνία σύνδεσης με την ΕΕ. Για μεγάλο μέρος της ουκρανικής κοινωνίας, η απόφαση αυτή συμβόλιζε την αναπαραγωγή ενός αυταρχικού, μετασοβιετικού μοντέλου εξουσίας. Για τη Μόσχα, όμως, η ανατροπή του Γιανουκόβιτς σήμαινε την απώλεια του τελευταίου αξιόπιστου μοχλού επιρροής στο Κίεβο.

Η προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 και η έναρξη της σύγκρουσης στο Ντονμπάς αποτέλεσαν σημείο καμπής στη μεταψυχροπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία. Για πρώτη φορά μετά το 1945, ευρωπαϊκά σύνορα άλλαξαν δια της βίας. Η ρωσική επιχειρηματολογία βασίστηκε σε ιστορικά, εθνοτικά και στρατηγικά επιχειρήματα, καθώς και στην ανάγκη προστασίας των ρωσόφωνων πληθυσμών. Η Δύση, από την πλευρά της, απάντησε με κυρώσεις, αποφεύγοντας ωστόσο την άμεση στρατιωτική εμπλοκή, γεγονός που ερμηνεύθηκε στη Μόσχα ως ένδειξη περιορισμένης αποφασιστικότητας.

Οι Συμφωνίες του Μινσκ του 2014 και 2015 σχεδιάστηκαν ως μηχανισμός αποκλιμάκωσης και πολιτικής διευθέτησης. Στην πράξη, λειτούργησαν περισσότερο ως πάγωμα της σύγκρουσης παρά ως λύση. Η αμοιβαία μη συμμόρφωση, η έλλειψη εμπιστοσύνης και οι διαφορετικές ερμηνείες των όρων τους υπονόμευσαν τη βιωσιμότητά τους. Για τη ρωσική πλευρά, η μη παραχώρηση ουσιαστικής αυτονομίας στο Ντονμπάς επιβεβαίωνε ότι η Ουκρανία δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί έναν συμβιβασμό.

Καθώς η δεκαετία του 2010 προχωρούσε, η Ρωσία υπό τον Βλαντίμιρ Πούτιν υιοθέτησε μια ολοένα και πιο αναθεωρητική στρατηγική. Η εμπειρία της Γεωργίας το 2008, η Κριμαία το 2014 και η περιορισμένη δυτική αντίδραση ενίσχυσαν την πεποίθηση ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος μπορούσε να αποφέρει γεωπολιτικά οφέλη με διαχειρίσιμο κόστος. Παράλληλα, η ενεργειακή εξάρτηση μεγάλου μέρους της Ευρώπης από τη ρωσική ενέργεια δημιουργούσε την εντύπωση ότι η ΕΕ δεν θα μπορούσε να αντιδράσει δυναμικά σε μια ευρύτερη κρίση.

Η εισβολή του 2022 βασίστηκε σε μια σύνθετη δέσμη αιτιών: τη στρατηγική σημασία της Ουκρανίας, την απογοήτευση από τις Συμφωνίες του Μινσκ, την επιδίωξη διατήρησης ζώνης ασφαλείας και τον φόβο οριστικής ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Η ρητορική περί «αποναζιστικοποίησης» και προστασίας των ρωσόφωνων πληθυσμών λειτούργησε ως ιδεολογικό πλαίσιο νομιμοποίησης, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.

Σε θεωρητικό επίπεδο, ο πόλεμος αντανακλά τη σύγκρουση μεταξύ φιλελεύθερου θεσμισμού και κλασικού ρεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις. Από τη μία πλευρά, η αρχή της κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης· από την άλλη, η επιμονή στις σφαίρες επιρροής και στο στρατηγικό βάθος. Η αποτυχία συγκερασμού αυτών των δύο λογικών καθιστούσε τη σύγκρουση όχι αναπόφευκτη, αλλά εξαιρετικά πιθανή.

Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου, η διεθνής τάξη βρίσκεται σε φάση βαθιάς αναδιάρθρωσης. Η Ουκρανία έχει μετατραπεί σε κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, με επιπτώσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ τα περιφερειακά όρια της σύγκρουσης. Ο πόλεμος αυτός δεν ξεκίνησε το 2022· το 2022 ήταν απλώς η στιγμή κατά την οποία τριάντα χρόνια ανεπίλυτων αντιφάσεων κατέστησαν τη σύγκρουση ανοιχτή και γενικευμένη.