Στο Δίκαιο της Θάλασσας η οριοθέτηση δεν αποτελεί ελεύθερη χάραξη μιας γραμμής ανάμεσα σε δύο κράτη που επιλέγουν να θεωρήσουν τους εαυτούς τους θαλάσσιους γείτονες. Προϋποθέτει συγκεκριμένη γεωγραφική και νομική σχέση. Τα άρθρα 74 και 83 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας αναφέρονται ρητά στην οριοθέτηση της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και της υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές, με σκοπό την επίτευξη δίκαιης λύσης. Η ίδια λογική βρίσκεται και στο άρθρο 15 για τη χωρική θάλασσα. Η διατύπωση αυτή εκφράζει μια βαθύτερη αρχή: θαλάσσια διαφορά οριοθέτησης υπάρχει όταν οι ακτές δύο κρατών παράγουν νομικούς τίτλους που εκτείνονται προς την ίδια θαλάσσια περιοχή και επικαλύπτονται.
Η σύγχρονη νομολογία έχει προσδώσει στην έννοια αυτή ιδιαίτερη ακρίβεια. Στην υπόθεση της Μαύρης Θάλασσας μεταξύ Ρουμανίας και Ουκρανίας, το Διεθνές Δικαστήριο ξεκίνησε από τη θεμελιώδη αρχή ότι η ξηρά κυριαρχεί πάνω στη θάλασσα μέσω της προβολής των ακτών της. Ως «σχετικές ακτές» προσδιόρισε εκείνες των οποίων οι θαλάσσιες προβολές δημιουργούν επικαλυπτόμενα δικαιώματα. Η λειτουργία τους είναι διπλή: καθορίζουν αφενός την περιοχή στην οποία υπάρχει πραγματικό αντικείμενο οριοθέτησης και αφετέρου παρέχουν το γεωγραφικό μέτρο για τον τελικό έλεγχο αναλογικότητας. Η αρχή αυτή είναι κρίσιμη για την αξιολόγηση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου, επειδή μεταφέρει τη συζήτηση από τις γραμμές που ένα κράτος επιθυμεί να χαράξει στις ακτές που έχουν νομική ικανότητα να γεννήσουν τους αντίστοιχους θαλάσσιους τίτλους.
Η έννοια των αντικείμενων ακτών περιγράφει κατά κανόνα ακτές που βρίσκονται η μία απέναντι στην άλλη και των οποίων οι προς τη θάλασσα προβολές συναντώνται. Οι παρακείμενες ακτές συναντώνται στην ξηρά ή βρίσκονται σε πλευρική γεωγραφική σχέση και προβάλλονται προς κοινό θαλάσσιο χώρο. Η νομολογία, ωστόσο, δεν αντιμετωπίζει τις δύο κατηγορίες ως άκαμπτα γεωμετρικά κουτιά. Υπάρχουν περιπτώσεις με μικτό χαρακτήρα, όπου οι ακτές εμφανίζουν στοιχεία τόσο αντικείμενης όσο και παρακείμενης σχέσης. Το πραγματικό νομικό κριτήριο βρίσκεται στην ικανότητα των αντίστοιχων ακτών να παράγουν θαλάσσιες ζώνες οι οποίες συναντώνται και επικαλύπτονται. Το Διεθνές Δικαστήριο έχει επανειλημμένα χρησιμοποιήσει αυτό το κριτήριο των επικαλυπτόμενων προβολών ως ουσιαστικό σημείο αφετηρίας της οριοθέτησης.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας της νομικής δυσχέρειας του Τουρκολιβυκού Μνημονίου. Η τουρκική και η λιβυκή ηπειρωτική επικράτεια δεν βρίσκονται σε κενό θαλάσσιο χώρο. Ανάμεσά τους παρεμβάλλεται μια εκτεταμένη ελληνική νησιωτική γεωγραφία: η Κρήτη, η Ρόδος, η Κάρπαθος, η Κάσος και άλλες ελληνικές νήσοι αποτελούν χερσαία εδάφη που διαθέτουν ακτές και παράγουν θαλάσσιους τίτλους. Το άρθρο 121 παράγραφος 2 της Σύμβασης ορίζει ότι τα νησιά, με την ειδική εξαίρεση της παραγράφου 3 για συγκεκριμένη κατηγορία βράχων, διαθέτουν χωρική θάλασσα, αποκλειστική οικονομική ζώνη και υφαλοκρηπίδα όπως και η λοιπή χερσαία επικράτεια. Το Διεθνές Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει επίσης ότι η αρχή αυτή αντανακλά, ως προς την παραγωγή θαλάσσιων τίτλων από νησιωτικά εδάφη, το εθιμικό διεθνές δίκαιο.
