Η σχέση μεταξύ οικονομικής ισχύος και δημοκρατικής λογοδοσίας αποτελεί ένα από τα βαθύτερα και πιο επίμονα διλήμματα της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης. Στην καρδιά της διεθνούς πολιτικής οικονομίας, το δίλημμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη ένταση, καθώς οι αποφάσεις που διαμορφώνουν τις παγκόσμιες ροές εμπορίου, κεφαλαίου και τεχνολογίας λαμβάνονται ολοένα και συχνότερα σε επίπεδα απομακρυσμένα από τη δημοκρατική διαδικασία. Η οικονομική ισχύς, ιδίως όταν ασκείται από κράτη με ηγεμονικές φιλοδοξίες, τείνει να συγκεντρώνεται σε θεσμούς και μηχανισμούς περιορισμένης λογοδοσίας.
Ιστορικά, η φιλελεύθερη δημοκρατία οικοδομήθηκε πάνω στην υπόσχεση ότι η πολιτική εξουσία θα υπόκειται σε έλεγχο, διαφάνεια και ανακλητότητα. Ωστόσο, η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας αποσύνδεσε σε σημαντικό βαθμό την οικονομική λήψη αποφάσεων από τα εθνικά δημοκρατικά πλαίσια. Η μετατόπιση κρίσιμων αρμοδιοτήτων προς υπερεθνικούς θεσμούς, αγορές και εκτελεστικά όργανα δημιούργησε ένα δομικό έλλειμμα δημοκρατικής λογοδοσίας, το οποίο σήμερα καθίσταται ολοένα και πιο ορατό.
Από ρεαλιστική σκοπιά, το πρόβλημα αυτό θεωρείται εν πολλοίς δευτερεύον. Η προτεραιότητα της κρατικής επιβίωσης και της σχετικής ισχύος δικαιολογεί τη συγκέντρωση αποφασιστικής αρμοδιότητας στην εκτελεστική εξουσία. Η οικονομική πολιτική, όταν λειτουργεί ως εργαλείο γεωπολιτικού ανταγωνισμού, δεν μπορεί να υπόκειται σε χρονοβόρες διαδικασίες διαβούλευσης και ελέγχου. Η αποτελεσματικότητα υπερισχύει της συμμετοχικότητας.
Ωστόσο, ο θεσμικός φιλελευθερισμός εντοπίζει εδώ μια κρίσιμη αντίφαση. Η νομιμοποίηση της ισχύος δεν απορρέει μόνο από την ικανότητα επιβολής, αλλά και από τη θεσμική αποδοχή. Όταν οι οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς επαρκή δημοκρατικό έλεγχο, υπονομεύεται η κοινωνική συναίνεση που καθιστά βιώσιμη τη μακροπρόθεσμη άσκηση ισχύος. Η απονομιμοποίηση δεν εκδηλώνεται άμεσα, αλλά συσσωρεύεται πολιτικά.
Η κριτική πολιτική οικονομία προχωρά ακόμη περισσότερο, αναδεικνύοντας ότι η αποδυνάμωση της δημοκρατικής λογοδοσίας δεν αποτελεί απλώς παρενέργεια, αλλά δομικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης καπιταλιστικής διακυβέρνησης. Η οικονομική ισχύς τείνει να αυτονομείται από τη λαϊκή κυριαρχία, δημιουργώντας ένα καθεστώς «τεχνοκρατικής κυριαρχίας», όπου οι κρίσιμες αποφάσεις παρουσιάζονται ως τεχνικά αναγκαίες και πολιτικά ουδέτερες.
Στο πλαίσιο αυτό, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσφέρουν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η αυξανόμενη χρήση οικονομικών εργαλείων –κυρώσεων, δασμών, περιορισμών τεχνολογίας– από την εκτελεστική εξουσία περιορίζει τον ρόλο του Κογκρέσου και θολώνει τα όρια μεταξύ εξωτερικής πολιτικής και οικονομικής διακυβέρνησης. Η λογοδοσία μετατίθεται από το πολιτικό στο νομικό πεδίο ή, συχνότερα, παρακάμπτεται στο όνομα της εθνικής ασφάλειας.
Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει ένα διαφορετικό αλλά συναφές πρόβλημα. Η κανονιστική και οικονομική της ισχύς ασκείται μέσω σύνθετων θεσμικών μηχανισμών, οι οποίοι δυσχεραίνουν τη δημοκρατική κατανόηση και συμμετοχή. Η απόσταση μεταξύ αποφάσεων και πολιτών δημιουργεί ένα αίσθημα πολιτικής αλλοτρίωσης, ακόμη και όταν οι πολιτικές επιδιώκουν συλλογικά οφέλη.
Το θεμελιώδες ερώτημα που αναδύεται είναι αν το δίλημμα μεταξύ οικονομικής ισχύος και δημοκρατικής λογοδοσίας είναι πράγματι αξεπέραστο. Η απάντηση εξαρτάται από το πώς αντιλαμβανόμαστε τη δημοκρατία. Αν η δημοκρατία περιορίζεται στη διαδικαστική συμμετοχή, τότε η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος φαίνεται ασύμβατη. Αν, όμως, η δημοκρατία νοηθεί ως δυναμική διαδικασία θεσμικής προσαρμογής, τότε το δίλημμα μετατρέπεται σε πρόκληση επανασχεδιασμού.
Η επανασύνδεση οικονομικής ισχύος και δημοκρατικής λογοδοσίας δεν προϋποθέτει την εγκατάλειψη της στρατηγικής αποτελεσματικότητας, αλλά την ενσωμάτωση μηχανισμών ελέγχου, διαφάνειας και χρονικού περιορισμού. Χωρίς τέτοιους μηχανισμούς, η οικονομική πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο ανεξέλεγκτης εξουσίας, υπονομεύοντας την ίδια τη δημοκρατική της βάση.
Σε τελική ανάλυση, το δίλημμα δεν αφορά μόνο τις μεγάλες δυνάμεις. Αφορά το μέλλον της διεθνούς τάξης συνολικά. Μια παγκόσμια οικονομία που λειτουργεί χωρίς δημοκρατική λογοδοσία μπορεί να είναι βραχυπρόθεσμα αποτελεσματική, αλλά μακροπρόθεσμα είναι πολιτικά εύθραυστη. Η πρόκληση του 21ου αιώνα δεν είναι απλώς η άσκηση ισχύος, αλλά η θεσμική της νομιμοποίηση.
Πρόσφατα σχόλια