Στον σύγχρονο πόλεμο, η συμμετοχή δεν περιορίζεται στην άμεση εξαπόλυση πυρομαχικών από εθνικές δυνάμεις. Μπορεί να συνίσταται στη διάθεση βάσεων, στην παροχή εναέριου χώρου, στον ανεφοδιασμό αεροσκαφών, στη μεταβίβαση πληροφοριών, στην προστασία επιθετικών σχηματισμών, στη λειτουργία συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης, στην κυβερνοϋποστήριξη ή στη φύλαξη εγκαταστάσεων από τις οποίες τρίτο κράτος διεξάγει επιχειρήσεις. Η βρετανική περίπτωση επειδή αποκαλύπτει ότι η είσοδος μπορεί να πραγματοποιηθεί ως σωρευτική διοικητική διαδικασία, χωρίς μία μοναδική και ευδιάκριτη στιγμή πολιτικής απόφασης.
Η βρετανική κυβέρνηση επέτρεψε τη χρήση βρετανικών εγκαταστάσεων για αμερικανικές ενέργειες που περιγράφηκαν ως περιορισμένες και αμυντικές, ιδίως εναντίον ιρανικών πυραυλικών δυνατοτήτων που απειλούσαν τη ναυσιπλοΐα και συμμαχικές εγκαταστάσεις. Παράλληλα, βρετανικά στρατιωτικά μέσα συμμετείχαν σε περιφερειακές αμυντικές αποστολές, ενώ το Κοινοβούλιο συζήτησε επανειλημμένα τη σύγκρουση, την προσωρινή εκεχειρία, τις βρετανικές βάσεις και τις συνέπειες για τη ναυσιπλοΐα. Η επίσημη πολιτική διάκριση παραμένει ότι η Βρετανία προστατεύει το έδαφος, το προσωπικό, τους συμμάχους και τις θαλάσσιες οδούς της, χωρίς να υιοθετεί συνολικά τους επιθετικούς σκοπούς της αμερικανικής εκστρατείας.
Η διάκριση ανάμεσα στην άμυνα και στην επίθεση είναι νομικά και πολιτικά αναγκαία, αλλά δεν είναι πάντοτε επιχειρησιακά καθαρή. Η αναχαίτιση πυραύλου που κατευθύνεται προς βρετανική εγκατάσταση αποτελεί σαφή αμυντική ενέργεια. Η εξουδετέρωση εκτοξευτή λίγα λεπτά πριν από τη βολή μπορεί επίσης να θεωρηθεί άμυνα, εφόσον η απειλή είναι άμεση και επαρκώς προσδιορισμένη. Πολύ πιο αμφίβολη είναι η καταστροφή μιας ευρύτερης κατηγορίας πυραυλικών υποδομών, επειδή αυτές ενδέχεται μελλοντικά να απειλήσουν τη ναυσιπλοΐα. Στην τελευταία περίπτωση, η έννοια της άμυνας διευρύνεται από την αντιμετώπιση επικείμενης επίθεσης προς τη γενικότερη αποστέρηση στρατιωτικών δυνατοτήτων του αντιπάλου. Η διαφορά δεν είναι απλώς τεχνική. Καθορίζει εάν η βρετανική συνδρομή υπηρετεί συγκεκριμένη προστατευτική αποστολή ή εντάσσεται λειτουργικά σε στρατηγική εξαναγκασμού του Ιράν.
Το βρετανικό συνταγματικό σύστημα καθιστά αυτή την αμφισημία ιδιαίτερα σοβαρή. Η ανάπτυξη και η χρησιμοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων ανήκουν στις εξουσίες του βασιλικού προνομίου, οι οποίες ασκούνται στην πράξη από την κυβέρνηση. Το Κοινοβούλιο δεν διαθέτει γενικό, νομοθετικά κατοχυρωμένο δικαίωμα να εγκρίνει εκ των προτέρων κάθε στρατιωτική επιχείρηση. Από το 2011 έχει διαμορφωθεί πολιτειακή πρακτική σύμφωνα με την οποία η Βουλή των Κοινοτήτων πρέπει κανονικά να έχει τη δυνατότητα να συζητά τη δέσμευση στρατιωτικών δυνάμεων πριν από την ανάληψη δράσης, εκτός εάν το επείγον ή η επιχειρησιακή ασφάλεια επιβάλλουν διαφορετικά. Η πρακτική αυτή έχει σημαντικό πολιτικό βάρος, δεν είναι όμως δικαστικά επιβλητέος κανόνας και έχει εφαρμοστεί με διαφορετικό τρόπο από διαδοχικές κυβερνήσεις.