Η διαπίστωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή συχνά συγχέονται δύο διαφορετικά ερωτήματα: η ύπαρξη θαλάσσιου τίτλου και η τελική επήρεια μιας ακτής κατά την οριοθέτηση. Ένα νησί μπορεί, ανάλογα με τη συγκεκριμένη γεωγραφία, να λάβει μικρότερη επίδραση στο τελικό στάδιο μιας δικαστικής οριοθέτησης. Η νομολογία γνωρίζει αρκετές τέτοιες περιπτώσεις, ιδίως όταν ένα πολύ μικρό νησί δημιουργεί έντονη παραμόρφωση της προσωρινής γραμμής ίσης απόστασης. Η δυνατότητα αυτή λειτουργεί μέσα σε μια διαδικασία που αναγνωρίζει πρώτα την ύπαρξη του τίτλου και στη συνέχεια αξιολογεί τις σχετικές περιστάσεις. Η αναπροσαρμογή μιας γραμμής απέχει νομικά πολύ από την εξ αρχής αντιμετώπιση μιας μεγάλης νησιωτικής ακτής ως ανύπαρκτης.
Η Κρήτη αναδεικνύει με ιδιαίτερη σαφήνεια τη διαφορά. Πρόκειται για μεγάλο, μόνιμα κατοικημένο νησί με εκτεταμένη ακτογραμμή, οργανική πολιτική και οικονομική ζωή και σημαντικό μήκος ακτών που προβάλλονται άμεσα προς τη Λιβύη. Στη νομική γεωμετρία μιας ελληνολιβυκής οριοθέτησης οι νότιες ακτές της Κρήτης αποτελούν αυτονόητο γεωγραφικό σημείο αναφοράς. Η διεθνής νομολογία δεν αντιμετωπίζει το μέγεθος και τη θέση των ακτών ως αφηρημένες λεπτομέρειες. Στην υπόθεση Λιβύης–Μάλτας, το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη σημασία στη γενική διαμόρφωση των ακτών, στη σχέση τους ως αντικείμενων ακτών, στο μήκος τους και στην αναλογικότητα των θαλάσσιων χώρων που θα προέκυπταν.
Το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο αντιμετωπίζει τη θαλάσσια γεωγραφία διαφορετικά. Η γραμμή του στηρίζεται σε προβολές τουρκικών και λιβυκών ακτών που θεωρούνται ικανές να συναντηθούν, ενώ οι ελληνικές νησιωτικές ακτές που βρίσκονται ανάμεσά τους δεν λαμβάνουν την αντίστοιχη νομική λειτουργία. Η Τουρκία υποστηρίζει επισήμως ότι η συμφωνία βασίζεται στο διεθνές δίκαιο και στην αρχή της ευθυδικίας και, μετά την απόφαση της λιβυκής Βουλής της 20ής Οκτωβρίου 2026, επανέλαβε ακριβώς αυτή τη θέση. Η Άγκυρα, η οποία παραμένει μη συμβαλλόμενο μέρος στην UNCLOS, υποστηρίζει ευρύτερα ότι οι θαλάσσιες διαφορές πρέπει να επιλύονται με βάση την ευθυδικία και τις ειδικές γεωγραφικές περιστάσεις.
Η αρχή της ευθυδικίας έχει αναμφίβολα σημαντική θέση στη διεθνή νομολογία. Η λειτουργία της όμως είναι συγκεκριμένη. Τα άρθρα 74 και 83 απαιτούν δίκαιη λύση, και το Διεθνές Δικαστήριο έχει αναπτύξει γι’ αυτό μια κατά κανόνα τριμερή μέθοδο: προσωρινή γραμμή ίσης απόστασης, εξέταση σχετικών περιστάσεων που μπορεί να απαιτούν προσαρμογή και τελικό έλεγχο για εμφανή δυσαναλογία μεταξύ των μηκών των σχετικών ακτών και των θαλάσσιων περιοχών που αποδίδονται στα μέρη. Η ευθυδικία λειτουργεί επομένως πάνω στην υπαρκτή γεωγραφία και στα δικαιώματα που αυτή παράγει. Δεν δημιουργεί από μόνη της νέα ακτογραμμή ούτε επιτρέπει την απάλειψη χερσαίων εδαφών τρίτου κράτους ώστε να δημιουργηθεί ευνοϊκότερη διμερής γεωμετρία.
Αυτό εξηγεί γιατί το επιχείρημα περί αντικείμενων ή παρακείμενων ακτών έχει μεγαλύτερο βάθος από μια απλή γεωγραφική διαφωνία. Η πραγματική νομική ερώτηση είναι ποιες ακτές αποτελούν πηγές των επικαλυπτόμενων θαλάσσιων τίτλων στην επίμαχη περιοχή. Όπου οι προβολές των ελληνικών νησιωτικών ακτών συναντούν τις προβολές της Λιβύης ή της Τουρκίας, η Ελλάδα αποκτά άμεσο νομικό συμφέρον στην οριοθέτηση. Η Τουρκία και η Λιβύη μπορούν να ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις, αλλά μια τέτοια διμερής ρύθμιση δεν μπορεί να εξαφανίσει τους τίτλους που παράγονται από ακτές τρίτου κράτους.
Η αρχή αυτή ενισχύεται από τον τρόπο με τον οποίο η διεθνής δικαιοσύνη αντιμετωπίζει δικαιώματα τρίτων κρατών. Στις θαλάσσιες οριοθετήσεις το Διεθνές Δικαστήριο μεριμνά ώστε η γραμμή που χαράσσει ανάμεσα στα διάδικα κράτη να μην προδικάζει τις αξιώσεις τρίτων. Έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η οριοθέτηση μεταξύ δύο κρατών τελεί χωρίς βλάβη των ενδεχόμενων δικαιωμάτων άλλου παράκτιου κράτους και ότι μια δικαστική απόφαση μεταξύ δύο μερών δεν μπορεί να καθορίσει τα δικαιώματα ενός τρίτου. Η ίδια λογική αποτυπώνεται στη γενική αρχή του δικαίου των συνθηκών σύμφωνα με την οποία μια συμφωνία δεν δημιουργεί υποχρεώσεις για τρίτο κράτος χωρίς τη συναίνεσή του.
Αυτό το σημείο αποδίδει με μεγαλύτερη νομική ακρίβεια και την ουσία της ελληνικής ένστασης. Η ισχυρότερη διατύπωση δεν χρειάζεται να βασίζεται στην ιδέα ότι η Τουρκία και η Λιβύη στερούνται σε κάθε δυνατή γεωμετρική έννοια οποιασδήποτε θαλάσσιας προβολής προς την ίδια ευρύτερη περιοχή. Η ουσία βρίσκεται στο ότι δεν μπορούν να κατασκευάσουν διμερή οριοθέτηση μέσα σε χώρο όπου υφίστανται θαλάσσιοι τίτλοι που παράγονται από τις ενδιάμεσες ελληνικές ακτές, αντιμετωπίζοντας αυτές τις ακτές σαν να μη διαθέτουν νομική υπόσταση. Η ελληνική ανακοίνωση της 20ής Οκτωβρίου 2026 τοποθετεί ακριβώς στο επίκεντρο την απουσία νόμιμης βάσης για τη συγκεκριμένη τουρκολιβυκή οριοθέτηση και την παραγνώριση των δικαιωμάτων των ελληνικών νησιών. Μία ημέρα αργότερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση επανέλαβε ότι το μνημόνιο προσβάλλει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα γι’ αυτά.