Το υφιστάμενο πλαίσιο δημιουργήθηκε για έναν κόσμο στον οποίο η στρατιωτική ανάπτυξη ήταν σχετικά ορατή: αποστολή στρατευμάτων, αεροπορικές επιδρομές, ναυτικός αποκλεισμός ή συμμετοχή σε συμμαχική εκστρατεία. Είναι λιγότερο κατάλληλο για τον σημερινό δικτυωμένο πόλεμο, στον οποίο η κρίσιμη συμβολή ενός κράτους μπορεί να είναι υποδομική και όχι θεαματική. Ένα αμερικανικό αεροσκάφος μπορεί να φέρει αμερικανικά διακριτικά, αλλά η επιχείρησή του να εξαρτάται από βρετανική βάση, βρετανική προστασία, κοινές πληροφορίες και συστήματα επικοινωνίας που λειτουργούν σε βρετανικό έδαφος. Η απουσία βρετανικού πληρώματος από το αεροσκάφος δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην απουσία βρετανικής συμμετοχής από την αλυσίδα παραγωγής του αποτελέσματος. Το κρίσιμο συνταγματικό κριτήριο πρέπει επομένως να είναι λειτουργικό: σε ποιον βαθμό η βρετανική συνδρομή αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση της ένοπλης ενέργειας;
Από αυτή την άποψη, χρειάζεται να διακριθούν τουλάχιστον τέσσερις βαθμίδες εμπλοκής. Η πρώτη είναι η στενή αυτοάμυνα: άμεση προστασία βρετανικού εδάφους, πολιτών και στρατιωτικών μονάδων. Η δεύτερη είναι η συλλογική άμυνα συμμάχων και διεθνών διαδρόμων από συγκεκριμένη, άμεση επίθεση. Η τρίτη είναι η επιχειρησιακή διευκόλυνση επιθετικών πληγμάτων τρίτου κράτους. Η τέταρτη είναι η συνειδητή ένταξη σε ευρύτερη εκστρατεία που επιδιώκει αλλαγή της στρατηγικής συμπεριφοράς, της στρατιωτικής ισορροπίας ή της πολιτικής δομής του αντιπάλου. Η κυβέρνηση χρειάζεται μεγάλη ελευθερία στην πρώτη βαθμίδα, αλλά η δημοκρατική απαίτηση ρητής κοινοβουλευτικής εξουσιοδότησης ενισχύεται αποφασιστικά καθώς η πολιτική μετακινείται προς την τρίτη και την τέταρτη.
Η συμμαχική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιλύει το πρόβλημα· το καθιστά δυσκολότερο. Η βρετανική και η αμερικανική στρατιωτική ισχύς είναι βαθιά διασυνδεδεμένες σε επίπεδο πληροφοριών, τεχνολογίας, πυρηνικού σχεδιασμού, επικοινωνιών, βάσεων και επιχειρησιακών υποδομών. Η διασύνδεση αυτή αυξάνει την αμυντική αποτελεσματικότητα, δημιουργεί όμως κίνδυνο συμμαχικής παγίδευσης. Η κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί ότι εγκρίνει μία περιορισμένη τεχνική διευκόλυνση, ενώ η έγκριση αυτή προσθέτει έναν ακόμη κρίκο σε μια στρατηγική αλληλουχία που καθορίζεται κυρίως στην Ουάσιγκτον. Όταν οι επιμέρους αποφάσεις συσσωρεύονται, η Βρετανία μπορεί να έχει αποκτήσει ουσιαστικές υποχρεώσεις, να έχει εκθέσει τις βάσεις της σε αντίποινα και να έχει επενδύσει πολιτικό κύρος στην επιτυχία της αμερικανικής εκστρατείας πριν ακόμη διεξαχθεί ολοκληρωμένη κοινοβουλευτική συζήτηση.
Η συμμαχική αξιοπιστία δεν απαιτεί άνευ όρων διαθεσιμότητα. Αντιθέτως, ένας αξιόπιστος σύμμαχος πρέπει να είναι προβλέψιμος ως προς τους όρους της συνδρομής του. Οφείλει να διευκρινίζει ποια απειλή θεωρεί κοινή, ποιος πολιτικός σκοπός δικαιολογεί τη χρήση ισχύος, ποια μέσα είναι αναλογικά και ποια γεγονότα θα σηματοδοτήσουν τον τερματισμό της αποστολής. Η απροϋπόθετη υποστήριξη μπορεί να μειώσει και τη διαπραγματευτική επιρροή του Λονδίνου στην Ουάσιγκτον. Όσο περισσότερο η αμερικανική πλευρά θεωρεί δεδομένη την πρόσβαση στις βρετανικές υποδομές, τόσο μικρότερο είναι το κίνητρό της να ενσωματώσει τις βρετανικές επιφυλάξεις στον σχεδιασμό της.