Η πρόσφατη κύρωση από τη λιβυκή Βουλή ενισχύει πολιτικά τη συμφωνία μεταξύ των δύο μερών, αλλά δεν μεταβάλλει τη συγκεκριμένη νομική δομή. Η εσωτερική λιβυκή αποδοχή αφορά το επίπεδο της βούλησης της Λιβύης να δεσμευθεί έναντι της Τουρκίας. Η ύπαρξη ελληνικών θαλάσσιων τίτλων είναι διαφορετικό ζήτημα. Η διεθνής οριοθέτηση δεν λειτουργεί με αρχή πλειοψηφίας μεταξύ των κρατών μιας περιοχής ούτε με βάση το πόσα κοινοβούλια έχουν επικυρώσει έναν χάρτη. Λειτουργεί με βάση τους τίτλους που γεννούν οι σχετικές ακτές και την ανάγκη συμφωνίας ή δικαιοδοτικής επίλυσης όταν αυτοί οι τίτλοι επικαλύπτονται.
Από αυτή την άποψη, το θεμελιώδες πρόβλημα του Τουρκολιβυκού Μνημονίου προηγείται ακόμη και της συζήτησης για το ακριβές ποσοστό επήρειας της Κρήτης, της Ρόδου, της Καρπάθου ή της Κάσου. Πριν εξεταστεί η θέση μιας προσωρινής γραμμής, πρέπει να προσδιοριστούν οι ακτές που συμμετέχουν νόμιμα στην εξίσωση. Η σύγχρονη διεθνής νομολογία ξεκινά ακριβώς από αυτή την αναγνώριση των σχετικών ακτών και των επικαλυπτόμενων τίτλων. Μια διαδικασία που αφαιρεί εξ αρχής από την εξίσωση σημαντικές ακτές τρίτου κράτους αλλοιώνει το ίδιο το αντικείμενο που πρόκειται να οριοθετηθεί.
Η ελληνολιβυκή σχέση προσφέρει γι’ αυτό και τη φυσική οδό προς μια βιώσιμη λύση. Οι νότιες ελληνικές ακτές και οι βόρειες λιβυκές ακτές έχουν σαφή γεωγραφική σχέση αντικείμενων ακτών και παράγουν επικαλυπτόμενους τίτλους. Μια πραγματική οριοθέτηση μπορεί να εξετάσει την ίση απόσταση, τα μήκη των σχετικών ακτών, τις ειδικές γεωγραφικές περιστάσεις και τον τελικό έλεγχο αναλογικότητας με τον τρόπο που έχει διαμορφώσει η διεθνής νομολογία. Εκεί μπορεί να λειτουργήσει γνήσια η ευθυδικία: πάνω σε ένα γεωγραφικό και νομικό πεδίο στο οποίο αναγνωρίζονται πρώτα όλοι οι πραγματικοί φορείς δικαιωμάτων.
Η έννοια των αντικείμενων και παρακείμενων ακτών καθορίζει ποιοι έχουν δικαίωμα να οριοθετήσουν, ποιοι τίτλοι επικαλύπτονται και ποια θαλάσσια περιοχή αποτελεί πραγματικό αντικείμενο διευθέτησης. Στην περίπτωση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου η σημασία της είναι καθοριστική, επειδή αποκαλύπτει την απόσταση ανάμεσα σε έναν διμερή πολιτικό χάρτη και στη νομική γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου. Η τελευταία διαμορφώνεται από τις πραγματικές ακτές όλων των παράκτιων κρατών, συμπεριλαμβανομένων των νησιωτικών ακτών, και δεν μπορεί να ανασχεδιαστεί με τη συμφωνία δύο μόνο από τους ενδιαφερόμενους δρώντες.
Πρόσφατα σχόλια