Το επιχείρημα της κυβερνητικής ευελιξίας παραμένει ισχυρό, αλλά έχει χρονικά όρια. Δεν είναι δυνατόν μια Βουλή να εγκρίνει εκ των προτέρων κάθε αναχαίτιση, κάθε μετακίνηση αεροσκάφους ή κάθε επιχειρησιακή προσαρμογή. Η κυβέρνηση πρέπει να έχει τη δυνατότητα άμεσης προστασίας της χώρας. Όσο όμως η δράση παρατείνεται, οι βάσεις χρησιμοποιούνται επαναλαμβανόμενα και η αποστολή αποκτά σταθερό επιχειρησιακό χαρακτήρα, το επείγον παύει να αποτελεί επαρκή δικαιολογία. Μια πράξη μπορεί να είναι έκτακτη την πρώτη ημέρα· μετά από εβδομάδες εφαρμογής έχει γίνει δημόσια πολιτική. Η κοινοβουλευτική εξουσιοδότηση πρέπει να ενεργοποιείται όχι μόνο από το πρώτο πλήγμα, αλλά και από τη μετατροπή μιας περιορισμένης αντίδρασης σε συνεχή στρατιωτική λειτουργία.
Η ουσιαστική συμμετοχή της Βουλής δεν πρέπει να περιορίζεται σε μια γενική ψηφοφορία «υπέρ ή κατά της κυβέρνησης». Χρειάζεται συγκεκριμένη εντολή που θα καθορίζει τον σκοπό, τη νομική βάση, τη γεωγραφική έκταση, τις επιτρεπόμενες κατηγορίες δράσης, τη διάρκεια και τις προϋποθέσεις ανανέωσης. Άλλο είναι η προστασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας και άλλο η συστηματική καταστροφή της στρατιωτικής υποδομής του Ιράν. Άλλο η υπεράσπιση βρετανικών βάσεων και άλλο η μετατροπή τους σε σημεία εκκίνησης μιας εκστρατείας στρατηγικού εξαναγκασμού. Μια αόριστη εξουσιοδότηση, η οποία επιτρέπει στην κυβέρνηση να επανακαθορίζει διαρκώς την αποστολή, δεν θεραπεύει το δημοκρατικό έλλειμμα· απλώς το κοινοβουλευτικοποιεί τυπικά.
Η κοινοβουλευτική διαδικασία προσφέρει και στρατηγικό πλεονέκτημα. Υποχρεώνει την κυβέρνηση να εξηγήσει τι ακριβώς επιδιώκει. Η καταστροφή στρατιωτικών στόχων είναι επιχειρησιακό αποτέλεσμα, όχι πολιτικός σκοπός. Ο τελικός σκοπός μπορεί να είναι η προστασία της ναυσιπλοΐας, η αποτροπή επιθέσεων σε βάσεις, η επαναφορά πυρηνικών επιθεωρήσεων ή η επιβολή ευρύτερης μεταβολής της ιρανικής συμπεριφοράς. Κάθε στόχος απαιτεί διαφορετική στρατηγική, διαφορετική διάρκεια και διαφορετική ανοχή κόστους. Η Βουλή μπορεί να αποκαλύψει τις αντιφάσεις ανάμεσα σε περιορισμένη αποστολή και απεριόριστα μέσα πριν αυτές μετατραπούν σε στρατηγικό αδιέξοδο.
Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν φανερώνει τελικά ότι το βασικό βρετανικό πρόβλημα δεν είναι η απουσία κοινοβουλευτικής συζήτησης, αλλά η απουσία σαφούς θεσμικού κατωφλίου που να καθορίζει πότε η συζήτηση πρέπει να μετατραπεί σε δεσμευτική εξουσιοδότηση. Το όριο δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από το εάν βρετανική μονάδα πυροβόλησε πρώτη. Πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ουσιώδη διευκόλυνση, τον προβλέψιμο κίνδυνο αντιποίνων, τη διάρκεια της συνδρομής και τον βαθμό στον οποίο η Βρετανία έχει ταυτίσει την ασφάλειά της με την επιτυχία μιας ευρύτερης εκστρατείας.
Η βρετανική συνταγματική ισορροπία χρειάζεται επομένως αναθεμελίωση όχι μέσω άκαμπτης κατάργησης της κυβερνητικής ευχέρειας, αλλά μέσω διαβαθμισμένης λογοδοσίας. Η άμεση αυτοάμυνα μπορεί να παραμένει στην κυβέρνηση, με ταχεία ενημέρωση του Κοινοβουλίου. Η παρατεταμένη ανάπτυξη και η επαναλαμβανόμενη χρήση βάσεων πρέπει να απαιτούν κοινοβουλευτική επανεξέταση. Η ουσιώδης υποστήριξη επιθετικών επιχειρήσεων τρίτου κράτους πρέπει κανονικά να προϋποθέτει ρητή έγκριση. Μόνο έτσι η συμμαχική συνεργασία θα πάψει να αποτελεί οδό παράκαμψης της δημοκρατικής απόφασης και θα μετατραπεί σε συνειδητή, περιορισμένη και πολιτικά υπεύθυνη επιλογή
Πρόσφατα σχόλια